Γιανναράς vs Κονδύλης, ρεαλισμός και υποταγή

Ιουλίου 17, 2010 § 2 Σχόλια

Ο Γιωργος Καραμπελιας αντιπαραβαλλει την προσφατη αρθρογραφια του Χ. Γιανναρά για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με τις σχετικές απόψεις του Π. Κονδύλη

Ωστόσο, ο πολιτικός προβληματισμός του νέο-οθωμανού αναλυτή δεν μένει μόνο στα ζητήματα που αφορούν το Πατριαρχείο, προχωράει ακόμα πιο πέρα, εκδιπλώνοντας (μήπως θα έπρεπε να πούμε αποκαλύπτοντας) ολόκληρη τη στρατηγική του μέντορά του. Στις 10/6/2007, σε επιφυλλίδα με τον τίτλο «Ελληνοτουρκικά: μια ακόμα εκδοχή», αρχίζει, με προσεκτικά βήματα ακόμα, την αναθεώρηση των παλαιότερων απόψεών του. Αφού διεκτραγωδεί πρώτα την κατάσταση της Ελλάδας, «αδυσώπητο κοινωνικό αδιέξοδο», «κατάρρευση του πολιτικού συστήματος» κ.λπ. αρχίζει να προσεγγίζει το ζήτημα των σχέσεων Ελλάδας -Τουρκίας, με αφετηρία την διαφορά πληθυσμιακού και οικονομικού δυναμικού των δύο χωρών. Αναφέρει λοιπόν:

« Το σοβαρότερο μάλλον μελέτημα που έχει γραφτεί για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι το ‘Επίμετρο’ στο βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη ‘Θεωρία του πολέμου’. Οι άκρως ρεαλιστικές αναλύσεις του Κονδύλη διερευνούν τις δυνατότητες στρατηγικής και τακτικής άμυνας του ελληνικού κράτους απέναντι στο συνεχώς ενισχυόμενο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας. Αλλά οι δυνατότητες αυτές, που διέσωζαν κάποια ελπίδα αποτελεσματικότητας αν είχαν έγκαιρα και με συνέπεια αξιοποιηθεί, έχουν σήμερα (δέκα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου) φανερά εκλείψει. Η πρόβλεψη του Κονδύλη ότι ‘βρισκόμαστε οι Έλληνες σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας’ επαληθεύεται με τρόπο κοινωνικά ανεπίγνωστο και πολιτικά αποσιωπημένο. ‘Το παιχνίδι είναι χαμένο… Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους’. »

Κατά συνέπεια, θεωρώντας ότι οι αναλύσεις του Κονδύλη είναι ήδη ξεπερασμένες και οι Έλληνες έχουν χάσει το παιγνίδι, παραθέτοντας μάλιστα, μόνον ορισμένα αποσπάσματα του Κονδύλη, ο οποίος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και δεν μας καλεί βέβαια σε υποταγή, περνάει στη δική του «ρεαλιστική» επιλογή, που μετατρέπει την Ελλάδα σε θεραπαινίδα της Τουρκίας στην Ε.Ε. Η Ελλάδα να μεταβληθεί σε γέφυρα της Τουρκίας στην Ε.Ε. Και βέβαια, τότε, ας προωθηθεί και η «συνεκμετάλλευση» του Αιγαίου, ό,τι δηλαδή υποστηρίζουν το ελληνοτουρκικό φόρουμ, ο Γιώργος Παπανδρέου, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Λεωνίδας Κύρκος(!):

 
«Μια τέταρτη εκδοχή θα μπορούσε ίσως να αρχίσει να συζητείται: [ ] Η εκδοχή ή το ενδεχόμενο μιας πολιτικής προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας σε επίπεδο μετα-εθνικιστικό. [ ] Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τουρκία το επιδιώκει με ελπίδες που συνεχώς λιγοστεύουν. Ρεαλιστική βάση πολιτικής προσέγγισης των δύο χωρών θα μπορούσαν να είναι οι όροι της ‘ειδικής σχέσης’ που ευχαρίστως οι Ευρωπαίοι παραχωρούν στην Τουρκία. Να περνάει η ‘ειδική σχέση’ από την Ελλάδα όχι προς όφελος της Ελλάδας, αλλά για την προώθηση συμφερόντων της Τουρκίας μέσω της Ελλάδας, των ευρωπαϊκών προνομίων της Ελλάδας. Συμφέροντα (όχι μόνο οικονομικά) που θα εξασφάλιζε στην Τουρκία η πλήρης ένταξη, να τα εξασφαλίζουν θεσμοί συνεργασίας με την Ελλάδα. Αν τα σύνορα είναι με εγγυημένη συνέπεια σεβαστά, η κοινή εκμετάλλευση πηγών ενέργειας οπουδήποτε, η αμοιβαία ελευθερία χρήσης του θαλάσσιου και εναέριου χώρου ή όποια άλλη κοινή στρατηγική ανάπτυξης και αλληλοβοήθειας μπορεί να είναι πολύτιμη και για τα δύο μέρη».

