Η μετάφραση ως πολιτική

Φεβρουαρίου 6, 2012 § Σχολιάστε

του Κωστα Κουτσουρελη

Με τις ιδιότητες που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του –του μεταφραστή, του επιμελητή, του υπεύθυνου σειράς–, ο Κονδύλης από το 1970 έως τον θάνατό του πλούτισε συστηματικά την ελληνική βιβλιογραφία. Την υπογραφή του φέρουν συνολικά 73 τίτλοι έργων τυπωμένοι σε 92, συχνά ογκώδεις, τόμους. Κάποιοι από αυτούς θα δουν το φως της δημοσιότητας ακόμη και μετά τον δικό του θάνατο. Αρκετοί από αυτούς ανατυπώθηκαν επανειλημμένα. Μόνο η σειρά της ‘‘Φιλοσοφικής και Πολιτικής Βιβλιοθήκης’’ των εκδόσεων Γνώση φτάνει τους εξήντα παρά έναν τόμους. Δώδεκα παρά έναν τίτλους περιέχει η σειρά του ‘‘Νεώτερου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού’’ της Νεφέλης, δεκαέξι τόμοι είναι μόνο οι νεανικές μεταφράσεις του Κονδύλη για λογαριασμό των εκδόσεων Κάλβος και άλλοι πέντε εκείνοι που κυκλοφόρησαν από τη Στιγμή. Αν τώρα σ’ αυτούς προστεθούν τα δεκάδες βιβλία του ίδιου του Κονδύλη στις ελληνικές και γερμανικές τους εκδόσεις, καθώς και οι δύο φιλοσοφικές ανθολογίες που επιμελήθηκε στη Γερμανία, αποκτούμε την εικόνα μιας εκδοτικής, συγγραφικής και μεταφραστικής εργασίας εντυπωσιακής με όποιο μέτρο και αν κριθεί.

Η μεταφραστική συνεισφορά του Κονδύλη δεν περιορίζεται στα βιβλία που φέρουν την υπογραφή του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του γνωρίζουν ότι οι θεωρήσεις των μεταφράσεων που ανελάμβανε προσωπικά για τις σειρές των οποίων είχε τη διεύθυνση, ήταν εξαντλητικές, κυριολεκτικά γραμμή προς γραμμή. Εξίσου σημαντική ήταν η μετάφραση των δικών γερμανόγλωσσων έργων στην ελληνική. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η διαμόρφωση ενός κρίσιμου τμήματος της σύγχρονης φιλοσοφικής και επιστημονικής ορολογίας στη γλώσσα μας φέρει την υπογραφή του.

Παρά την έκτασή του, το μεταφραστικό και εκδοτικό έργο του Κονδύλη χαρακτηρίζεται από ορατή συνοχή. Ο Κονδύλης είναι μεταφραστής και εκδότης συστηματικός, προγραμματικός θα έλεγα, με την έννοια ότι τα βιβλία που επιμελείται εξυπηρετούν πάντοτε συγκεκριμένο μέλημα, εντάσσονται σε ορισμένο σκοπό. Παλαιότερα, μιλώντας για τον μεταφραστή Καζαντζάκη είχα αποπειραθεί τη διάκριση μεταξύ μεταφραστή επαγγελματία και μεταφραστή προγραμματικού. Θα μου επιτρέψετε να την επαναλάβω εδώ, γιατί νομίζω ότι ισχύει απολύτως και για τον Κονδύλη, τηρουμένων των αναλογιών. Επαγγελματίας μεταφραστής είναι όποιος δουλεύει κατά κανόνα με ανάθεση, την απασχόλησή του την εγγυάται η αγορά και ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Ακόμη και όταν ο ίδιος προτείνει τα βιβλία που μεταφράζει, ανυπέρθετο κίνητρό του είναι ο βιοπορισμός. Απεναντίας, ο προγραμματικός μεταφραστής, ακόμη και όταν προσδοκά αμοιβή για την δουλειά του, εργάζεται κατά βούληση, σκοπός του είναι να αποδώσει στη μητρική του γλώσσα έργα που ο ίδιος κρίνει κορυφαία και για τα οποία ενδιαφέρεται προσωπικά, είτε γιατί πιστεύει ότι συμπληρώνουν και ενισχύουν το δικό του πρωτότυπο έργο, αν είναι συγγραφέας, είτε επειδή θεωρεί ότι η μετάφρασή τους καλύπτει ένα κρίσιμο βιβλιογραφικό κενό της εθνικής του γραμματείας. Στην πρώτη υποπερίπτωση, του μεταφραστή που είναι συγχρόνως και συγγραφέας ο ίδιος και με τις μεταφράσεις του επιθυμεί να υπογραμμίσει εκλεκτικές συγγένειες και να ευχεράνει την δεξίωση του δικού του πρωτότυπου έργου, ανήκουν ασφαλώς οι μεταφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Έλιοτ του Σεφέρη ή ο Ελυάρ του Ελύτη, για παράδειγμα, καταλέγονται εδώ. Στην δεύτερη υποπερίπτωση ανήκει το μεταφραστικό έργο του Ιάκωβου Πολυλά αλλά και πολλών από τους μεταφραστές του μάχιμου δημοτικισμού, επτανησιώτη τε και αθηναίου. Ο Πολυλάς ως γνωστόν θεωρεί τις λογοτεχνικές μεταφράσεις έργα όχι «μηχανικά, αλλά καλλιτεχνικά και ικανά να συντελέσουν εις εξημέρωσιν και εξευγενισμόν της γλώσσης, και εις μόρφωσιν της καλαισθησίας, κυρίως όταν, εις την φιλολογικήν απορίαν του έθνους, σπανίζουν τα πρωτότυπα δημιουργήματα».

