In memoriam

6 Ιανουαρίου, 2009 § 2 Σχόλια

του Δ. Μητροπουλου

Τι αφήνει πίσω του ένας άνθρωπος; Στην περίπτωση του φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη η απάντηση είναι αφοπλιστικά απλή: Το έργο του.

Εργο πολυσχιδές και διεισδυτικό, που του είχε εξασφαλίσει, πράγμα σπάνιο, αναγνώριση εκτός ελλαδικών συνόρων, όπως αυτή εκφραζόταν από την αρθρογραφία του στην έγκυρη εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine Zeitung», τα πολυάριθμα βραβεία που έλαβε στη Γερμανία, την πρόσκληση του Rand Corporation ­ της οποίας δεν έκανε χρήση. Εργο διαβρωτικό, αν αναλογισθεί κανείς τα καυστικά ­ ειδικώς αφιερωμένα στην Ελλάδα ­ επίμετρα των έργων του, που προκάλεσαν οξείες αντιδράσεις.

Ο Κονδύλης αφήνει πίσω του πολυσέλιδο και πρωτότυπο (όχι σχολιογραφικό!) έργο ­ μόνο που αυτό δεν αρκεί για να μας παρηγορήσει. Είναι εξόχως οδυνηρή η σκέψη ότι πέθανε αιφνίδια και πρόωρα σε ηλικία 55 χρόνων, αν αναλογισθεί κανείς ότι ετοίμαζε τρίτομο έργο κοινωνικής οντολογίας και ότι φιλοδοξούσε να συλλάβει τον «ενιαίο χαρακτήρα της ανθρώπινης πράξης», αποκαθιστώντας συνάμα την «ενιαία φιλοσοφία».

Το corpus του έργου του Κονδύλη λάμπει ­ περισσότερο όμως λάμπει το παράδειγμά του. Κοιτάζει κανείς ξανά το μείζον θεωρητικό έργο του «Ισχύς και απόφαση» (1984) και συναντά στο τέλος μια φράση: «επαΐων του περιθωρίου». Αραγε, του ταίριαζε αυτός ο προσδιορισμός;

Ο Κονδύλης, που μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και στη Χαϊδελβέργη, δεν δίδασκε ­ αποστρεφόμενος ίσως την ιεραρχία της σχέσης δασκάλου-μαθητή. Στοχαστής, άρα διανοούμενος, δεν αξιοποίησε τη φήμη του για να διορισθεί σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, σε διεθνείς οργανισμούς ­ κοντολογίς, περιφρόνησε το μέλι της εξουσίας που μετατρέπει σε σφήκες ουκ ολίγους πνευματικούς ανθρώπους.

Ο Κονδύλης έγραφε, «δουλεύοντας ατελείωτες ώρες ­ όσο χρειάζεται», όπως έλεγε με θαυμασμό ένας οικείος του. Στο σπίτι του στον Κοκκιναρά ή σε μια σοφίτα που του είχε παραχωρήσει ένας φίλος του στη Χαϊδελβέργη. Και, σε μια εποχή που μετατρέπει τους διανοουμένους σε διασημότητες και αντιλαμβάνεται τις ιεραρχίες της σκέψης ως star-system, έδινε σπανιότατα συνεντεύξεις και δεν επέτρεπε να δημοσιευθεί φωτογραφία του ­ όσο κι αν τον πίεζαν οι αρχισυντάκτες της «Frankfurter Allgemeine».

Το καλοκαίρι του ’96 «Το Βήμα» εξασφάλισε, για τη σειρά «Δώδεκα Ελληνες Στοχαστές», φωτογραφίες του, με τη φιλική συνδρομή οικείων του. Σε αυτές βασίστηκε το δημοσιευόμενο σήμερα σκιαγράφημά του.

