Ο Π. Κονδύλης και ο ελληνικός Διαφωτισμός

Φεβρουαρίου 16, 2009 § 2 Σχόλια

του Σ. Ασδραχα

Εντεκα μελετήματα συγκροτούν το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη «Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες» (Θεμέλιο, 1988). Αν δεν έχουν την εποπτεία των μεγάλων του συνθέσεων, έχουν μια ιδιαίτερη αξία για την έρευνα της δεξίωσης των ιδεών του Διαφωτισμού από την ελληνική λογιοσύνη κατά το δεύτερο ήμισυ του ιη’ αιώνα και τις αρχές του επόμενου: η ιδιαίτερη αξία συνίσταται στο γεγονός ότι ο Κονδύλης μπορεί όχι απλώς να εντάσσει τα ελληνικά φαινόμενα στην ευρύτερή τους ευρωπαϊκή συνάφεια αλλά κυρίως να καταδεικνύει το ακριβές νόημα των εννοιών στη δεδομένη στιγμή και να διαγράφει τα ακριβή όρια του ελληνικού φαινομένου και το βαθμό της συγχρονικότητάς του με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Ο ελληνικός Διαφωτισμός δεν ήταν για τον Κονδύλη μια ερευνητική και στοχαστική προτεραιότητα που τον οδηγεί στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό αλλά η απόληξη της ενασχόλησής του μ’ αυτόν τον τελευταίο: έτσι στο πρόσωπό του η δεξίωση των φιλοσοφικών ιδεών του Διαφωτισμού στην Ελλάδα βρίσκει τον ιδανικό μελετητή, εκείνον δηλαδή που είναι σε θέση να αναγνωρίζει -κάθε στιγμή- σε τι τελικώς συνίσταται αυτή η δεξίωση και να δείχνει ποιες ήταν οι τομές που η νέα φιλοσοφία επέφερε στο παραδοσιακό φιλοσοφικό σώμα.

Ισως όλα αυτά φαίνονται αυτονόητα, δεν είναι ωστόσο αυτονόητες και δεδομένες οι εφαρμογές, δηλαδή το ιστοριογραφικό αποτέλεσμα: αν ο ελληνικός Διαφωτισμός έχει αποτελέσει προνομιούχο πεδίο της ελληνικής ιστορικής έρευνας, ωστόσο η έρευνα αυτή δεν προσανατολίστηκε με επαρκή τρόπο σε μια ιστορία των ιδεών, που, ξεπερνώντας τις ευρετικές και συγκριτικές της προϋποθέσεις, θα αναγόταν σε μια αναγνώριση της συγχρονικής σημασίας των ιδεών αυτών, σε μια αναγνώριση, λόγου χάρη, της σημασίας που είχε η μετάβαση από τη νοησιαρχία στον ανθρωποκεντρισμό του Διαφωτισμού και μέσω αυτού στην ανασήμανση του πολιτικού. Ο Κονδύλης μάς έδειξε πόσο απαραίτητη είναι η ανατοποθέτηση των ζητημάτων, πόσο, για παράδειγμα, έχει σημασία να γνωρίσουμε από κοντά τη θέση της μεταφυσικής μέσα στο σύστημα σκέψης των δεκτών των ιδεών του Διαφωτισμού ή να ξανασκεφτούμε αν ο δειλός πλατωνισμός ερχόταν να ανατρέψει φιλοσοφικές και θεολογικές μονιμότητες ή να τις διαιωνίσει. Με δυο λόγια μάς έδειξε ότι η μελέτη του ελληνικού Διαφωτισμοιύ προϋποθέτει μια πνευματικκη σκευή διαφορετική από εκείνη με την οποία ξεκινήσαμε, ότι, για να γραφούν αυτά τα έντεκα κείμενα, έπρεπε να έχει προηγηθεί η μεγάλη του σύνθεση για τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (1981).

Ο Κονδύλης, φυσικά, μάς θυμίζει ότι η ανάλυση και η ιστορικοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών δεν αρκούν για να εξηγήσουν τον τρόπο και τον τύπο της δεξίωσής τους σε πνευματικές και κοινωνικές συλλογικότητες, όπως οι ελληνικές, χαρακτηριζόμενες από «υποπλασία», όπως ο ίδιος λέγει: η κοινωνιολογική πρόβαση, δηλαδή η συστάθμιση των κοινωνικών όρων δεξίωσης, αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα της ιστορίας των ιδεών. Βέβαια τούτο δεν είναι μια καινοφανής σκέψη, είναι ωστόσο ένα εργαλείο ικανό να μας εξηγήσει ό,τι συνέβαινε στην πράξη και παρουσιαζόταν με ιδιαίτερη έμφαση στα πεδία της συμβίωσης του νεωτερισμού με τις παραδοσιακές σταθερές: στην οπτική αυτή μάς μιλά για μεθερμηνεία του χριστιανισμού, λόγου χάρη, στον Κοραή. Και τούτο ίσως μπορεί να φανεί αυτονόητο, δεν είναι ωστόσο μια αυτονόητη εφαρμογή στην ιστορική πρακτική: παραπέρα, η μεθερμηνεία ορίζει περισσότερο πεδία ρήξεων, παρά προσαρμογών, και οπωσδήποτε δεν σημαίνει πάντοτε μηχανισμούς αποκρύψεων. Στην οπτική αυτή μάς έδωσε υποδειγματικές σελίδες σχετικές με τη θέση των εξ αποκαλύψεων αληθειών στο έργο των Διαφωτιστών ή με τη συνεκτικότητα του συντηρητικού εκκλησιαστικού λόγου που, μέσω της ακρότητάς του, δείχνει τη συνολική, πλέον, ανατρεπτικότητα του λόγου των φιλοσόφων.