Τώρα είναι προφανές γιατί ο Κονδύλης είναι μεταφραστής προγραμματικός και με τις δύο αυτές έννοιες. Σημαντικό μέρος των μεταφράσεών του, και ιδίως εκείνες που συνοδεύει με εκτενή σχόλια, διευκρινίζουν, προεκτείνουν ή συμπληρώνουν το δικό του προσωπικό, θεωρητικό και ιστορικό έργο. Σ’ αυτές ανήκουν λ.χ. τα Έργα του Ν. Μακιαβέλλι (1971-72), όπου η σχεδόν διακοσιοσέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή αποτελεί στην ουσία το πρώτο μείζον θεωρητικό του κείμενο, προδρομικό σε πολλά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Εδώ ανήκουν ασφαλώς οι μεταφράσεις του από τον Μαρξ, της Διαφοράς της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, από τη μια, και της συλλογής κειμένων των πατέρων του ιστορικού υλισμού Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, από την άλλη. Επίσης, η Πολιτική θεολογία του Καρλ Σμιττ, που δίνει την ευκαιρία στον Κονδύλη να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Γερμανό στοχαστή, για την οποία έχουν τόσα και τόσα γραφτεί, συχνά δε με τρόπο συγκινητικά επιπόλαιο.

Στις μεταφράσεις αυτές, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες, πιο ιδιαίτερες, όπως λ.χ. τα τέσσερα τομίδια με αποφθέγματα των Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ και Ριβαρόλ που βγήκαν στη Γνώση. Εκεί, και ιδίως στα εισαγωγικά δοκίμια του μεταφραστή που τις συνοδεύουν, ανακαλύπτουμε έναν Κονδύλη ενίοτε απρόοπτο, πάει να πει εκφραστικά προσωπικότερο, που χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα του από τις γενικές κινήσεις των ιδεών, ξέρει να το προσηλώνει στις στιγμές του ιδίου βίου, με αφορμή πάντα τον αποφθεγματικό λόγο των άλλων. Ιδίως η Εισαγωγή του στον Παβέζε είναι κατά τη γνώμη μου κείμενο όχι βεβαίως εξομολογητικό, όπως ξέρουμε δεν αγαπούσε τον υποκειμενισμό, αλλά πάντως εμμέσως δηλωτικό και για τον ίδιο και τις δικές του βιοτικές επιλογές. Με μια κάποια ελευθερία θα μιλούσα για ένα κείμενο στραμμένο, διά της τεθλασμένης έστω, εις εαυτόν, με στωικό ενίοτε υπόβαθρο. Να προσθέσω ότι και τα αποφθέγματα που ο Κονδύλης έγραψε την ίδια πάνω κάτω περίοδο έχουν πιθανώς την αφετηρία της εμπνεύσεώς τους στα βιβλία αυτά, και προοιωνίζονται έναν συγγραφέα που αν το μέλλον ήταν ευμενέστερο, θα μας επιφύλασσε ίσως εκπλήξεις.

Προγραμματικός μεταφραστής είναι όμως ο Κονδύλης προπάντων με την άλλη έννοια, εκείνη της συστηματικής προσπάθειας να καλύψει με τις εκδοτικές του επιλογές κρίσιμα βιβλιογραφικά κενά της φιλοσοφικής μας γραμματείας. Και είναι αυτή η πλευρά του έργου του, που έχω πρωτίστως υπόψη μου όταν κάνω λόγο για την μετάφραση ως πολιτική.

Εξηγούμαι. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο δημόσιος λόγος περί μεταφράσεως συνήθως μένει εμπράγματα μετέωρος, αιωρείται στη σφαίρα ενός ευγενούς πλην επιπόλαιου ιδεαλισμού. Έτσι περισσεύουν οι αναφορές στη μετάφραση ως μέσο διαλόγου, τόπο διαπολιτισμικής επαφής, αλληλοκατανόησης, αμοιβαίας προσέγγισης κ.τ.τ.

Στην πράξη, η κατάσταση έχει βεβαίως αλλιώς. Ακόμη και στο εσωτερικό του Δυτικού κόσμου, η σχέση μεταξύ των επιμέρους γλωσσών, άρα και ο σχετισμός των γραμματειών τους και οι μεταφραστικές συναλλαγές μεταξύ τους, είναι ως επί το πλείστον ριζικά ανισοβαρείς, εξ αντικειμένου ανισότιμες. Προκειμένου για μια ήσσονος εμβέλειας γλώσσα, όπως η νέα ελληνική, η μετάφραση είναι βεβαίως οδός επικοινωνίας με την αλλοδαπή, ωστόσο δεν αποτελεί μυστικό ότι η οδός αυτή είναι μονοδρομημένη, χρησιμεύει σχεδόν αποκλειστικά ως πόρος εισαγωγής, σπανίως δε ως μέσο εξαγωγής αγαθών, εδώ γραπτών και κειμένων. Η ανισοτιμία αυτή δηλώνεται στατιστικά ήδη στο ποσοστό των μεταφραζόμενων κατ’ έτος βιβλίων στην ελληνική, που συχνά πλησιάζει ή αγγίζει το 50% του συνόλου των εκδιδόμενων τίτλων. Προς σύγκριση: το αντίστοιχο ποσοστό σε γλώσσες όπως η γερμανική ή η γαλλική κυμαίνεται γύρω στο 20% ενώ σε χώρες όπως η Βρεταννία ή οι ΗΠΑ τα μεταφραζόμενα βιβλία είναι μόλις το 4% ή το 2% του συνόλου αντίστοιχα. Αν προσθέσει κανείς το γεγονός ότι τα μεταφραζόμενα έργα στην ελληνική, κατά τα δύο τους τρίτα τουλάχιστον, προέρχονται από τα αγγλικά, αποκτά εικόνα της ριζικής ανισοτιμίας για την οποία μιλήσαμε. Ως γνωστόν, της εξάρτησης από την αγγλική είχε προηγηθεί κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι το 1950 περίπου η εξάρτηση της ελληνικής βιβλιαγοράς από την γαλλική γλώσσα.

