Η θεωρία του αντάρτη: Σχόλια στον Π.Κονδύλη

Οκτώβριος 17, 2010 § 3 Σχόλια

του Σπυρου Κουτρουλη

Η θεωρία του αντάρτη – του ανταρτοπολέμου – απασχόλησε τον C.Schmitt […], τον Π.Κονδύλη […] και τον R.Taber […] Τα κείμενα [των Schmitt και Taber] απηχούν το πνεύμα των δεκαετιών 50- 60, όπου ο ανταρτοπόλεμος έδειχνε να είναι η ακαταμάχητη τακτική πολέμου για τα ασθενέστερα έθνη και τους αποικιοκρατούμενους λαούς, πράγμα που αναθεωρείται στο έργο του Π.Κονδύλη υπό το βάρος των εξελίξεων στην τεχνολογία και στην γεωγραφική συγκέντρωση του πληθυσμού […]

Όπως σε πολλά άλλα έργα του Π.Κονδύλη, έτσι και στην «Θεωρία του Πολέμου», διεξάγεται ένας ανομολόγητος διάλογος ανάμεσα σ’αυτόν και τον C.Schmitt. Όποιος μελετά σε βάθος το έργο των δύο στοχαστών, διαπιστώνει ότι πολλές από τις σκέψεις του Π.Κονδύλη προκύπτουν από την αντιπαράθεσή του με το έργο του C.Schmitt.

Ο Π.Κονδύλης συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα αντιλήψεων ανάμεσα στους Μαρξ – Ένγκελς και τον Μάο για τα θέματα του ανταρτοπολέμου. Υποστηρίζει ότι οι κλασσικοί του μαρξισμού «βλέπουν το φαινόμενο του ανταρτοπελέμου λίγο-πολύ στην ίδια προοπτική όπως ένας άλλος θαυμαστής της ναπολεόντειας πολεμικής τέχνης, δηλαδή ο Clausewitz. Διαπιστώνουν κυρίως τη σημασία του ως στρατιωτικού επικουρικού μέσου σε εθνικές εξεγέρσεις, μέσου εξαρτημένου από τη συμπράξη με τον τακτικό στρατό. Στο σημείο αυτό δεν θα έπρεπε να μας ξεγελά το γεγονός ότι μιλούν για «παλλαϊκό πόλεμο – τον όρο άλλωστε χρησιμοποιεί και ο Clausewitz, αν και δίχως τις επαναστατικές του συμπαραδηλώσεις ». Ο Ένγκελς, κατά τον Π.Κονδύλη, «πίστευε πάντοτε όσο ζούσε στην υπεροχή του τακτικού στρατού απέναντι σε κάθε άλλον σχηματισμό». Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και ένα ακόμη λόγο: είναι πεποίθησή τους ότι η γενική υποχρεωτική θητεία – ο ένοπλος λαός ιεραρχημένος και συγκροτημένος σε στρατό – θα εκδημοκρατίσει τις δυτικές κοινωνίες.

Ο Μάρξ στάθηκε επιφυλακτικός κατά την περιγραφή του ισπανικού ανταρτοπολέμου. Παρότι δεν περιόριζε πάντα την πολιτική δραστηριότητα στη νόμιμη κοινοβουλευτική της μορφή, δεν επέλεγε την τακτική του ανταρτοπολέμου αλλά «μία επανάσταση της οργανωμένης εργατιάς υπο την ηγεσία ενός δυνατού και πειθαρχημένου κόμματος που θα γινόταν κυρίως στις μεγαλουπόλεις, πιθανότατα σε εποχή κρίσης». Υπό αυτήν την προοπτική η επανάσταση «θα απαιτούσε γρήγορες αποφαστικές και πειθαρχημένες ενέργειες, οι οποίες θα έπρεπε να οργανωθούν και να καθοδηγηθούν με βάση τους κανόνες της επιθετικής πολεμικής τέχνης του Ναπολέοντα και αποφεύγοντας τη μακρόπνοη και υπομονετική τακτική του ανταρτοπολέμου (μολονότι διόλου δεν αποκλειόταν η χρήση μέσων και μεθόδων που δεν χρησιμοποιεί ο τακτικός στρατός)». Ο Ένγκελς υπό το βάρος των γεγονότων της Κομμούνας του Παρισιού αλλά και από τον φόβο ότι οι τακτικοί στρατοί θα επιταχύνουν τις πολεμικές συγκρούσεις, συντάσσεται με την προοπτική της συγκρότησης «λαϊκής πολιτοφυλακής», αντί του τακτικού στρατού.

