O Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του

Σεπτεμβρίου 15, 2012 § Σχολιάστε

του Μιχαλη Παπανικολαου

Το θέμα μου είναι «ο Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του». Αφορά ένα ιδιότυπο φαινόμενο που έχουμε στην περίπτωσή του, το γεγονός ότι γράφει και εκδίδει τα κύρια κείμενά του στα γερμανικά, μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, ενώ κατόπιν τα δημοσιεύει στα ελληνικά έχοντάς τα μεταφράσει ο ίδιος. Η χρονολογική σειρά της έκδοσης των βιβλίων του Κονδύλη, καθώς και άλλα στοιχεία υποδεικνύουν ότι μάλλον δεν συνέβαινε το αντίστροφο, ότι δηλαδή δεν είχαμε καταρχήν συγγραφή στα ελληνικά και μετά ξαναγράψιμο ή μετάφραση στα γερμανικά. Φυσικά, στις ελληνικές εκδόσεις των κειμένων του ο Κονδύλης δεν εμφανίζεται ως μεταφραστής των δικών του πρωτότυπων γερμανικών κειμένων, παρά ως συγγραφέας τους. Αλλά όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς αντιπαραβάλλοντας οποιαδήποτε γερμανική έκδοση με την αντίστοιχη ελληνική, οι εκδόσεις αυτές (με κάποιες εξαιρέσεις που δεν αναιρούν τον κανόνα) ταυτίζονται από την άποψη του περιεχομένου σχεδόν απόλυτα. Ο Κονδύλης μεταφράζει τα βιβλία του στα ελληνικά μένοντας πιστός στο γερμανικό πρωτότυπο. Υπάρχουν περιπτώσεις παραλείψεων ή τροποποιήσεων και παραφράσεων, αλλά στην ουσία πρόκειται για μεταφράσεις. Και μάλιστα, η ακρίβεια στην απόδοση του περιεχομένου αλλά και της μορφής και του ύφους είναι κάποτε εξαιρετικά εντυπωσιακή.