Όπως αντιλαμβανόμαστε πρόκειται για ένα φαντασιώδες και βλακώδες σενάριο, ότι η δηλαδή η Τουρκία, που έχει σημαντικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, έχει ήδη έναν τεράστιο όγκο ανταλλαγών με την Ε.Ε. και φιλοξενεί δισεκατομμύρια δολάρια ευρωπαϊκών και αμερικανικών επενδύσεων, θα προσλάβει την Ελλάδα και τον κ. Γιανναρά ως «μεσολαβητή» της σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι ως καρπαζοεισπράκτορα και delivery boy. Εκεί κατέληξε το «όραμα» του πατριαρχικού φιλοσόφου.

Όμως το όραμα του Γιανναρά εκδιπλώνεται σε αναβαθμούς και επειδή απευθύνεται σε ένα κοινό που είχε συνηθίσει στις εντελώς αντίθετες απόψεις από τον συγκεκριμένο συγγραφέα, χρειάζονταν οι ομοιοπαθητικές δόσεις τεσσάρων επιφυλλίδων, ώστε δια του μιθριδατισμού να αποδεχτούμε «φυσιολογικά» τις θέσεις της τελευταίας επιφυλλίδας. Εδώ πλέον όχι μόνον ταυτίζεται αλλά και υπερακοντίζει, με τη γνωστή του αμετροέπεια, τα ιδεολογήματα των κ.κ. Κουλούρη και Ρεπούση περί «ανεκτικής» οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του κυρίου Σημίτη, για συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και του εναέριου χώρου και του Χριστόφια για την Κύπρο, εάν ο «σώφρων» Ερντογάν παραιτηθεί από τον κεμαλικό επεκτατισμό· παράλληλα, ασελγεί εξακολουθητικά πάνω στην ελληνική ιστορία, τον ελληνικό «εθνικισμό» και αυτή την «επαρχιωτίλα», που του πρόσφερε αφειδώλευτα καθηγητικές θέσεις, αναγνώριση πέραν του προσδοκωμένου και παρεμπιπτόντως, δύο υποτροφίες Φορντ με πολλά εκατομμύρια δραχμές, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας:

«Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η ανεκτικότερη στη συνύπαρξη κοινωνικών ομάδων με τη δική της η καθεμιά κοινωνική-πολιτιστική συνοχή. Ομάδων [ ] που ωστόσο συζούσαν αρμονικά και κοινωνούσαν τη χρεία, όχι και την πίστη.
Ο εθνικισμός οδήγησε τους Τούρκους να συγκροτήσουν κράτος, με προϋπόθεση συνοχής τις εξακολουθητικές γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, τον έλεγχο του πολιτικού βίου από τον στρατιωτικό βούρδουλα. Και ο εθνικισμός [ ] οδήγησε τον Ελληνισμό στο ιστορικό του τέλος, τον μετάλλαξε από κοσμοπολίτικη πρόταση πολιτισμού σε βαλκανική καχεξία, με αποφορά επαρχιωτίλας.[ ]
Το όνειρο μπορεί να προετοιμάσει ένα μεταεθνικιστικό μέλλον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. [ ] Αν η Τουρκία παραιτηθεί από τις επεκτατικές βλέψεις του κρατικού εθνικισμού της, [ ] είναι άραγε αδύνατο να βρεθεί πολιτικά ρεαλιστική λύση συνεκμετάλλευσης των πηγών ενέργειας ή κοινής χρήσης θαλάσσιου και εναέριου χώρου;
Μοναδικό κομμάτι ελληνικής γης όπου η Τουρκία έχει κάπως ευλογοφανή στρατηγικά ενδιαφέροντα προστασίας των νοτιοανατολικών της περιοχών είναι η Κύπρος. Εντελώς παραδειγματικά, και για να εικονογραφηθούν οι στοχεύσεις ελληνοτουρκικών σχέσεων σε ένα μεταεθνικιστικό μέλλον, θα μπορούσε κανείς να προβληματιστεί πολιτικά με το ενδεχόμενο: Θα αποτελούσε ξεπέρασμα των διαφορών να αποδεχθεί η Τουρκία τίμια αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα στο νησί (χωρίς καταπίεση, αλλά και χωρίς εκβιαστικές απαιτήσεις της μειονότητας), με αντάλλαγμα να διεκδικηθούν από κοινού και να παραχωρηθούν στους Τούρκους οι σημερινές βρετανικές βάσεις στη Μεγαλόνησο;
Καλλιέργεια προοπτικών μεταεθνικιστικού μέλλοντος θα οικοδομούσε στην τουρκική κοινωνία ελπίδα απελευθέρωσης από την κεμαλική στρατοκρατία. Και στους Έλληνες προσδοκία ανάκαμψης από τόσης αισχύνης ιστορικό τέλος».