Βεβαίως τα κινήματα του Τρίτου κόσμου κατέλαβαν την εξουσία με την τακτική του ανταρτοπολέμου. Όμως σύμφωνα με τον Π.Κονδύλη , επρόκειτο για κινήματα τα οποία «δεν ήσαν σοσιαλιστικά υπό τη δική τους έννοια, αλλά εθνικιστικά με σοσιαλιστικό μανδύα. Ο μανδύας αυτός έπρεπε να φορεθεί αναγκαστικά και μάλιστα επιδεικτικά στον αγώνα εναντίον ενός εχθρού και αλλοδαπού και καπιταλιστικού».

Ο Κονδύλης συμπεραίνει ότι ο ανταρτοπόλεμος «δεν αποτελεί μορφή αγώνα με αξιώσεις οικουμενικής ανωτερότητας, αλλά παραμένει δεμένος σε ορισμένη εποχή και κατάσταση, η οποία ήδη ανήκει στο παρελθόν, κι ότι επομένως η ιστορική του επίδραση στο εξής δεν θα είναι μεγάλη. Ο ανταρτοπόλεμος δοκιμάσθηκε με επιτυχία κυρίως στον αγώνα αποικιακών ή ημιαποικιακών λαών εναντίον ενός ξένου κυρίου, ο οποίος φυλετικά και πολιτισμικά παρέμεινε ξένο σώμα μέσα στην εγχώρια κοινωνία. Στις λιγοστές περιπτώσεις, πάλι, όπου ο ανταρτοπόλεμος, ως εμφύλιος πόλεμος, έφερε στην εξουσία ένα ορισμένο κίνημα ή κόμμα, αυτό έγινε επειδή ο άτακτος στρατός ήταν ήδη αρκετά ισχυρός, ώστε να μεταβληθεί ουσιαστικά σε στρατό τακτικό, στρατό πειθαρχημένο και ιεραρχικά οργανωμένο, ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο σε όλα τα επίπεδα από το κόμμα ή το κίνημα (το επιφανέστερο παράδειγμα είναι η Κίνα). Ό,τι εμφανιζόταν ως ανταρτοπόλεμος, στην πραγματικότητα ήταν, τουλάχιστον στην τελική φάση, αγώνας μεταξύ στρατών, τον οποίο κέρδισε ο ισχυρότερος στρατός, ενώ ο αντίπαλος συρρικωνόταν ή διαλυόταν». Ενώ αλλού προσθέτει ότι «εκτός αυτού, ουσιώδη ρόλο στην έκβαση του εμφυλίου έπαιξαν οι εξωτερικές δυνάμεις, ο εκάστοτε «ενδιαφερόμενος τρίτος» και η υλική ή άλλη βοήθεια που παρέσχε στη μια ή την άλλη παράταξη».

Ο Π.Κονδύλης ορίζει τις αρνητικές προϋποθέσεις που υπάρχουν για την επιτυχία του Αντάρτικου : «τον πολλαπλασιασμό από την εκλέπτυνση των όπλων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ανταρτικών ομάδων από την πλευρά ενός ευέλικτου τακτικού στρατού και επίσης τη δραστική αλλαγή των δημογραφικών και περιβαλλοντικών όρων… Η δραστική αραίωση των δασών, η διάνοιξη της υπαίθρου στις συγκοινωνίες και πρό παντός η ραγδαία συγκέντρωση των πληθυσμών στις πόλεις στερούν από τον αντάρτη το περιβάλλον όπου, κατά τη φράση του Μάο Τσέ Τούνγκ, μπορούσε να κινηθεί όπως το ψάρι στο νερό. Στον κλασσικό ανταρτοπόλεμο , όποιος επικρατούσε στην ύπαιθρο είχε την δυνατότητα να πολιορκήσει ασφυκτικά τις πόλεις. Σήμερα η κυριαρχία σε τμήματα της υπαίθρου δεν σημαίνει πολλά πράγματα, όπως δείχνει π.χ. η εμπειρία του Περού».