Θα ήθελα τώρα να πω κάποια πράγματα για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Κονδύλης στις ελληνικές μεταφράσεις των κειμένων του. Δεν θα θίξω το ζήτημα της μετάφρασης των φιλοσοφικών και γενικότερα των τεχνικών όρων στο έργο του, και θα πρέπει να πω επίσης πως οι παρατηρήσεις μου είναι εμπειρικές και δεν έχουν συστηματικό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε ισχύει ότι, εξαιτίας της ιστορίας τους και του προβλήματος της διγλωσσίας, τα νέα ελληνικά δίνουν στους Έλληνες συγγραφείς και μεταφραστές δυνατότητες αποχρώσεων μεγαλύτερες από εκείνες που έχουν συγγραφείς και μεταφραστές άλλων γλωσσών. Ο Κονδύλης χρησιμοποιεί βέβαια τη «νεοελληνική κοινή», όπως αποκαλούν κάποτε οι γλωσσολόγοι τη σημερινή δημοτική, ενώ, χωρίς να βγαίνει από το δικό της πλαίσιο, χρησιμοποιεί και πολλούς λόγιους τύπους που θεωρούνται πια νόμιμοι τύποι της δημοτικής (αναφέρομαι σε τύπους όπως «διαρρήδην», «ατιμωρητί», «εν παρόδω», «οι πλείστοι», «κατά μέγα μέρος» κλπ.). Κάποιες αποκλίσεις ή ιδιαιτερότητες σε σχέση με τον ιδεατό κανόνα της γλώσσας που χρησιμοποιείται σήμερα για τη σύνταξη επιστημονικών κειμένων διακρίνει κανείς στις μεταφράσεις του Κονδύλη όχι τόσο προς την κατεύθυνση της καθαρεύουσας (την οποία προφανώς διδάχτηκε, γνώριζε και χρησιμοποίησε στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο) αλλά προς την κατεύθυνση μιας παλιότερης, μαχόμενης δημοτικής. Το ότι έχει ως συγγραφέας ιδιαιτερότητες και ιδιοτροπίες ενώ συγχρόνως έχει πλήρη έλεγχο των τύπων και των αποχρώσεων στα κείμενα και τις μεταφράσεις του, αυτό είναι κάτι που νομίζω ότι το διαπιστώνει κανείς γρήγορα όταν τον διαβάζει. (Μιλώντας για ιδιοτροπίες και αποκλίσεις θα πρέπει να πω, επίσης, ότι τα εννοώ κυρίως με τη στατιστική έννοια, σε ορθογραφικό επίπεδο π.χ. θα χρησιμοποιήσει τον τύπο «σύγχιση», με γιώτα, και όχι τον τύπο που έχει επιβληθεί, «σύγχυση» με ύψιλον). Ένα παράδειγμα για τη γκάμα των επιλογών που είχε ο ίδιος αποδίδοντας τα δικά του γερμανικά του κείμενα στα ελληνικά φαίνεται στο παράδειγμα της λέξης «Achillesverse», «αχίλλειος πτέρνα». Στα γερμανικά έχουμε μόνο έναν τρόπο να πούμε τη λέξη, αλλά ο Κονδύλης ξέρει προφανώς ότι στα ελληνικά έχει στη διάθεσή του τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς. Και ενώ στατιστικά, όπως το βλέπουμε αν ψάξουμε στο internet, κυριαρχεί η «αχίλλειος πτέρνα», φαντάζομαι επειδή πια η έκφραση γίνεται δεκτή ως στερεότυπη, ο Κονδύλης θα πει η «αχίλλεια πτέρνα», αλλάζοντας μεν τον τύπο «αχίλλειος» – πράγμα που προϊδεάζει τον αναγνώστη για ρυθμιστική στάση και δημοτικιστική καθαρολογία- αλλά, σαν από μια περίεργη κοκκεταρία ή διάθεση πρόκλησης, αφήνει το «πτέρνα» ως έχει.

Θα πρέπει ωστόσο εδώ να γίνει μια διαφοροποίηση ανάμεσα σε κείμενα που εκδίδονται πριν το 1991 και σε κείμενα που εκδίδονται μετά. Οι ελληνικές εκδόσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και του πρώτου μέρους της Κριτικής της Μεταφυσικής στη Νεότερη Σκέψη περιέχουν πολύ περισσότερα στοιχεία δημώδους δημοτικής απ’ όσα βρίσκουμε αργότερα π.χ. στην Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Η εντύπωσή μου είναι μάλιστα ότι στο τελευταίο μεγάλο βιβλίο του που μετέφρασε στα ελληνικά ο Κονδύλης, τη Θεωρία του Πολέμου, ο ίδιος αποφεύγει αυτά τα στοιχεία συνειδητά και πολλαπλασιάζει τα αντίστοιχα λόγια, που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκουμε ήδη και στις μεταφράσεις του της δεκαετίας του ’80. Πριν περάσω σε παραδείγματα ας μου επιτρέψετε να επισημάνω ότι μια «δημώδη» εκδοχή της δημοτικής χρησιμοποιεί ο Κονδύλης στις μεταφράσεις του Μακιαβέλλι, μια εκδοχή την οποία θεώρησε προφανώς ως καταλληλότερη για την απόδοση των συγκεκριμένων έργων. Μου φαίνεται απίθανο να χρησιμοποίησε αυτή την εκδοχή χωρίς να την έχει μελετήσει κάπως, έστω και στοιχειωδώς, πριν το κάνει. Και η εισαγωγή στα έργα του Μακιαβέλλι έχει, και αυτή επίσης, περισσότερα δημώδη στοιχεία από εκείνα που βρίσκουμε στις μεταφράσεις των έργων του αργότερα. Χρησιμοποιεί τύπους μιας μάλλον στρατευμένης και ρυθμιστικής γραμματικής της δημοτικής όπως π.χ. «απαλλάζω» και «υποτάζω» αντί για «απαλλάσσω» και «υποτάσσω».