Προφανώς το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Μαζί με τον όγκο του ξενόγλωσσου υλικού, μια χώρα όπως η νεώτερη Ελλάδα εισάγει επίσης μαζικώς και ανεξέλεγκτα, θέματα και μοτίβα, έννοιες και όρους, μεθόδους και τρόπους του σκέπτεσθαι. Και καθώς δεν διαθέτει αυτοφυή δική της σύγχρονη φιλοσοφική παράδοση ικανή να φιλτράρει τις εισροές, η ποσοτική πλημμυρίδα εύκολα μεταπίπτει σε παθητική κατανάλωση θεωριών και ιδεολογημάτων του συρμού, αν όχι στον χύδην πιθηκισμό. Η πρόσκαιρη και ενθουσιώδης υποδοχή τρίτης και τέταρτης ποιότητας φιλοσοφημάτων από τους ημεδαπούς διανοουμένους είναι ασθένεια περίπου ενδημική. Αρκεί να αναλογιστούμε λ.χ. τις ιδεολογικές μόδες της μεταπολίτευσης και την προβολή ορισμένων από τους κατ’ επάγγελμα εισαγωγείς τους. Ως ιστορικός των ιδεών ο Κονδύλης είχε επισημάνει το φαινόμενο στο παράδειγμα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο ομότιτλο βιβλίο του είχε δείξει ότι οι φιλοσοφικές ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού μετακενώθηκαν στην Ελλάδα ατελώς, αβαθώς και αποσπασματικά, και ότι οι εγχώριοι οπαδοί τους δεν κατόρθωσαν να συνεισφέρουν κάτι ουσιώδες στην ανάπτυξή τους.

Το ότι επί δυόμισι αιώνες, η χώρα δεν διέθετε μεταφρασμένο στη γλώσσα της το Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ φέρ’ ειπείν, έως το 1994 δηλαδή όταν ο Κονδύλης το μετέφρασε από κοινού με τον Κωστή Παπαγιώργη για τη ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, δείχνει πολλά για τις προτεραιότητες και τις προτιμήσεις αλλά και για το χαμηλό επίπεδο των φιλοσοφικών αναγκών μας. Η κραυγαλέα απουσία από την ελληνική βιβλιαγορά τόσων και τόσων έργων σταθμών της δυτικής σκέψης, την οποία επισημαίνει και πάλι ο Κονδύλης δηκτικά, και η απρόοπτη διάδοση και επιτυχία κάποιων άλλων, αμφίβολης ποιότητας, φωτίζει με τη σειρά της από άλλη οπτική γωνία το πρόβλημα.

Μολονότι ο πειρασμός είναι μεγάλος, δεν θα επιχειρήσω να εφαρμόσω την κονδυλική έννοια της ισχύος στα μεταφραστικά μας πράγματα. Ούτε θα σταθώ στη φαιδρή –το λιγότερο– απόπειρα βαρύγδουπων κρατικών οργανισμών όπως το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου να αντισταθμίσουν το έλλειμμα με τη συμμετοχή σε φαντασμαγορικές Διεθνείς Εκθέσεις και επαρχιώτικα πανηγύρια. Θυμηθείτε εδώ τα 10.000.000 ευρώ που καταδαπανήθηκαν το 2001 για την Έκθεση της Φρανκφούρτης, και το πόσο έπιασαν τόπο. Μου αρκεί προσώρας η έννοια της καχεξίας του αστικού στοιχείου στην Ελλάδα, που ο Κονδύλης επεξεργάστηκε, απότοκο της οποίας είναι η χρόνια εθνική μας υστέρηση και στο πεδίο της ανάπτυξης και της διαπάλης των ιδεών. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο νεοελληνικός πνευματικός παρασιτισμός είναι κομμάτι αναπόσπαστο του μείζονος οικονομικού και πολιτικού μας παρασιτισμού, που στην πιο απτή του μορφή σήμερα αντικατοπτρίζεται στον τερατώδη όγκο του εξωτερικού μας χρέους.

Ως προγραμματικός μεταφραστής ο Κονδύλης μας υπέδειξε έναν άλλο δρόμο. Με τα βιβλία και τους συγγραφείς που εξελλήνισε πρώτα απ’ όλα. Αλλά και με την ανεξάρτητη και κριτική στάση του απέναντί τους. Γιατί δεν είναι μόνο τα μείζονα έργα του Χομπς, του Λοκ, του Μάνχαϊμ, του Ελίας, του Ραιυμόν Αρόν και τόσων άλλων που με τη δική του μεσολάβηση γνωρίσαμε. Ίση σημασία έχει να σταθούμε στην εξομολόγησή του ότι εξέδωσε ενίοτε και συγγραφείς που ο ίδιος τους θεωρούσε μάλλον ελαφρούς αλλά αντικειμενικά διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις. Τέτοιος συγγραφέας ήταν για τον Κονδύλη μετά πάσης βεβαιότητος ο Ντερριντά, πιθανότατα και ο Λυοτάρ, ενώ γνωστή είναι η γνώμη του για τον Χάιντεγγερ. Η ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, θυμίζω, φιλοξενεί έργα και των τριών.

Όπως είχα την ευκαιρία να υποστηρίξω και αλλού, μια τέτοια στάση, ανοιχτή αλλά συγχρόνως και κριτικά αδέσμευτη, προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία και πνεύμα απαλλαγμένο από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξού και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, όχι όμως προσπερνώντας ή αποσιωπώντας τις ιδέες τους αλλά προβάλλοντας και συζητώντας τες ευθαρσώς.