Βέβαια ο Κονδύλης δεν υποστηρίζει ότι οι μορφές του ανορθόδοξου πολέμου θα εγκαταλειφθούν γενικώς, καθότι: «ο ασθενέστερος μόνο μια δυνατότητα έχει: να μεταφέρει (εν μέρει) τον πόλεμο στο έδαφος του ισχυρότερου, να επιτύχει δηλαδή με άλλα μέσα ό,τι μια μεσαία ή μείζων Δύναμη θα κατάφερνε με τους Βαλλιστικούς της πυραύλους. Η δυνατότητα αυτή είναι η τρομοκρατία και η δολιοφθορά». Ο Κονδύλης διευκρινιστικά συμπληρώνει «ονομάζω αυτήν την τρομοκρατία »νέα», γιατί δεν θα εξαντλείται σε δολοφονικές απόπειρες εναντίον προσώπων, όπως γινόταν στην προεπαναστατική Ρωσσία και όπως ξαναέγινε στη Γερμανία και στην Ιταλία κυρίως κατά τη δεκαετία του 1970. Ίσως τέτοιες τρομοκρατικές πράξεις να υπήρξαν θεαματικές, ωστόσο ήταν και είναι ανίκανες να επιδράσουν σοβαρά στη λειτουργία της κοινωνίας. Σήμερα υφίστανται εντελώς διαφορετικές δυνατότητες, και τις δυνατότητες αυτές τις προσφέρει η ίδια η υφή της υψηλά εκτεχνικευμένης κοινωνίας, η οποία από πρώτη όψη είναι απείρως περίπλοκη, διακλαδωμένη και κατακερματισμένη, ενώ στην πραγματικότητα η λειτουργία της εξαρτάται από σχετικά ολιγάριθμα ενεργειακά και πληροφοριακά κέντρα. Γι’αυτό είναι στο σύνολό της τόσο τρωτή όσο δεν ήταν καμμία κοινωνία του παρελθόντος. Εάν οι τρομοκρατικές ενέργειες επικεντρωθούν με επαρκή τεχνογνωσία και συνέπεια στους κυριώτερους κόμβους, τότε είναι βέβαιο ότι μπορούν να γονατίσουν μία σύγχρονη κοινωνία. Έτσι, με βάση τις μεταβολές των αντικειμενικών δεδομένων σε παγκόσμια κλίμακα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εποχή του ανταρτοπολέμου ανήκει στο παρελθόν και μπαίνουμε στην εποχή της τρομοκρατίας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συγχωνευθεί με μορφές ανταρτοπολέμου των πόλεων. Εννοείται ότι, όπως και ο κλασσικός ανταρτοπόλεμος, έτσι και η τρομοκρατία θα έχει πολιτικές προοπτικές μόνο εάν η ακμή της συμπέσει με μια βαθειά και παρατεταμένη κοινωνική κρίση ».