Χαρακτηριστικά παραδείγματα χρήσεων λαϊκής δημοτικής στις μεταφράσεις των κειμένων του είναι η συνεχής χρήση του «ίσαμε» αντί για «μέχρι» ή «ως» και του «συνάμα» αντί για το «συγχρόνως». Παρομοίως συναντάμε εκφράσεις και λέξεις όπως «κοντολογής», «ξεκόβω», «στο άψε-σβήσε», «μπάζω», «μεμιάς», «απ’ τα έξω», «ασυνερισιά», «κατεξοχή» – αντι για «κατεξοχήν» και «τουλάχιστο» αντί για «τουλάχιστον». Ο Κονδύλης γράφει «προηγούμενα» αντί για «προηγουμένως» «πρόκυψε», «πρόσφερε», «βλάφτω», επίθετα θηλυκού γένους όπως «η προνομιούχα» και «η ενεργή» (αντί για «η προνομιούχος» ή «η ενεργός»), «ανάλλαγος», ή λέει για κάποιο πράγμα ότι «βαστάζει ποιότητες» και, ανάλογα, χρησιμοποιεί τύπους όπως «τάφτιαξε», «πούχε», πούναι». Το πιο ακραίο παράδειγμα που έχω υπόψη μου είναι η μετοχή «συνομαδιασμένοι» (ονομ. πληθ.).

Συχνά, βέβαια, η σκόπιμη χρήση τύπων της δημοτικής ή μιας λογιότερης γλώσσας εξυπηρετεί ένα είδος θεατρικότητας ή ειρωνικής απόστασης στα κείμενα του Κονδύλη (π.χ., κάποια στιγμή, αποδίδοντας τα επιχειρήματα κάποιων οι οποίοι κατηγορούν κάποιους άλλους για αθεϊσμό, χρησιμοποιεί τον τύπο «τους αθέους» αντί για «τους άθεους», ή αποδίδει το γερμανικό Bauern, αγρότες, γράφοντας «ξωμάχοι» και ειρωνευόμενος έτσι μιαν ορισμένη εξιδανικευτική αντίληψη για τους αγρότες). Οπωσδήποτε, κάποιοι τύποι της παλιότερης δημοτικής μπορεί απλώς να σημαίνουν και προσκόλληση σε κείμενα ή συγγραφείς που γνώρισε ως αναγνώστης της νεοελληνικής λογοτεχνίας και γενικά γραμματείας, και θα πρέπει να ισχύει, φαντάζομαι, ότι η δημοτική που χρησιμοποιεί στη δεκαετία του ’70, η δημοτική της οποίας απόηχους έχουμε και στις μεταγενέστερες μεταφράσεις των κειμένων του, συνδέεται και με τις αριστερές πολιτικές του προτιμήσεις όταν ήταν νέος. Πιστεύω επίσης ότι πολλές γλωσσικές επιλογές οφείλονται στο γεγονός ότι είναι ένας συγγραφέας ο οποίος απολάμβανε την πρόκληση και την πολεμική. Υποψιάζομαι ωστόσο ότι στη δεκαετία του ’90 η εγκατάλειψη ή το ξεθώριασμα των τύπων της δημοτικής στις μεταφράσεις των κειμένων του, καθώς επίσης και η υιοθέτηση λογιότερων τύπων, θα πρέπει να εκφράζει και να καθρεφτίζει μια ολοένα και μεγαλύτερη τήρηση αποστάσεων απέναντι στο φαινόμενο της «μαζικής δημοκρατίας» όπως αποκαλεί ο ίδιος τις σύγχρονες κοινωνίες. Τον Κονδύλη φυσικά δεν τον διαβάζει κανείς επειδή είναι πολύ καλός συγγραφέας αλλά για τις ιδέες και τη σκέψη του, και αυτές είναι που δίνουν και στο έργο του τη δύναμη που έχει. Τις δικές του ηθικές, αισθητικές κλπ. αξιολογήσεις πάντως (και την εξέλιξή τους επίσης), ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος αρνήθηκε να τις θεωρήσει αντικειμενικές, μπορούμε να τις διακρίνουμε εύκολα και μέσα από τις γλωσσικές του επιλογές.

ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση oμιλίας που εκφωνήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, 21 Νοεμβρίου 2011.

Advertisements

Νέα προσέγγιση των κοινωνικών δομών

Νοέμβριος 25, 2008 § 1 σχόλιο

του Μιχαλη Παπανικολαου

Προδημοσίευση από το ανέκδοτο στην ελληνική γλώσσα δίτομο έργο του σπουδαίου σύγχρονου στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη

Εννιά χρόνια μετά τον ξαφνικό θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» σε ελληνική μετάφραση το τελευταίο –και ημιτελές, μολονότι δίτομο στην ελληνική έκδοση– βιβλίο του φιλοσόφου. Με σχεδόν ολόκληρο το έργο του γραμμένο στα Γερμανικά, ο Κονδύλης (1943-1998) υπήρξε ένας από τους γνωστότερους και σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες διανοητές.

Εκτός από τα έργα του για τη διαλεκτική, τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό Διαφωτισμό, τη θεωρία της ισχύος, το συντηρητισμό, τη θεωρία του πολέμου, την κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, την παρακμή του αστικού πολιτισμού, την πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο και το ημιτελές έργο του για την κοινωνική οντολογία, η έρευνα τού οφείλει εργασίες για τον Μοντεσκιέ και τον Μαρξ, τον Μακιαβέλι και τον Καρλ Σμιτ, καθώς και επιμέρους μελέτες για ζητήματα της ιστορίας των ιδεών. Για το έργο του είχε τιμηθεί με το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολτ.

Στο τελευταίο του έργο («Το Πολιτικό και ο Ανθρωπος – Βασικά Στοιχεία μιας Κοινωνικής Οντολογίας»), ο φιλόσοφος επιχειρούσε να διατυπώσει τη γενική του θεωρία για τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις. Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το πρώτο μέρος, το μοναδικό που πρόλαβε να ολοκληρώσει. Κύριοι συνομιλητές του εδώ είναι κοινωνικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι της κοινωνίας, σε κριτική αντιπαράθεση με τους οποίους αναπτύσσει τρία μεγάλα θέματα: Τη δομή της κοινωνικής σχέσης, το θέμα της κατανόησης στις επιστήμες του ανθρώπου και το ζήτημα της ορθολογικότητας. Σχολιάζοντας συγγραφείς από τον Αριστοτέλη, τον Χούσερλ, τον Χάιντεγκερ, τον Μπούμπερ και τον Χάμπερμας μέχρι τους Ντυρκέμ, Ζίμελ, Βέμπερ, Πάρσονς και Λούμαν, ο Κονδύλης διεκδικεί μια συνολική προσέγγιση του ανθρώπου και της κοινωνίας ελεύθερη από προκαταλήψεις, προσδοκίες και ιδεολογικές δεσμεύσεις. Η κριτική του σε ό,τι αποκάλεσε ο ίδιος «μαζικοδημοκρατικές ιδεολογίες» κατατίθεται εδώ λεπτομερέστερα από κάθε άλλη φορά. Μολονότι ο φιλόσοφος αποφεύγει τον διάλογο με τον Καρλ Σμιτ, ο τίτλος του βιβλίου και η υπαγωγή κάθε κοινωνικής σχέσης στο εννοιολογικό δίπολο «φίλος-εχθρός» παραπέμπουν τον αναγνώστη στην κεντρική σύλληψη του Γερμανού πολιτειολόγου και θεωρητικού του «πολιτικού».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Μαζική δημοκρατία και εικόνα του ανθρώπου