Πρόκειται λοιπόν για μία καθολική αναθεώρηση: Η οθωμανική Αυτοκρατορία δεν σήμαινε εξισλαμισμούς, παιδομάζωμα (πάνω από 1.000.000 νέων στις ευρωπαϊκές περιοχές), αναρίθμητες σφαγές και δηώσεις, πνευματική αποτελμάτωση και παρακμή, αλλά ήταν μια όαση «ανθρωπισμού», την οποία κατέστρεψε ο εθνικισμός, που οδήγησε τους Τούρκους σε αγριότητες. Η κυρία Ρεπούση, ενάντια στην οποία εξεστράτευσε με τέτοιο μένος, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ποτέ δεν έγραψε παρόμοιες υπερβολές. Και, επειδή η ελληνική Επανάσταση και οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες όλων των βαλκανικών λαών, έως το 1922, «υποχρέωσαν» τους Τούρκους να γίνουν εθνικιστές, είμαστε και ολίγον, έως πολύ, υπεύθυνοι για τις αγριότητες… των Τούρκων! Για το Αιγαίο, λοιπόν, συνεκμετάλλευση, για δε την Κύπρο, συγκυριαρχία, με τουρκικές βάσεις! Και για όλα αυτά, μία και μόνον προϋπόθεση, να ηττηθεί ο «κακός» κεμαλισμός.

Όλα αυτά λοιπόν έχουν εκτεθεί συστηματικά και αναλυτικά σε τέσσερις συνεχόμενες επιφυλλίδες και δεν αποτελούν ένα απλό στραβοπάτημα. Αξίζει όμως να παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Παναγιώτη Κονδύλη από το ίδιο κείμενο στο οποίο αναφέρεται και ο Γιανναράς. Ο Κονδύλης, απαντώντας στους «οικονομιστές» και «οικουμενιστές» δυτικής κοπής, που υποστήριζαν πως ο εκδημοκρατισμός και το «εμπόριο» θα ανατρέψουν την τουρκική επιθετικότητα μοιάζει να απαντάει προκαταβολικά σε έναν άλλον οικουμενισμό «ανατολικής κοπής», που θεωρεί ότι ο ισλαμικός εκδημοκρατισμός της Τουρκίας θα μειώσει τον επεκτατισμό της, και καταδεικνύει πως αυτός ο επεκτατισμός μπορεί να ανασχεθεί μόνον αν συναντήσει σθεναρή αντίσταση.