Η νέα τρομοκρατία θα είναι συνεπώς το όπλο των φτωχών και θα έχει πολλές πιθανότητες να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους, καθότι η εκτεχνικευμένη κοινωνία ελέγχεται από ολιγάριθμα κέντρα τα οποία αν κτυπηθούν θα μπορούν να την γονατίσουν: «Ένας αξιωματούχος της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών είπε πρόσφατα ότι αν είχε στη διάθεση του 1 δις. δολλάρια και 20 ικανούς hackers θα μπορούσε να παραλύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα δεν πρόκειται για κομπορρημοσύνη, αλλά για δήλωση βασιζόμενη σε βαθειά γνώση των πραγμάτων και των συσχετισμών τους. Εάν οι τρομοκρατικές ενέργειες επικεντρωθούν με την ίδια γνώση και με την ανάλογη επιμονή σε τέτοιους κρίσιμους κόμβους, τότε είναι βέβαιο ότι μπορούν να γονατίσουν μια σύγχρονη δυτική κοινωνία. Και κρίσιμοι κόμβοι δεν είναι μόνον τα παντοειδή ηλεκτρονικά συστήματα, αλλά και οι μεγάλοι ενεργειακοί σταθμοί ή τα αποθέματα νερού, που προσβάλλονται εύκολα με ιούς. Η χρήση χημικών και βιολογικών μέσων μπορεί επίσης να έχει σαρωτικά αποτελέσματα, αν σκεφθούμε λ.χ. ότι με 30 κιλά άνθρακος σκοτώνονται 30.000 άνθρωποι». Οι σκέψεις του Π.Κονδύλη διατυπώθηκαν πριν το κτύπημα στους δίδυμους πύργους της Ν.Υόρκης και στο αμερικάνικο Πεντάγωνο, αποδεικνύοντας έτσι την ευστοχία τους αλλά και την αναλυτική τους ικανότητα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Π.Κονδύλη για την τακτική του πολέμου, που επέλεγε ο Λένιν. Σύμφωνα με τον τελευταίο «ο επαναστατικός στρατός είναι «αναγκαίος » επειδή τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα μπορούν να λυθούν μόνο με τη βία, όμως η οργάνωση της βίας είναι η στρατιωτική οργάνωση». Επ’αυτού ο Κονδύλης επισημαίνει ότι «ο τρόπος με τον οποίο φαντάζεται ο Λένιν τη δομή του επαναστατικού στρατού παραμένει συνδεδεμένος με τις συγκεκριμένες μορφές πάλης μέσα στις πόλεις, γι’αυτό και ό,τι ονομάζει «ανταρτοπόλεμο» είναι κάτι ολότελα διαφορετικό από ό,τι στο μεταξύ συνηθίσαμε να αποκαλούμε έτσι στο φώς των εμπειριών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Έτσι το να θεωρεί κανείς τον Λένιν και τον Μάο Τσε Τούγκ ως διαδοχικές βαθμίδες της ίδιας εξέλιξης ως προς τις μεθόδους του επαναστατικού αγώνα, όπως γίνεται συχνά, είναι εξ ίσου παραπλανητικό όσο και η άποψη ότι υφίσταται παρόμοια συνέχεια ανάμεσα στους Μάρξ-Ένγκελς και στο σύγχρονο ανταρτοπόλεμο ». Ουσιαστικά πρόκειται για δυναμικές ενέργεις που εκτελούνται από ολιγάριθμες ομάδες ατόμων και παρεμβάλλονται ανάμεσα στις «μεγάλες μάχες του πολέμου». Κατά τον Κονδύλη, ο Λένιν δεν αποδεσμεύθηκε από την ρώσικη παράδοση της τρομοκρατίας (ναροτνικοί,νετσαγεφικοί κ.λ.π.). Ο Λένιν έγραψε μάλιστα ότι «ποτέ δεν απορρίψαμε την τρομοκρατία για λόγους αρχής ούτε μπορούμε να την απορρίψουμε. Είναι πράξη αγώνα, η οποία μπορεί να ενδείκνυται, και μάλιστα να είναι αναγκαία σε ορισμένη στιγμή, σε ορισμένη κατάσταση των μαχητών και υπό ορισμένους όρους». Όμως συγχρόνως επεσήμανε ότι «η τρομοκρατία ήταν ένα κίνημα διανοουμένων που δρούσε αποκομμένο από τις μάζες, ενώ απεναντίας οι ενέργειες των ανταρτών αποτελούν «αναγκαίο συστατικό μέρος» της εξέγερσης και εκπαιδεύουν τους στρατιωτικούς ηγέτες των μαζών».

Ο Λένιν σύμφωνα με τον Κονδύλη, θα αποσυνδεθεί τελικά από την τακτική του ανταρτοπόλεμου, παρά τις αντιρρήσεις των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών και των Αναρχικών, και θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο «επαναστατικός πόλεμος πρέπει να διεξάγεται με σύγχρονα μέσα , δηλαδή μέσω ενός συγκεντρωτικού τακτικού στρατού, ο οποίος χρησιμοποιεί την σύγχρονη τεχνική μιας ανεπτυγμένης οικονομίας ». Ο Λένιν στην στρατιωτική οργάνωση έβλεπε ένα πρότυπο που θα έπρεπε να ακολουθήσει όλη η κοινωνία: «Σκοπός των εργατικών τούτων στρατιών θα ήταν «να εντείνουν και να οργανώσουν όλες τις υπάρχουσες δυνάμεις με στρατιωτικό τρόπο , για να θέσουν υπο τον έλεγχό τους μεγάλα αποθέματα τροφίμων και να τα προωθήσουν στα κέντρα της βιομηχανικής ανοικοδόμησης. Για τον σκοπό αυτό πρέπει πρέπει να συγκροτηθούν με κάθε θυσία εργατικές στρατιές και να οργανωθούν στρατιωτικά τα πάντα». Σε τέτοιους είδους αντιλήψεις θα πρέπει να αναζητήσουμε την εκτροπή στον ολοκληρωτισμό του κομμουνιστικού κινήματος.