Δεν προτίθεμαι -σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα- να δείξω πού αυτά τα μελετήματα του Παναγιώτη Κονδύλη ήρθαν να αποκαταστήσουν στις σωστές τους διαστάσεις θέματα, και μάλιστα καίρια, του ελληνικού Διαφωτισμού και τα οποία ανέτρεψαν ορισμένες από τις βεβαιότητες ή τις εύκολες αποτιμήσεις της προηγούμενης έρευνας ή να αναδείξουν τα ευτυχή της ευρήματα και τις εύστοχες θεωρήσεις της. Θα ήθελα μόνο να επισημάνω τις μεθοδολογικές υποχρεώσεις που μας επέβαλε με τα λίγα αυτά κείμενα, υποχρεώσεις που προσδιορίζουν και την ιδανική φυσιογνωμία του ιστορικού των ιδεών και μάλιστα των «μετακενούμενων» ιδεών και ακόμη τον τύπο των ερωτημάτων που πρέπει να θέτουμε και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τα θέτουμε, αλλιώς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τα ιστορικοποιούμε: ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα, το πρόβλημα του υλισμού, οι δυνατότητες υποδοχής του σε συνάρτηση ωστόσο με την ανθρωποκεντρική και πολιτική ουσία αυτού του αφομοιούμενου ως προς το γενικό του σχήμα Διαφωτισμού από το περιβάλλον της ελληνικής λογιοσύνης.

Η έρευνα του Κονδύλη στα κείμενα των εκφραστών του ελληνικού Διαφωτισμού συναντιέται με την προγενέστερη και την εμβαθύνει: αν ο μετριοπαθής χαρακτήρας του είχε ήδη υποδειχθεί κι αν είχε ήδη συνδηλωθεί οι κοινωνικοί του καταναγκαστικοί προσδιορισμοί, παρέμενε ωστόσο να δειχθεί γιατί και σε ποιο βαθμό προσέκρουε στην παραδοσιακή αντίληψη του κόσμου προκαλώντας εντάσεις δυσεξήγητες σε σχέση με τη δική του τονικότητα. Με άλλα λόγια τίθεται το ζήτημα της αριστοτελικής κυριαρχίας, που πηγαίνει μαζί με το ζήτημα της εμμονής της θεολογικής ερμηνείας του κόσμου: στην ερμηνευτική του πρόταση ο Κονδύλης προσδιόρισε τη συνοχή αυτού του κόσμου της παράδοσης και έδειξε σε ποιο επίπεδο τοποθετούνταν η σύγκρουση, επισημαίνοντας την εσωτερική αδυναμία μετριασμού της συνοχής του παραδοσιακού συστήματος. Συγχρόνως έδειξε τα όρια μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η μερική του προσαρμογή, είτε αυτή είχε να κάμει με την ελληνική αρχαιότητα είτε με τον πλατωνισμό που καλούνταν να στηρίξει θεολογικές ανάγκες. Εδειξε έτσι ότι δυο κινήματα, με κοινό παρανομαστή το μετριασμό, δεν ήταν δυνατό να συγκλίνουν παρά, όταν το ένα απ’ αυτά, το διαφωτιστικό, μπορούσε να απορροφηθεί από το παραδοσιακό: αν δεν προχώρησε προς την κατεύθυνση αυτή με συστηματικές διερευνήσεις, άνοιξε οπωσδήποτε το δρόμο, υποδεικνύοντας συγχρόνως ποιες ήταν οι δυνατότητες μεθερμηνείας της παράδοσης σε άλλες εποχές και συγκυρίες. Οπως συνέβηκε με το Διαφωτισμό, έτσι και ως προς την κατεύθυνση αυτή άνοιξε τη βασιλική οδό με το στοχαστικό του έργου για τη μαζική δημοκρατία και το σύνδρομό της, τη μαζική κουλτούρα. Ο ίδιος προσέφερε ένα άμεσο παράδειγμα για το εύρος των ορίων των πνευματικών εκδηλώσεων εκείνων, που άφηνε τη φροντίδα για την ερμηνεία τους στην κοινωνιολογική πρόβαση: το δυσβάστακτο πνευματικό του εύρος ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που διαθέτουν οι πνευματικοί μας θεσμοί, με έκδηλο εκφραστή το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο που τον τίμησε με μια από τις πολλές συνεπείς του απορρίψεις.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Αυγή, 26/07/1998

Advertisements

Where Am I?

You are currently browsing entries tagged with Ασδραχάς at Π.Κονδυλης (Kondylis).