Η αυτοαντίληψη ενός κοινωνικού σχηματισμού φαίνεται σαν αντικειμενική αυτογνωσία και γνώση της Ιστορίας μόνον ενόσω αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός βρίσκεται σε ανοδική πορεία και βγάζει από τη μέση τους αντιπάλους του. Αυτή είναι η περίπτωση της μαζικής δημοκρατίας σήμερα. Αλλά ακριβώς στην πλανητική της ακμή οι ίδιες της οι αντιφάσεις ή ακόμη και οι εκρηκτικές της δυνατότητες, που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, γίνονται όλο και πιο ορατές. Για την κοινωνική θεωρία έχουν σημασία, διότι φανερώνουν την επικαιρότητα των κλασικών προβληματισμών. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα στις λεπτομέρειες επιφέρει μια αναγωγή των μεγάλων αποριών σε τύπους αρχαϊκής απλότητας. Μετά την καταστροφή του αστικού ανθρωποκεντρισμού και υπό τις συνθήκες της πλανητικά ανεπτυγμένης, εξαιρετικά μηχανοποιημένης μαζικής δημοκρατίας, το ερώτημα σχετικά με τη φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου τίθεται ακόμη πιο άμεσα και ακριβέστερα από όσο ετίθετο στο κατώφλι των νεώτερων χρόνων στην Ευρώπη. Από τη μια μεριά η ανθρωποεικόνα ενοποιείται όσο ποτέ στο παρελθόν από τη στενή συνύπαρξη ή παράλληλη ύπαρξη πολιτισμών, εθνών και φυλών, ενώ ταυτόχρονα η μειωνόμενη σημασία ιστορικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών για τον καθορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας περιστέλλεται κατά παράδοξο αλλά λογικό τρόπο στη σύστασή του ως βιολογικού όντος λόγω της διάδοσης οικουμενιστικών ιδεολογιών· από την άλλη μεριά αυτός ο περισταλμένος απλώς στην ανθρώπινη υπόστασή του άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος γενικά και ως τέτοιος, στέκεται απέναντι στη φύση και, σε μια εποχή μεγάλης δημογραφικής και οικολογικής έντασης, πρέπει να αναμετρεί τις δυνάμεις του με τις δυνάμεις της. Το ερώτημα για το ζώο που κατασκευάζει εργαλεία δεν είναι σήμερα λιγότερο οξύ και λιγότερο στοιχειώδες από όσο ήταν πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια στις αφρικανικές σαβάνες, όταν περιφέρονταν ορδές ανθρώπων. Εξίσου οξύ και στοιχειώδες πρέπει να είναι το άλλο μεγάλο κοινωνικοοντολογικό πρόβλημα, εκείνο που αφορά την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική τάξη και θα αναδυθεί στον ορίζοντα, όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων θα είναι τόσο πυκνές και εντατικές, που τα όρια κάθε γνωστής από το παρελθόν πολιτικής ενότητας θα είναι διάτρητα ή και θα σπάσουν.

Εχθρότητα και φιλία

Θα έπρεπε να γράψει κανείς ολόκληρη πραγματεία για να εξηγήσει για ποιους λόγους ήδη από τον 18ο αιώνα, προπάντων όμως τον 19ο και τον 20ό, πολλοί κοινωνικοί θεωρητικοί άφησαν πίσω τους την επί χιλιετίες αυτονόητη συνήθεια να θέτει κανείς στο φάσμα της κοινωνικής σχέσης τη φιλία πλάι στην εχθρότητα ως κοινωνικοοντολογικά ισότιμες. Ωστόσο, δεν μπορούμε εδώ να μην επισημάνουμε έναν ιδιαίτερα σημαντικό λόγο. Εννοούμε την εξαιρετικά πολυσχιδή επίδραση της εσχατολογικής φιλοσοφίας της ιστορίας, δεδηλωμένος στόχος της οποίας ήταν ακριβώς να απαλείψει το μισό από το φάσμα της κοινωνικής σχέσης ή τουλάχιστον να περικόψει τον πόλο της εχθρότητας, δηλαδή να δημιουργήσει την προσδοκία για κοινωνικές συνθήκες που θα απέκλειαν τις αιματηρές συγκρούσεις.