Αυτή τη στάση και αυτή την ανεξαρτησία έχω κατά νου επομένως όταν σας μιλώ για μια ‘‘πολιτική της μετάφρασης’’ που προκύπτει από το παράδειγμα του Κονδύλη. Και μια τέτοια στάση θα φανταζόμουν ως βάση μιας θεσμικής παρέμβασης στα μεταφραστικά μας πράγματα, αν αυτή ποτέ θεωρηθεί αναγκαία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό. Παρά τα πρωτοφανή ποσά που επενδύθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής, συχνά μάλιστα στο όνομα της φιλαναγνωσίας, η χώρα ώς σήμερα εξακολουθεί να μη διαθέτει σύγχρονη Εθνική Βιβλιοθήκη και βιβλιογραφική υπηρεσία. Εξακολουθεί να μη διαθέτει ικανές τον αριθμό σχολικές, δημοτικές και δανειστικές βιβλιοθήκες, και όσες τυχόν υπάρχουν διατρέχουν τον κίνδυνο να κλείσουν. Εξακολουθεί να μη διαθέτει επιστημονικές εκδόσεις των κρίσιμων κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας και αξιόπιστες μεταφράσεις τους στις πλέον διαδεδομένες ξένες γλώσσες, κ.ο.κ. Με αυτή την έννοια, η αισιοδοξία για τα μεταφραστικά μας πράγματα μού φαίνεται τουλάχιστον πρόωρη.

ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση oμιλίας που εκφωνήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, 21 Νοεμβρίου 2011.

Δύο αναγνώσεις του Θουκυδίδη

Ιανουαρίου 7, 2012 § 10 Σχόλια

Ο Κ. Κουτσουρελης αντιπαραβαλλει (2006) τις αποψεις των Κ. Παπαϊωαννου και Π. Κονδύλη για το Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, το γνωστό επεισόδιο του Πελοποννησιακού Πολέμου:

Αποσπάσματα

«[…] ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ σελίδες του Θουκυδίδη που προσφέρονται ιδιαίτερα για να μετρήσουμε την απόσταση που χωρίζει τους δύο στοχαστές. Πρόκειται για τον περίφημο Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, τον οποίο σχολιάζουν αμφότεροι: ο μεν Κώστας Παπαϊωάννου στο βιβλίο του Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, που πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γαλλία το 1972, ο δε Παναγιώτης Κονδύλης στον πρόλογο της ανθολογίας Ο φιλόσοφος και η ισχύς, την οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε στην Γερμανία είκοσι χρόνια αργότερα, το 1992.

Στα μάτια του Παπαϊωάννου, ο διάλογος αυτός είναι «η τελευταία αισχύλεια τραγωδία που μας κληροδότησε η κλασική εποχή» και μας παρέχει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε «σε ποιο βαθμό μηδενισμού είχε φτάσει η δίψα των Αθηναίων για την απόκτηση ισχύος». Ο «στυγνός ρεαλισμός» που κηρύσσουν οι Αθηναίοι και ο οποίος δεν γνωρίζει άλλη οδό παρά την άνευ όρων υποταγή των Μηλίων ή την ανελεή εξολόθρευσή τους, είναι για τον Παπαϊώαννου σημείο δηλωτικό της κατάρρευσης των κλασσικών αθηναϊκών ιδεωδών της εποχής του Σόλωνα και του Αισχύλου.

Το έστι δίκης οφθαλμός, η κλασσική ελληνική αντίληψη που έβλεπε την ανθρώπινη δικαιοσύνη ως κομμάτι αναπόσπαστο της ευρύτερης κοσμικής τάξης, καταρρέει την στιγμή κατά την οποία οι Αθηναίοι πρέσβεις διεκδικούν για λογαριασμό τους την εύνοια των θεών, και διακηρύσσουν ότι ο θείος νόμος ταυτίζεται με τον φυσικό νόμο της επικράτησης του ισχυρού επί του ασθενέστερου. Τη στιγμή αυτή, την έννοια του κλασσικού μέτρου, του εξανθρωπισμένου κόσμου της τραγωδίας, διαδέχεται η παλινδρόμηση στον κόσμο της φυσικής βίας. Για τον Παπαϊωάννου, η άλωση της νησιωτικής πολιτείας και ο επακόλουθος παραδειγματικός εξανδραποδισμός των υπερασπιστών της συνιστά «θρίαμβο της ύβρεως». Η μετέπειτα παράδοση του αθηναϊκού δήμου στον λαϊκιστικό τυχοδιωκτισμό ενός Αλκιβιάδη, η σικελική καταστροφή και η τελική ήττα της πόλης δεν είναι παρά «η τιμωρία που θα έλθει με την αμείλικτη σκληρότητα του τιμωρού πεπρωμένου».

Η ερμηνεία του Κονδύλη δεν θα μπορούσε να είναι διαμετρικότερα αντίθετη. Αν για τον Παπαϊωάννου «ο πόλεμος φέρνει στην επιφάνεια τους παλιούς δαίμονες της ύβρεως και της παραφροσύνης που ο πολιτισμός καλύπτει με έναν λεπτό υμένα», για τον Κονδύλη ο πόλεμος, και ο Θουκυδίδης ως εξηγητής της παθολογίας του, φέρνει στην επιφάνεια την πραγματική και βαθύτερη φύση των ανθρώπων, αποκαλύπτει «τι κινεί εκείνους και την ιστορία». Με τις ομιλίες των Αθηναίων κηρύκων «καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε», «τα ιερά δεσμά της ηθικής και της θρησκείας καταρρακώνονται αιφνίδια». Όμως αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι πρόκειται για τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι για γεννήματα της φύσης.