Η τακτική του ανταρτοπολέμου, είτε αυτός διεξάγεται σε αγροτικές περιοχές είτε σε αστικούς χώρους, είτε λειτουργεί ως υποκατάστατο του τακτικού στρατού είτε λειτουργεί παράλληλα με αυτόν, είναι μια μια μέθοδος πολέμου που χρησιμοποιείται, ανάλογα τις συνθήκες, από κάθε εθνική, κοινωνική, «αξιακή» συλλογικότητα. Δεν είναι προνόμιο των λεγόμενων άκρων του πολιτικού φάσματος αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από συλλογικότητες που γενικώς αποκηρύσσουν την βία. Η ΠΕΑΝ, στον καιρό της ιταλο-γερμανικής κατοχής, υπήρξε μια ολιγάριθμη ομάδα, εμπνευσμένη από τον Π.Κανελλόπουλο, που στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 ανατίναξε μέρα- μεσημέρι, στο κέντρο της Αθήνας, τα γραφεία της δοσιλογικής οργάνωσης ΕΣΠΟ τραυματίζοντας σοβαρά ή σκοτώνοντας δεκάδες συνεργάτες του εχθρού και αρκετούς Γερμανούς. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης , σοσιαλδημοκράτης πολιτικός, με μια κλασσική πράξη ανταρτοπολέμου προσπάθησε να ανατινάξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα Γ.Παπαδόπουλου, ώστε να τερματιστεί έγκαιρα η στρατιωτική δικτατορία. Φυσικά η δημοκρατία όπως και κάθε άλλος καθεστώς δεν μπορεί να ανεχθεί την « ένοπλη αμφισβήτηση» και γι’ αυτό θα την αντιμετωπίσει με την κρατική λογική, δηλαδή με νέες αυστηρότερες νομοθεσίες, ενίσχυση της αστυνομίας, με τη χρήση νέων τεχνολογιών και ιδιαίτερα την καλλιέργεια από τα μέσα ενημέρωσης ενός κλίματος εχθρικού προς τις ένοπλες οργανώσεις. Αυτό ακριβώς είδαμε να συμβαίνει στην Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα.

ΠΗΓΗ: Η θεωρία του αντάρτη: Σχόλια στον C.Scmitt, στον Π.Κονδύλη και στον R.Taber. Ιστολόγιο Σπύρου Κουτρούλη, όπου και τα σχόλια για τους δύο άλλους συγγραφείς.

Πολιτική θεολογία

Ιουνίου 9, 2010 § Σχολιάστε

«Κατω απο την κρουστα καθε ομαλοτητας, ακομα και της δημοκρατικης, σιγοκαινε ή κοχλάζουν δυνάμεις στοιχειακές, που κάποτε εκρήγνυνται, καταπίνοντας όσους επαίρονταν για τον ρεαλισμό τους» Π.Κ.

Ο Σπύρος Κουτρούλης παρουσιάζει το βιβλίο του C. Schmitt, «Πολιτική Θεολογία», την έκδοση του οποίου είχε επιμεληθεί ο Π. Κονδύλης. Περιλαμβάνονται αποσπάσματα των επιλεγομένων του Π.Κ.

Το 1994, από τις εκδόσεις Λεβιάθαν του Γ. Μερτίκα, εκδόθηκε το έργο του Καρλ Σμιτ Πολιτική Θεολογία (σελ.178, πολυτονικό), σε μετάφραση–σχόλια–επιλεγόμενα του Παναγιώτη Κονδύλη. Περιέχει ορισμένες σημαντικές σκέψεις που αποτέλεσαν σημεία αντικρουόμενα και επηρέασαν στοχαστές και πολιτειολόγους σε όλο το πολιτικό φάσμα, με πιο πρόσφατη περίπτωση τον Ιταλό φιλόσοφο Αγκαμπέν.