Οσο η βασιλεία του θεού δεν ήταν του κόσμου τούτου, ένας χριστιανός μπορούσε να διατηρεί χωρίς αντιρρήσεις το όνειρο της αρμονίας στο τέλος του κόσμου και ταυτόχρονα την πεποίθηση ότι σε τούτον τον κόσμο η μοίρα του αμαρτωλού ανθρώπου είναι (στην καλύτερη περίπτωση) η φιλία και (οπωσδήποτε) η εχθρότητα. Αλλά η μετατόπιση του ονείρου από τον ουρανό στη γη έκανε απολύτως απαραίτητο τον αποκλεισμό από την περιοχή των κοινωνικοοντολογικών σταθερών. Αυτός ο αποκλεισμός έγινε με την επαγγελία της αταξικής κοινωνίας στον μαρξιστικό μεσσιανισμό, με τη βεβαιότητα ότι το εμπόριο θα αντικαταστήσει τον πόλεμο, στον συνεσταλμένο φιλελεύθερο χιλιασμό, καθώς και με άλλα, λιγότερο αποτελεσματικά, πολιτικά ιδεολογήματα, τα οποία, ωστόσο, αντλούσαν τη δύναμη της ακτινοβολίας τους από τα πιο αποτελεσματικά, ακόμη και όταν απέκλιναν λιγότερο ή περισσότερο από αυτά. Σε αυτά ανήκουν προσωποκρατίες που απέβλεπαν σε μια φιλική μυστική ένωση μεταξύ των μελών της κοινωνίας και μέσω αυτής της ένωσης στην υπέρβαση των παραδοσιακών κακών, ή ακόμη και θεωρίες των συστημάτων που από ιδεολογική άποψη φαίνονται άχρωμες, ο τρόπος θεώρησης των οποίων υπερπηδούσε εξαρχής βαθιά εχθρικά χάσματα στο κοινωνικό σώμα· πιο πάνω διαπιστώσαμε ήδη το πισωγύρισμά τους στη φιλοσοφία της ιστορίας. Στη συνέχεια θα δούμε πώς οι εκπρόσωποι τέτοιων ρευμάτων επιχείρησαν να ορίσουν την κοινωνική σχέση αποκλείοντας προγραμματικά την εχθρότητα, αν και η γενική εικόνα δείχνει ότι η επιτυχία τους ήταν μόνο μερική. Η εχθρότητα εξακολουθεί να εμφανίζεται σε πάρα πολλές κοινωνικοθεωρητικές και κοινωνικοψυχολογικές ανακατασκευές του φάσματος της κοινωνικής σχέσης ως ένας από τους πόλους του, και θα σχημάτιζε κανείς μια εντελώς εσφαλμένη για την ιστορία του πνεύματος εικόνα, αν ελάμβανε ως μέτρο αυτό που εδώ και μερικές δεκαετίες προσφέρεται στη Γερμανία και αποτελεί ένα δείγμα απαράμιλλης ηθικής και πολιτικής ορθότητας. Θα ξαναρχίσουμε με την τυπική κοινωνιολογία, η οποία από τις προϋποθέσεις της έπρεπε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και η επίδραση της οποίας ήταν βαθύτερη από όσο μας επιτρέπει να υποθέσουμε η επιρροή των «κλειστών» και των «ανοιχτών» θεωριών των συστημάτων.

Η Μαρξική αντίληψη για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση

Ενα σημαντικό βήμα πέρα από τον Feuerbach και προς την κατεύθυνση της θεμελίωσης μιας κοινωνικής οντολογίας κάνει ο Marx θέτοντας τον άνθρωπο και τη σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο πλαίσιο του κοινωνικού όλου, για να την κατανοήσει με αφετηρία την κοινωνία.