«Το αληθινό πρόσωπο της φύσης», σημειώνει ο Κονδύλης, «είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν», «η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου». Η επίκληση της δικαιοσύνης, στην οποία προσφεύγουν οι Μήλιοι είναι ένα μοιραίο σφάλμα, η πίστη τους «στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες ελπίδες» και τους «ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως», συμπληρώνει ο Κονδύλης, «η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντάς την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου».

Οι δύο αυτές αντίμαχες αναγνώσεις του Θουκυδίδη αντιπροσωπεύουν με μεγάλη ακρίβεια τις διεθνώς κρατούσες σήμερα ερμηνείες του Αθηναίου ιστορικού, και για τον λόγο αυτό παραμένουν στο ακέραιο επίκαιρες. Η πρώτη από αυτές, που αντιστοιχεί στη γνώμη του Κονδύλη, πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης δίνει δίκαιο στους Αθηναίους και άδικο στους Μηλίους για την στάση τους στη μεταξύ τους διένεξη. Η έκβαση της εκστρατείας, η κυρίευση του νησιού, το αποδεικνύει εν τοις πράγμασι. Επιπλέον, οι Αθηναίοι έχουν δίκιο και για έναν άλλο, ακόμη κρισιμότερο λόγο. Στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαράθεσής τους με τους Λακεδαιμόνιους, οποιαδήποτε ταλάντευσή τους στο ζήτημα της Μήλου, θα ερμηνευόταν ως έλλειψη αποφασιστικότητας και αδυναμία. Αυτή πάλι με τη σειρά της θα ενθάρρυνε την αποσκίρτηση και άλλων δυσαρεστημένων συμμάχων των Αθηνών, και θα οδηγούσε στην τελική κατάρρευση της Αθηναϊκής συμμαχίας έναντι των αντιπάλων της. Οι Αθηναίοι, συνεπώς, δεν επέλεξαν ελαφρά τη καρδία την ολοκληρωτική εξόντωση των αδύναμων νησιωτών, ήταν οι ζωτικές ανάγκες του πόλεμου, εν ολίγοις η δική τους επιβίωση, που τους την επέβαλαν.

Αντιρρητική προς αυτήν την γνώμη, η άλλη κύρια ερμηνεία του διαλόγου, εντάσσει τα γεγονότα της Μήλου στο ευρύτερο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Έτσι τονίζει ότι ο Θουκυδίδης ξεκινά την εξιστόρηση της Σικελικής Εκστρατείας αμέσως μετά από την έκβαση εκείνης κατά της Μήλου. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να υπογραμμίσει παραστατικότερα την από μέρους των Αθηναίων αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους, που στην περίπτωση των Σικελικών θα τους οδηγήσει στον όλεθρο και, αργότερα, στην οριστική ήττα και την ιστορική δύση της ηγεμονίας τους. Αυτή η αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους είναι εν προκειμένω ό,τι ο Παπαϊωάννου ονόμαζε «θρίαμβο της ύβρεως» […]»

ΠΗΓΗ: ιστολόγιο Κ. Κουτσουρέλη, όπου και βιβλιογραφική αναφορά

Από το κοινωνικό συμβόλαιο στη δίαιτα εξυγιάνσεως

Μαρτίου 14, 2011 § Σχολιάστε

του Κ. Κουτσουρελη

Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε προβλέψει την ελληνική κρίση από το 1992 και την πτώση του παρασιτικού-καταναλωτικού μοντέλου.

Την ελληνική κρίση αρκετοί την είχαν προϊδεαστεί. Οχι λίγοι είχαν περιγράψει μάλιστα, από νωρίς και με ακρίβεια, ορισμένα από τα συμπτώματά της, καθώς αυτά πλήθαιναν στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Από την «Ελλαδογραφία» του Νίκου Γκάτσου (1976) ώς το «Finis Graeciae» του Χρήστου Γιανναρά (1987), και από τον «Γλωσσικό αφελληνισμό» του Γιάννη Καλιόρη (1984) ώς τους «Κωλοέλληνες» του Διονύση Σαββόπουλου (1989) -αναφέρω εδώ επίτηδες έργα εντελώς ετερόκλητα-, οι διαγνώσεις που προτάθηκαν συνέκλιναν. Στρεβλός εκσυγχρονισμός, νόθος εξαστισμός και περιβαλλοντική υποβάθμιση, παραγωγική αποδιάρθρωση και δανειοδίαιτη ευμάρεια, αισθητικός εκχυδαϊσμός και παρακμή της παιδείας, λαϊκισμός, αναξιοκρατία, κομματισμός, διαφθορά: στα βασικά λίγο-πολύ όλοι συμφωνούν.

Παρά ταύτα, στην πλειονότητά τους οι διαγνώσεις αυτές έμειναν μερικές, αποσπασματικές. Και αυτό διότι η περιγραφή ενός αρνητικού φαινομένου από μόνη της δεν επαρκεί. Δύο ακόμη στοιχεία απαιτούνται για να της προσδώσουν πληρότητα. Το πρώτο είναι η εύστοχη απόδοση του φαινομένου, εν προκειμένω η υπόδειξη των παραγόντων που οδήγησαν ώς αυτό. Το δεύτερο, η ασφαλής μεσομακροπρόθεσμη πρόβλεψη για την εξέλιξή του. Με την έννοια αυτή, την πληρέστερη ερμηνεία και περιγραφή της ελληνικής κρίσης την οφείλουμε στον Παναγιώτη Κονδύλη.