Όπως επισημαίνει στα επιλεγόμενα ο Π. Κονδύλης: «Πάνω από εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το μικρό αυτό, θεματικά κάπως ετερογενές, αλλά χυμώδες και νευρώδες βιβλίο, κρατάει αμείωτη τη δροσιά του, ακέραιο το ενδιαφέρον του. Μου φαίνεται ότι αυτό οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους. Πρώτα πρώτα, μολονότι η διάρθρωση των δυτικών κοινωνιών άλλαξε ουσιαστικά στην πορεία του 20ου αι., καθώς τον ολιγαρχικό αστικό φιλελευθερισμό τον διαδέχθηκε η μαζική δημοκρατία, ωστόσο η νομιμοποιητική της ιδεολογία, όσο κι αν παράλλαξε αντίστοιχα, εμμένει σε ορισμένους κοινούς τόπους, γεννώντας με την εμμονή τούτη την οπτική απάτη μιας ευρύτερης συνέχειας» (σελ.125).

Το δοκίμιο του Κ. Σμιτ, περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες κυρίαρχος, «οριακή έννοια», εξαίρεση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης:

«Κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Μονάχα αυτός ο ορισμός είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην έννοια της κυριαρχίας ως έννοιας οριακή. Γιατί «οριακή έννοια» δεν σημαίνει έννοια συγκεχυμένη, σαν κι αυτές που συναντάμε στη θολή ορολογία της εκλαϊκευτικής φιλολογίας, παρά σημαίνει έννοια κινούμενη στην απώτατη σφαίρα. Αντίστοιχα, ο ορισμός της δεν μπορεί να ερείδεται στην κανονική περίπτωση, παρά σε μια οριακή περίπτωση… Το γεγονός ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης προσφέρεται κατ’ εξοχήν για τον νομικό ορισμό της κυριαρχίας, οφείλεται σ΄ έναν λόγο συστηματικό, συμφυή με τη λογική του δικαίου. Η απόφαση που αναφέρεται στην εξαίρεση συνιστά απόφαση κατ’ εξοχήν» (σελ.17).

Ο Κ. Σμιτ αντλεί σκέψεις από τον Μποντέν, πολιτειολόγο του Μεσαίωνα, και αντιπαρατίθεται στον νομικό θετικισμό του Kέλσεν και στον φιλελευθερισμό του Kράμπε, περιγράφει δε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως την περίπτωση «όπου το δίκαιο από μόνο του αναστέλλει την ισχύ του». Η αντιπαράθεσή του προς τον Kέλσεν εξαντλεί το δεύτερο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Το πρόβλημα της κυριαρχίας ως πρόβλημα του νομικού τύπου και ως πρόβλημα της απόφασης».

Στο τρίτο μέρος, με τον τίτλο «Πολιτική Θεολογία», συναντούμε ορισμένες σημαντικές σκέψεις: «Όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες. Όχι μόνον ως προς την ιστορική τους εξέλιξη (εφ’ όσον μεταφέρθηκαν από τη θεολογία στην πολιτειολογία και ο παντοδύναμος Θεός λ.χ. έγινε ο παντοδύναμος νομοθέτης), αλλά και ως προς τη συστηματική τους δομή, της οποίας η γνώση είναι απαραίτητη για μια κοινωνιολογική θεώρηση αυτών των εννοιών. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έχει για τη νομική επιστήμη ανάλογη σημασία όπως το θαύμα για τη θεολογία. Μονάχα αν συνειδητοποιήσουμε τέτοιες αναλογίες μπορούμε να γνωρίσουμε την εξέλιξη των ιδεών πάνω στη φιλοσοφία του κράτους κατά τους τελευταίους αιώνες. Γιατί η ιδέα του σύγχρονου κράτους δικαίου επικρατεί με τον δεϊσμό, δηλαδή με μια θεολογία και μεταφυσική που εκδιώκει το θαύμα από τον κόσμο και αρνείται την παραβίαση των φυσικών νόμων (όπως αυτή εμπεριέχεται στην έννοια του θαύματος, επιβάλλοντας μιαν εξαίρεση μέσω μιας άμεσης επέμβασης) το ίδιο όπως αρνείται και την άμεση επέμβαση του κυρίαρχου στην κρατούσα έννομη τάξη» (σελ.65,66).