«Η ακμαία παραγωγική οικονομία σε σύγχρονη βιομηχανική βάση δίνει τη δυνατότητα της αποτροπής. Για να πραγματωθεί όμως η δυνατότητα αυτή, πρέπει μια χώρα, ή πάντως η ηγεσία της να πιστεύει πραγματικά στην αναγκαιότητα της αποτροπής, δηλαδή να έχει διαγνώσει ορθά τον χαρακτήρα και την έκταση της επαπειλούμενης σύγκρουσης. Αν η διάγνωση είναι εσφαλμένη και ελλιπής, αν αποδίδει τη σύγκρουση σε αίτια παροδικά ή δευτερογενή, τότε μειώνεται αντίστοιχα η πίστη στην αναγκαιότητα της αποτροπής, κι αυτό, έστω κι αν δεν λέγεται ρητά, έχει ευνόητες πρακτικές επιπτώσεις. Έτσι, αποτελεί κεφαλαιώδες σφάλμα στρατηγικής εκτιμήσεως να μη θεωρείται ως πηγή της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα η συνεχής διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών, αλλά να αποδίδεται ο δυναμικός τουρκικός επεκτατισμός στον «οθωμανισμό», στον «ασιατικό χαρακτήρα» της Τουρκίας κ.τ.λ., οπότε εξάγεται το συμπέρασμα ότι, μόλις η Τουρκία (ακολουθώντας το δικό μας φωτισμένο παράδειγμα) ξεπεράσει αυτούς τους «εθνικιστικούς αταβισμούς», πάρει τον «ευρωπαϊκό δρόμο» και υποκαταστήσει τις στρατιωτικές με τις οικονομικές δραστηριότητες, τότε αυτόματα θα εκλείψει και η απειλή εκ μέρους της. Όλο και περισσότεροι σκέφτονται στην Ελλάδα μ’ αυτόν τον τρόπο, έχοντας την εντύπωση ότι έτσι τάχα ξεπερνούν τις εθνικιστικές αντιπαραθέσεις και, σε αντίθεση με τα αδιέξοδα εθνικιστικά ιδεολογήματα, προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις. [ ]

Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ιδεολογήματα, αφηρημένα ανιστορικά μοντέλα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «κοινωνίας των πολιτών» συμπλέκεται διαφοροτρόπως με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο.

[ ] Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση [  ]

Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Αναφέρω ένα ιδιαίτερα αδρό παράδειγμα. Ανάμεσα στα 1900 και στα 1914, το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, το γερμανορωσσικό κατά 121% και το γερμανοβρεταννικό κατά 100%, ενώ περισσότερα από τα μισά τοτινά διεθνή καρτέλ παραγωγής αποτελούσαν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία. [ ] Όλοι αυτοί οι εντυπωσιακοί ανοδικοί δείκτες δεν εμπόδισαν τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν από τους φονικότερους πολέμους από καταβολής κόσμου. [ ]

Η Ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες μπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόμαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα με την εδραίωση και την εμβάθυνση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη μητρόπολη. Και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός βρίσκεται σήμερα στην αποκορύφωση της παγκόσμιας ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης δημοκρατίας και των ‘ανθρωπίνων δικαιωμάτων’ ».

Και επειδή ο Γιανναράς επιχείρησε να επιστρατεύσει και τον Κονδύλη στην ηττοπαθή λογική του, αξίζει να παραθέσουμε ένα ακόμα απόσπασμα από τον Κονδύλη, που αποδίδει σε γενικές γραμμές και τη δική μας σκέψη.

«Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας, όχι σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπισθούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία. Και πρέπει επίσης να εκλογικευθούν και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολό τους (δεν μου είναι κατανοητό λ.χ. γιατί η Κύπρος, με ετήσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και με αύξουσα ευημερία, δεν συμβάλλει οικονομικά –τρόποι βρίσκονται– στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα· όποιος αισθάνεται μέρος του ελληνισμού το αποδεικνύει σηκώνοντας εθνικά βάρη). Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί, στην τωρινή συγκυρία, που είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν Ιστορική ανάσα. Αν όμως απωλεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες».

Ο Κονδύλης, στο κείμενο του, δεν εκφράζεται με την παραίτηση του ραγιά αλλά με την γκραμσιανή «απαισιοδοξία της λογικής και την αισιοδοξία της βουλήσεως», που πρέπει να διακρίνει το αντιστασιακό μας ήθος. Δηλαδή, γνωρίζουμε ότι οι συσχετισμοί είναι αρνητικοί για μας. Αλλά πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους βελτιώσουμε και όχι βέβαια να αποδεχτούμε την εκ νέου υποταγή μας στην τουρκική κυριαρχία.

ΠΗΓΗ: περιοδικό Αρδην τ. 80 (2010).

Advertisements

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Καραμπελιάς at Π.Κονδυλης (Kondylis).