Ο Κονδύλης καταπιάστηκε με το ελληνικό πρόβλημα μόνο σποράδην, σε μια σειρά από κείμενά του δημοσιευμένα ως εισαγωγές ή επίμετρα στις ελληνικές εκδόσεις των βιβλίων του από το 1991 ώς το 1998. Ομως η συνοχή των παρατηρήσεών του είναι τέτοια που έχει κανείς την εντύπωση ότι βρίσκεται εμπρός σε έργο συστηματικό. Στον πυρήνα του προβλήματος, ο Κονδύλης εντοπίζει ό,τι αποκαλεί «καχεξία του αστικού στοιχείου». Η χαλαρή κοινωνική συνομάδωση που ονομάστηκε ελληνική αστική τάξη, δεν κατόρθωσε ποτέ «να δημιουργήσει γηγενή και αυτοτελή αστικό πολιτισμό». Χώρα με ασήμαντη θέση στον διεθνή καταμερισμό της υλικής και πνευματικής εργασίας, και επιπλέον υποπαραγωγική και χρονίως εξαρτημένη από την ξένη προστασία, η Ελλάδα ήταν επόμενο να διολισθήσει στον παρασιτισμό. Ακόμη και η νεοελληνική ιδεολογία, ο τρόπος δηλαδή που κατανοούμε τον εαυτό μας, είναι εν μέρει προϊόν εισαγωγής.

Το ότι ο παράσιτος μπόρεσε επί τόσες δεκαετίες να είναι συγχρόνως και υπερκαταναλωτής, ο Κονδύλης το εξηγεί επικαλούμενος την ιστορική συγκυρία. Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, οργανισμοί όπως η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιούργησαν για τις χώρες της Δύσης ένα θεσμικό και οικονομικό θερμοκήπιο εντός του οποίου η Ελλάδα κατέλαβε οιονεί θέση πτωχού πλην ομοτράπεζου συγγενούς. Η εξωτερική βοήθεια από την εποχή του σχεδίου Μάρσαλ έως εκείνη των ποικιλώνυμων κοινοτικών «πακέτων» συνιστούσε κατά κάποιο τρόπο το υλικό αντίτιμο της γεωπολιτικής της νομιμοφροσύνης. Μόνο που τα τεράστια αυτά ποσά σπανίως διατέθηκαν προς όφελος δραστηριοτήτων πράγματι παραγωγικών, αλλά το συνηθέστερο διέρρευσαν απευθείας στην ιδιωτική κατανάλωση. Το ίδιο συνέβη με τον ιλιγγιώδη εξωτερικό δανεισμό της χώρας. Το σύνολο σχεδόν της ελληνικής «ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών προέρχεται από την κατανάλωση, άρα από την αγοραία κατασπατάληση των ξένων μεταβιβάσεων και δανείων.

Σε οξεία αντίθεση προς όσους τείνουν να επιρρίπτουν την ευθύνη σε μία μόνο κοινωνική μερίδα (τους πολιτικούς, το κράτος, την «πλουτοκρατία», τη δημοσιοϋπαλληλία, τους ελεύθερους επαγγελματίες κ.ο.κ.), ο Κονδύλης μιλάει ευθέως για ένα «επαίσχυντο κοινωνικό συμβόλαιο». Η νοοτροπία του παρασιτικού καταναλωτισμού, γράφει, αφορά τη «συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων». Δεν έχουμε να κάνουμε με «έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα που παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του, συχνότατα και τα περιττώματά του». Με τα δύο τρίτα των προϋπολογισμών του κράτους να κατευθύνονται επί δεκαετίες ολόκληρες σε μισθούς, συντάξεις και αγροτικές επιδοτήσεις, και με ένα επιπλέον 20% να διατίθεται για τοκοχρεολύσια, άρα εν πολλοίς για τον ίδιο σκοπό, η εκτίμηση αυτή του Κονδύλη είναι αμάχητη. Το παράδοξο της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ο παρασιτικός καταναλωτισμός μας ήταν οργανωμένος δημοκρατικά, η διανομή του ξένου χρήματος γινόταν με πνεύμα γνήσιας κοινωνικής δικαιοσύνης…

Ο Παναγιώτης Κονδύλης εκδήμησε το 1998, μια δεκαετία δηλαδή πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Ηδη όμως το 1992 διέβλεπε δύο πιθανές εξελίξεις. Η νέα συγκυρία μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, πίστευε, θα υποβάθμιζε τον ρόλο της Ελλάδας στους κόλπους της Δύσης. Αυτό θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα τους εταίρους μας, αφενός μεν, στην άρνηση «να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω τον ελληνικό παρασιτικό καταναλωτισμό, επιβάλλοντας στην ελληνική οικονομία αυστηρή δίαιτα εξυγιάνσεως και επαναφέροντας το ελληνικό βιοτικό επίπεδο στο ύψος που επιτρέπουν οι δυνατότητές της». Αφετέρου δε, στην απόφαση να αγνοήσουν «ό,τι οι Ελληνες θεωρούν ως εθνικά τους δίκαια, υιοθετώντας στα αντίστοιχα ζητήματα είτε τη θέση των αντιπάλων της Ελλάδας είτε εν πάση περιπτώσει θέση σύμφωνη με τα δικά τους περιφερειακά συμφέροντα».

Με το Μνημόνιο της 8ης Μαΐου 2010, το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης, η έξωθεν επιβεβλημένη «αυστηρή δίαιτα», επιβεβαιώθηκε πλήρως. Το μέλλον θα δείξει αν το ίδιο θα ισχύσει και για την πορεία των εθνικών ζητημάτων.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 13.3.2011 (μέσω www.democracycrisis)

Η σκληρότητά του ήταν φωτεινή και ανθρώπινη

Νοέμβριος 25, 2008 § Σχολιάστε

του Κωστα Κουτσουρελη

«Το βιβλίο αυτό είναι ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ενας συγγραφέας ξεκινάει να τα βάλει με τη Δύση και στο πέρασμά του δεν αφήνει λίθο επί λίθου». Μ’ αυτές τις φράσεις υποδεχόταν στα 1984 η εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Ρουντσάου» το «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη.