Ακριβώς με φόντο το κατάλληλα νοούμενο γεγονός της κοινωνίας δείχνει όμως ότι δεν επιτρέπεται να παγιώνεται ούτε η «κοινωνία» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στο «άτομο» ούτε το «άτομο» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στην «κοινωνία». Το άτομο είναι κοινωνικό ον, ακόμη και στις μοναχικές του δραστηριότητες αντλεί το υλικό του (π.χ. τη γλώσσα στην οποία σκέφτεται) από τη συνολική κοινωνική δραστηριότητα και υπό αυτήν την έννοια αντιπροσωπεύει το «σύνολο των κοινωνικών σχέσεων». Η αμοιβαία διαμεσολάβηση ατόμου και κοινωνίας γίνεται λοιπόν μέσα σε διαρκή κοινωνική δραστηριότητα και έτσι την πιο πάνω εξηγηθείσα σχέση ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων και την κοινωνικότητα του ανθρώπου μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως σχέση μεταξύ του κόσμου των αισθήσεων και της πρακτικής δραστηριότητας. Ακολουθεί όμως ένα δεύτερο, όχι λιγότερο σημαντικό βήμα. Η αδιαίρετη τριάδα κόσμος των αισθήσεων, κοινωνικότητα και δραστηριότητα, όπως τη βρίσκουμε συμπυκνωμένη στο γεγονός της κοινωνίας, μας επιτρέπει να σκεφθούμε με συνέπεια, σε στενή συνάρτηση μεταξύ τους, το είναι –στον κόσμο ή το είναι– στη φύση και το ανθρώπινο συνείναι. Ως αισθητός και ον των αισθήσεων ο άνθρωπος είναι φύση, ζει μέσα στη φύση και από τη φύση, καθώς –αφού ως αισθητό ον ζει κοινωνικά– οργανώνει συλλογικά τον αναπόφευκτο αγώνα κατά της φύσης, δηλαδή τον διεξάγει με τα μέσα δραστηριότητας του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινωνίας. Αυτός ο αγώνας, με άλλα λόγια η εργασία, έχει συστατική σημασία τόσο για το γεγονός του συνείναι γενικά όσο και για την εκάστοτε ιστορική μορφή του.

Εφόσον ο άνθρωπος δουλεύει τον αντικειμενικό κόσμο ως ον του γένους, δηλαδή με τον τρόπο που απαιτεί η ειδική του σύσταση σε αντιδιαστολή προς τα άλλα ζώα, το αντικείμενο της εργασίας του είναι μια «αντικειμενοποίηση της ζωής του ανθρώπινου γένους». Με τον αγώνα, στον αγώνα και ως αγώνας με τη φύση υπάρχει και συγκεκριμενοποιείται το ανθρώπινο συνείναι, όποια και αν είναι η έκβαση του αγώνα, αν δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να επιβληθεί σε μεγάλο ή μικρό βαθμό στη φύση: Ο καταμερισμός της εργασίας παραμένει ο σιδηρούς νόμος της κοινωνικής ύπαρξης και οργάνωσης.

Η ίδια η φύση διαμεσολαβείται σε αυτή τη διαδικασία κοινωνικά και κατ’ αυτά ο τρόπος τού συνείναι καθορίζει τις ακριβέστερες συνθήκες του είναι – στον κόσμο· ασφαλώς εξακολουθεί να υπάρχει πάντοτε μια εξωκοινωνική, «εξωτερική» φύση, οι νόμοι της οποίας ισχύουν πλήρως και για την κοινωνικά διαμεσολαβημένη· αυτή η διαπίστωση δεν έχει όμως κοινωνικοοντολογική σημασία, ενδιαφέρει μόνο στον βαθμό που θέλει κανείς να θεωρήσει τον άνθρωπο «ως ξεχωριστόν από την φύση».

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 01.04.2007

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Παπανικολαου at Π.Κονδυλης (Kondylis).