Ενας φιλόσοφος που γράφει, αλλά δεν διδάσκει. Ενας στοχαστής αφιερωμένος στα βιβλία του, που παρεμβαίνει όμως στα κοινά με την επιφυλλιδογραφία του ­ παράδειγμα τα άρθρα του που δημοσιεύονται τα δύο τελευταία χρόνια στο «Βήμα» ­ γιατί, όπως έλεγε, η καθαρότητα της θεωρίας «δεν σε απαλλάσσει από την υποχρέωση να βουτήξεις τα πόδια σου στη λάσπη» της επικαιρότητας· παράδειγμα, το πρόσφατο ενδιαφέρον του για τα ελληνοτουρκικά, απόρροια των μελετών του πάνω στο «Περί πολέμου» του Κλαούσεβιτς. Ενας διανοούμενος που αναλώνεται για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια διευθύνοντας και επιμελούμενος προσωπικά τη σειρά «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» που αριθμεί περισσότερους από 50 τόμους. Αρα, δημιουργεί υποδομή σκέψης.

Πόσοι ξέρουν ότι ο «θεωρητικός της απόφασης» Παναγιώτης Κονδύλης ήταν, τα χρόνια της δεκαετίας του ’60, ιδρυτικό μέλος της ΕΦΕΕ; Οτι υπηρέτησε τη θητεία του στις Ενοπλες Δυνάμεις τα χρόνια της δικτατορίας ως ημιονηγός σε πειθαρχικό τάγμα; Οτι έφυγε σε ηλικία 28 ετών από την «επαρχιακή και παρασιτική» Ελλάδα και ότι δεν δίσταζε να παραδεχθεί ότι τα βιβλία του δεν θα μπορούσε να τα είχε γράψει αν έμενε στη χώρα μας; Οτι ήθελε να πεθάνει «χωρίς να έχει πατήσει το πόδι του έξω από τη Γηραιά Ευρώπη»;

Ο υποφαινόμενος, συντάκτης της προσωπογραφίας του φιλοσόφου που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του ’96 στο «Βήμα», είχε το προνόμιο να γνωρίσει τον Παναγιώτη Κονδύλη ­ μια ανθρώπινη φυσιογνωμία που έλαμπε. Ομιλητής συναρπαστικός· πνεύμα εκλεκτικό· άνθρωπος οξύθυμος, προικισμένος όμως με χάρη, ευγένεια και γενναιοδωρία· εραστής της ακρίβειας, που είχες την αίσθηση ότι αρρώσταινε όταν η έντυπη μορφή των κειμένων του απείχε έστω και κατά ένα κόμμα από το χειρόγραφό του.

Ενας επαΐων του περιθωρίου; Η αντίφαση τέμνει την εποχή μας, φωτίζοντας τη μικρότητά της. Αν το σκεφθεί όμως βαθύτερα κανείς, δηλώνει την ισχύ μιας απόφασης ­ ή μάλλον μια στάση, η οποία «νιώθεται».

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ, 19.07.1998

Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα

27 Δεκεμβρίου, 2008 § 9 Σχόλια

του Φωτη Τερζακη

Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα.
Μια κριτική αντιπαράθεση με αφετηρία την αντίθεση σ’ έναν απολιθωμένο και εξουσιαστικό μαρξισμό.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά.
Παλιά και Νέα θεότητα. Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Π. Κονδύλη και το περιοδικό «Σημειώσεις»
«ΕΡΑΣΜΟΣ» ΣΕΛ. 102.

Ολη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.