Το «Ισχύς και Απόφαση» είναι πράγματι ένα βιβλίο ριζοτομικό, ριζοσπαστικό – με την αρχική σημασία αυτής της λέξης, που από την πολυχρησία έχει καταντήσει σήμερα ανυπόληπτη. «Μικρό σε έκταση, αλλά μεγάλο σε περιεχόμενο», όπως το αποκάλεσε ένας άλλος Γερμανός κριτικός, είναι το νοερό κέντρο γύρω από το οποίο δορυφορεί όλη η κονδύλεια σκέψη, ένα κατόρθωμα καθολικής εποπτείας της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών και ακόμη ένα τόλμημα αβυσσαλέας φιλοδοξίας. Ο σχηματισμός και η αποκρυστάλλωση των κοσμοεικόνων και των ιδεολογιών· η χρήση και η χρησιμότητα των δεοντικών επιταγών και της κανονιστικής σκέψης· οι διαρκείς μεταμφιέσεις του ορμέμφυτου της αυτοσυντήρησης κάτω από την προσωπίδα των υψηλών ιδεών· η αποκαθήλωση του ίδιου του «Πνεύματος» ως μηχανισμού μετάφρασης των γυμνών αξιώσεων της ισχύος στην άυλη γλώσσα των συμβόλων και των εννοιών: αυτά είναι, με δυο λόγια, τα θέματά του.

Αθήνα – Χαϊδελβέργη

Οταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Παναγιώτης Κονδύλης εγκαταλείπει την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στη Γερμανία, είναι ήδη κάτι περισσότερο από ένας νέος αξιοπρόσεκτος συγγραφέας. Φοιτητής ακόμη στην Αθήνα είχε στρατευθεί στην υπόθεση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γρήγορα όμως θα της στρέψει την πλάτη, χωρίς διόλου να αποπειραθεί να την αντικαταστήσει με ένα άλλο ιδεολόγημα. «Οταν έκοψα τα ναρκωτικά, το έκανα οριστικά», θα πει πολλά χρόνια αργότερα. Παρ’ όλ’ αυτά, η στράτευση και ο αγώνας, ως υπαρξιακά βιώματα, θα σταθούν καθοριστικά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Ο αναγνώστης μπορεί να το διαισθανθεί στον δριμύ πολεμικό, τον σχεδόν εριστικό τόνο των κειμένων του. Αλλά και στις βασικές φιλοσοφικές του θέσεις. Οι ιδέες είναι όπλα, θα γράψει, όλη η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική.

Το διάστημα 1970 – 1978 θα παρουσιάσει μια μεγάλη σειρά μεταφράσεων από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Δεκαέξι συνολικά τόμοι με κείμενα συγγραφέων όπως ο Μαξ Χορκχάιμερ, ο Αρνολντ Χάουζερ, ο Ερνστ Κασσίρερ, ο Νικολό Μακιαβέλλι. Εκείνη η δίτομη έκδοση των «Εργων» του Φλωρεντινού περιλαμβάνει και το πρώτο σημαντικό δημοσίευμα του νεαρού Κονδύλη (1971 – 72), ένα εισαγωγικό δοκίμιο διακοσίων σχεδόν σελίδων.

Το 1977 υποστηρίζει στη Χαϊδελβέργη τη διατριβή του επί διδακτορία. Θέμα της η «Γένεση της διαλεκτικής» στο πρώιμο έργο των Χαίλντερλιν, Χέγκελ και Σέλλινγκ. Από τη διατριβή αυτή θα προκύψουν τα δύο πρώτα ογκώδη βιβλία του Κονδύλη. Ο ομότιτλος τόμος (1979) και ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» (1981). Αυτός ο δεύτερος θα χαρακτηριστεί έργο μνημειώδες και παραμένει ώς σήμερα το βασικό έργο αναφοράς για τον Διαφωτισμό στη γερμανόφωνη βιβλιογραφία. Τα βιβλία που θα ακολουθήσουν για την «Κριτική της Μεταφυσικής» (1983), τον «Συντηρητισμό» (1986), την «Θεωρία του Πολέμου» (1988), την «Παρακμή του αστικού τρόπου ζωής» (1991) θα συμπληρώσουν την εικόνα του Κονδύλη ως συστηματικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών. Κάποια από αυτά θα πυροδοτήσουν εκτεταμένες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

Συγγραφέας με ύφος

Ο Κονδύλης υπήρξε συγγραφέας με όλη τη σημασία της λέξης. Αγαπούσε την πυκνή διατύπωση, τις σχοινοτενείς παραγράφους που καλύπτουν σελίδες ολόκληρες, τον υποτακτικό λόγο με τις πυραμιδωτές δευτερεύουσες προτάσεις – αλλά και τους κοφτούς αφορισμούς, και τις δραματικές κορυφώσεις. Ο αγώνας του ήταν πάντα με το λίπος των λέξεων. Εβρισκε στη σύνταξη της γερμανικής γλώσσας κάτι από την ευπλασία της θουκυδίδειας διατύπωσης.

Γενικά, τα πρότυπά του ήταν κλασικά, αρχαία ελληνικά. Απεχθανόταν σφόδρα τα «κινέζικα» της μετανεωτερίζουσας θεωρητικολογίας, αυτό το επιστημονίζον ζαργκόν που απεδαφίζει τη σκέψη από τα πράγματα.