Ο Κ. Σμιτ ομολογεί ότι στη σκέψη του χρησιμοποιεί αναλογικά απόψεις που διατύπωσαν κατ’ αρχήν οι λεγόμενοι αντιδραστικοί καθολικοί πολιτειολόγοι: ο Μπoνάλντ, ο Ντε Μέστρ και ο Ντονόσκο Κόρτες. Σ’ αυτούς θα αφιερώσει το τελευταίο κεφάλαιο του έργου του, με τον τίτλο, «Η Αντεπαναστατική Φιλοσοφία του Κράτους», το οποίο ξεκινά με την παρατήρηση ότι «στους Γερμανούς ρομαντικούς προσιδιάζει μια πρωτότυπη ιδέα: η αιώνια συζήτηση» (σελ.89). Αντίθετα, οι αντιδραστικοί φιλόσοφοι του κράτους «θα θεωρούσαν ασφαλώς μιαν αιώνια συζήτηση μάλλον για ιλαροτραγικό προϊόν της φαντασίας. Γιατί την αντεπαναστατική τους φιλοσοφία για το κράτος τη χαρακτηρίζει η συνείδηση ότι η εποχή απαιτεί μιαν απόφαση, και η έννοια της απόφασης μπαίνει στο επίκεντρο της σκέψης τους με μιαν ορμή που φτάνει στα απόλυτα άκρα ανάμεσα στις δύο Επαναστάσεις του 1789 και του 1848» (σελ.90).

Ο Κ. Σμιτ θεωρεί την υποχώρηση του πολιτικού στοιχείου από την κυριαρχία του οικονομικού ως ένα σύνθετο φαινόμενο, που απηχεί τη ζοφερή κατάσταση που περιγράφει ο Μαξ Βέμπερ ως μετατροπή του σύγχρονου κράτους σε μια μεγάλη επιχείρηση:

«Σήμερα, τίποτε δεν είναι πιο μοντέρνο από τον αγώνα ενάντια στο πολιτικό στοιχείο. Αμερικανοί κεφαλαιούχοι, τεχνικοί της βιομηχανίας, μαρξιστές, σοσιαλιστές και αναρχοσυνδικαλιστές επαναστάτες συνενώνονται στην απαίτηση να παραμεριστεί η υποκειμενική–φατριαστική κυριαρχία της πολιτικής με τον απροσωπόληπτο πραγματισμό της οικονομικής ζωής. Στο εξής, όπως λέγεται, θα πρέπει να υπάρχουν μόνο οργανωτικά –τεχνικά και οικονομικά– κοινωνιολογικά καθήκοντα, όχι όμως πολιτικά προβλήματα. Το κυρίαρχο σήμερα είδος οικονομικής–τεχνικής σκέψης δεν είναι πλέον καν σε θέση να αντιληφθεί μιαν πολιτική ιδέα. Το σύγχρονο κράτος φαίνεται να έγινε πράγματι ό,τι βλέπει σ’ αυτό ο Μαξ Βέμπερ: μια μεγάλη επιχείρηση» (σελ.105).

Η κριτική αυτή αντιστοιχεί απόλυτα και σήμερα τόσο στη χυδαία οικονομίστικη εκδοχή του μαρξισμού όσο και στον νεοφιλελευθερισμό.

Όμως το έργο του Κ. Σμιτ περιέχει και άλλες άξιες προβληματισμού σκέψεις, σαν κι αυτές που αναφέρονται στον Μπακούνιν: «Στον μεγαλύτερο αναρχικό του 19ου αι., στον Μπακούνιν, εμφανίζεται το παράδοξο ότι αναγκάστηκε να γίνει στη θεωρία ο θεολόγος της αντιθεολογίας και στην πράξη ο δικτάτορας μιας αντιδικτατορίας» (σελ.105).

Τα σχόλια του Π. Κονδύλη περιέχουν σπουδαίες και εύστοχες παρατηρήσεις, θετικές αλλά και αρνητικές αποτιμήσεις του δοκιμίου της Πολιτικής Θεολογίας.

Σημειώνει λοιπόν: «Ο Κ. Σμιτ μας υπενθυμίζει – και η υπόμνησή του έχει, το 1994, βάρος όχι μικρότερο απ’ όσο το 1922– πως, κάτω από την κρούστα κάθε ομαλότητας, ακόμα και της δημοκρατικής, σιγοκαίνε ή κοχλάζουν δυνάμεις στοιχειακές, που κάποτε εκρήγνυνται, καταπίνοντας όσους επαίρονταν για τον ρεαλισμό τους. Πως όποιος θέλει να κατανοήσει βαθύτερα τους κοινωνικούς μηχανισμούς δεν πρέπει να στέκεται στο φυσιολογικό, αλλά να διαγνώθει σε πόση έκταση και ένταση ο κανόνας κατασκευάζεται εν όψει της εξαίρεσης, υπό το κράτος της προσδοκίας της και του φόβου της και πως οι νομικές κατασκευές των φιλελεύθερων συνταγματολόγων μάταια προσπαθούν να προεκτείνουν τον κανόνα μέσα στην εξαίρεση και μαζί να θάψουν το ποιοτικό στοιχείο της κυριαρχίας κάτω από την ποσότητα της “θεσμικής ομαλότητας”. Βεβαίως, τέτοιες και παρόμοιες θέσεις δεν πρωτοδιατυπώθηκαν από τον ΣΜΙΤ ούτε η αποδοχή τους περιοριζόταν στους οικειότερους σ’ εκείνον κοσμοθεωρητικούς και πολιτικούς χώρους. Ήσαν π.χ. πάντοτε αυτονόητες και για τους επαναστάτες μαρξιστές – πράγμα που σήμερα ξεχνιέται όλο και περισσότερο, καθώς τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία (και παράλληλα την κοινοβουλευτική και υπουργική θεσιθηρία των στελεχών τους) με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους «θεσμούς» και ζήλου για την «απρόσκοπτη λειτουργία» τους. Πράγματι, αφού ναυάγησε η ουτοπία της Ανατολής, η Αριστερά δείχνει τώρα διατεθειμένη να ενστερνισθεί την ουτοπία της Δύσης, δηλ. την ουτοπία του «κράτους δικαίου» και της ευθύγραμμης οικουμενικής προόδου πάνω σε βάση πάγιας θεσμικής ομαλότητας» (σελ.126,127).

Ο Κονδύλης αξιολογεί πως η «μόνιμη αξία της πραγματείας του ΣΜΙΤ έγκειται στον ριζοσπαστικό τρόπο με τον οποίο θέτει το ζήτημα της κυριαρχίας» (σελ. 128), καθώς και ότι «αντλεί τη ζωντάνια της από την προγραμματική θεωρητική σύνδεση των προβλημάτων της κυριαρχίας με το ανθρωπολογικό πρόβλημα» (σελ.127), ώστε πίσω από κάθε θεώρηση για την κυριαρχία να προβάλλει το ερώτημα για το τι είναι ο άνθρωπος.

Ο νηπιακός εν μέρει και εν μέρει ελεγχόμενος χαρακτήρας του πνευματικού διαλόγου στη χώρα μας δεν επέτρεψε να διατυπωθεί ένας θετικός ή αρνητικός προβληματισμός όταν πρωτοεκδόθηκε, το 1994, στην Ελλάδα, η Πολιτική Θεολογία. Κυριαρχεί η κενότητα του νεοφιλελευθερισμού και μιας ενσωματωμένης Αριστεράς που, ακόμη και κάτω από επαναστατικές ιαχές, αναπαράγει τις ίδιες χυδαίες οικονομίστικες ιδεοληψίες με τον νεοφιλελευθερισμό.
Τελικά, οι αδυναμίες του δοκιμίου του Σμιτ, κατά τον Κονδύλη, εντοπίζονται στο γεγονός ότι, ενώ θέτει «ζητήματα επιστημολογίας και μεθόδου, ζητήματα ιστορικής και πολιτικής πραγματολογίας και επίσης ζητήματα ιστορίας και κοινωνιολογίας των ιδεών», όμως και «στους τρεις αυτούς τομείς η επιχειρηματολογία του χωλαίνει σοβαρά, ήτοι χαρακτηρίζεται από εννοιολογικές ασάφειες ή από ανακρίβειες αναφερόμενες στα realia, μολονότι οι συχνές και δυσπαρακολούθητες κυμάνσεις της σκέψης του και η γοητευτική στιλπνότητα του ύφους του τις κρύβουν ακόμα και από τα μάτια του έμπειρου αναγνώστη» (σελ.130,131).

ΠΗΓΗ: περιοδικό Άρδην τ. 70. Ηλεκτρονική πηγή

Βλ. επίσης για τη σχέση Κονδύλη και C. Schmitt: εδώ

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Κουτρούλης at Π.Κονδυλης (Kondylis).