Παρά ταύτα, το γράψιμό του δεν είναι εύκολο. Ο απίστευτος όγκος του υλικού που διεξέρχεται, απαιτεί από τον αναγνώστη διαρκή εγρήγορση και πειθαρχία. Προσιτότερα είναι τα μικρότερά του δοκίμια, εκείνα που έγραψε προλογίζοντας έργα του Λίχτενμπεργκ ή του Τσέζαρε Παβέζε λ.χ., και που με τον προσωπικό τους τόνο κάποτε ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Οι συνεντεύξεις του που συγκεντρώθηκαν στο «Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης» (1998) είναι για τον αμύητο που ενδιαφέρεται να τον προσεγγίσει, η καταλληλότερη ίσως εισαγωγή στη σκέψη του. Η πρόσφορά του στα εκδοτικά μας πράγματα υπήρξε ανυπολόγιστη. Τα βιβλία που μετέφρασε, επιμελήθηκε και εξέδωσε πλησιάζουν τα ενενήντα. Με τον Κονδύλη η ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία εγκαταλείπει τον χώρο του τυχαίου και του σπασμωδικού και περνάει στην περιοχή του προγράμματος. Ακόμη και αν ο Κονδύλης δεν είχε γράψει λέξη δική του, το ογκώδες αυτό μεταφραστικό έργο θα αρκούσε για να συντηρήσει το όνομά του στην ιστορία των ελληνικών Γραμμάτων.

Με το πανεπιστήμιο, ελληνικό και γερμανικό, δεν τα πήγε ποτέ καλά. Αρκετά βιβλία του έφτασαν να γίνουν φοιτητικά εγχειρίδια, ο ίδιος όμως στο τέλος της ζωής του θεωρούσε προσβολή την προσφώνηση «κ. καθηγητά», που από παραδρομή κάποτε του απηύθυναν. Είναι αλήθεια ότι στο ξεκίνημά του δοκίμασε πράγματι να περπατήσει αυτή την οδό. Την απόρριψη που συνάντησε τότε, δεν τη λησμόνησε ποτέ. Κι όταν αργότερα, γερμανικά και ελληνικά πανεπιστήμια του άνοιγαν τιμητικά τις πόρτες, αυτός προτίμησε επιδεικτικά να μην τις δρασκελίσει. Ωστόσο, οι –από Γερμανίας– διακρίσεις δεν του έλειψαν. Ανάμεσα στ’ άλλα, του απονεμήθηκαν το Μετάλλιο Γκαίτε και το Βραβείο Χούμπολντ.

Η οχληρή σκέψη

Ο Κονδύλης γεννήθηκε το 1943 στην Αρχαία Ολυμπία. Πέθανε πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο των Αθηνών. Σε μια εγχείρηση, όπως την είπαν, ρουτίνας, θύμα ίσως ιατρικού λάθους. Αφησε ημιτελές το έργο που ο ίδιος έβλεπε ως έργο ζωής, μια τρίτομη Κοινωνική Οντολογία.

«Με τον θάνατο του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη», θα τον νεκρολογήσει ο Γκούσταφ Ζάιμπτ, «η Γερμανία χάνει έναν από τους σημαντικότερους κληρονόμους και διαδόχους της πνευματικής της παράδοσης. Μόνο με αυτό το παράδοξο μπορεί να ειπωθεί η σημασία αυτού του θανάτου». Και θα καταλήξει: «Ο Κονδύλης υπήρξε συνεχιστής της γερμανικής παράδοσης της δύστροπης, οχληρής σκέψης. Τη στάση του αυτή την υποβάσταζε πάντα μια σπάνια πνευματική ελευθερία και μια σχεδόν αδιόρατη ευαισθησία: ο Κονδύλης δεν μπορούσε τα συνθήματα, την ωραιολογία, τον ναρκισσισμό. Ομως και η σκληρότητά του ήταν μεσογειακή, φωτεινή και ανθρώπινη. Ο ακαταπόνητος πέθανε, προτού ολοκληρώσει το ογκωδέστερο έργο του. Το καλοκαίρι λογάριαζε να το περάσει στην Ελλάδα».

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Με τα διεθνοπολιτικά του γραπτά της δεκαετίας του ’90, την επαύριο της αμερικανικής νίκης στον Ψυχρό Πόλεμο, ο Κονδύλης θα στρέψει το ερμηνευτικό του βλέμμα σ’ ένα πεδίο καινούργιο γι’ αυτόν, την πλανητική συγχρονία και επικαιρότητα. Μόνο που αντί για τις δυτικές θριαμβολογίες περί του «τέλους της ιστορίας» και των συγκρούσεών της, που ήταν τότε του συρμού, εκείνος θα μιλήσει για τη νέα, ανεξέλεγκτη επίτασή τους. Στις διακηρύξεις περί οικουμενικής κατίσχυσης των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δεν θα δει παρά τα κενόλογα και ιδιοτελή ρητορεύματα της μόνης πλέον Υπερδύναμης, που κανείς δεν μπορεί να πάρει στην ονομαστική τους αξία. Και στις πομφόλυγες για την «τελειωτική επικράτηση» του δυτικού φιλελευθερισμού, θα αντιτάξει την πρόβλεψη της επικείμενης κατάρρευσής του, υπό το βάρος της σπάνεως των αγαθών και των οξυμένων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών εντάσεων. Τα κείμενά του για τη σύγχρονη Ελλάδα, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία, λοιδορήθηκαν και διαστρεβλώθηκαν συχνά σε βαθμό πρωτόγνωρο. Παραμένουν ωστόσο μνημεία ατομικής εμβρίθειας και συλλογικής αυτογνωσίας.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 20.07.2008

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Κουτσουρέλης at Π.Κονδυλης (Kondylis).