Η παρούσα έκδοση έτσι επιτελεί μια διπλή κριτική επανόρθωση: πρώτον, διορθώνει το ατόπημα εκδοτικού οίκου ο οποίος προσφάτως περιέλαβε δύο από τα κείμενα αυτής της συζήτησης αποκομμένα συμφραζομένου σε ένα συμπίλημα άρθρων τού από πενταετίας νεκρού στοχαστή με τίτλο «Μελαγχολία και πολεμική» (στο κάτω κάτω αυτή η κατόπιν εορτής κατασκευή ενός διανοητικού «αστέρα» γίνεται, έστω σε μικρή κλίμακα, κερδοφόρα)· δεύτερον, δείχνει ανάγλυφα την ιστορική γένεση αυτής της σκέψης μέσα στο αληθινό της συμφραζόμενο, που δεν είναι διόλου μικρότερης σημασίας και βαρύτητας από την ίδια (παρ’ ότι για διάφορους λόγους δεν προσφέρεται για αντίστοιχη καταναλωτική συσκευασία). Συγκεκριμένα, πρόκειται για την τεκμηρίωση ενός διαλόγου που έγινε από τις σελίδες των «Σημειώσεων» (τ. 13-14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον Παναγιώτη Κονδύλη και τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, πλαισιωμένου από δύο ακόμα κείμενα, του Μάριου Μαρκίδη και του Στέφανου Ροζάνη. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν του Αντώνη Λαυραντώνη: όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο έναυσμα της όλης συζήτησης, μια κριτική του Μ. Μαρκίδη στον Εριχ Φρομ δημοσιεύτηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για το λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εδώ απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε απ’ αυτό τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Σπ. Στίνα, τον οποίον άλλωστε -σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες- προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση. Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Π. Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους πρακτικούς και άλλους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση ανοίγει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο του Μ. Μαρκίδη, όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο-αισιόδοξος ανθρωπισμός του Εριχ Φρομ, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη. Υποβάλλεται μάλιστα μια εξωιστορική διάσταση του πράγματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή του σαρδόνιου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, προκαλεί μια εκτενή παρέμβαση του Π. Κονδύλη με τίτλο ακριβώς αυτόν που φέρει σήμερα ως τίτλο η έκδοση. Η απάντηση του Γ. Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που ο τελευταίος συμμερίζεται με τον Μανόλη Λαμπρίδη, παλαιότερο συνομιλητή του Λαυραντώνη αλλά και του Στίνα), προκαλεί δεύτερη επίθεση του Π. Κονδύλη, με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές των οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο του Στ. Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας», το οποίο, περισσότερο φιλολογικό και χωρίς να προεκτείνει επιχειρηματολογικά τα προηγηθέντα, παρ’ ότι δεν αναφέρεται ονομαστικά, γράφτηκε, εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

Κοινό θεωρητικό έδαφος

Το να συνοψίσει κανείς εν σμικρώ την αντιπαράθεση Κονδύλη-Λυκιαρδόπουλου δεν είναι κάτι απλό, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που θίγονται και της εννοιολογικής εκλέπτυνσης στην οποία προχωρούν όλο και περισσότερο οι δύο συνομιλητές. Εν πρώτοις, μοιράζονται μεγάλο μέρος κοινού θεωρητικού εδάφους, και αυτό μπορεί να συνοψιστεί σε δύο τουλάχιστον σημεία: πρώτον, τη μαρξιστική θεωρητική παράδοση της κριτικής στην ιδεολογία (ως «ψευδή συνείδηση» που συγκαλύπτει υλικές ανισότητες και βλέψεις κυριαρχίας), δεύτερον, την απέχθεια για τις «πραγματώσεις» του σοσιαλισμού σε νέες γραφειοκρατικές ή ολοκληρωτικές δομές κυριαρχίας. Και οι δύο είναι πρόθυμοι να στρέψουν τη μαρξιστική κριτική της ιδεολογίας εναντίον ενός απολιθωμένου και εξουσιαστικού «μαρξισμού», αλλά με εντελώς διαφορετική πρόθεση, η οποία σταδιακά διερύνεται σε αληθινό χάσμα: ο Κονδύλης, σε κάτι που μοιάζει με «προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική ιδεολογία», θα προσπαθήσει να δείξει την οντολογική -όπως ο ίδιος πιστεύει- δομή ενός παιχνιδιού που επαναλαμβάνεται ατέρμονα μέσα στην ιστορία, όπου οι σημερινοί απελευθερωτές μεταβάλλονται σε αυριανούς δυνάστες, κάτι το οποίο δεν επηρεάζεται από το θρησκευτικό ή κοσμικό πρόσημο των ιδεολογιών, διαφεύγει των συνειδητών προθέσεων των ίδιων των ιστορικώς δρώντων και, αν διαβαστεί σωστά, υποβάλλει μια ορισμένη άποψη για την ανθρώπινη φύση που ελάχιστα διαφέρει από την πεσιμιστική ανθρωπολογία του Τόμας Χομπς (ενισχυμένη εδώ, καθώς φαίνεται, από σαφείς νεοδαρβινιστικούς επιτονισμούς). Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, αντίθετα, οδηγώντας σε αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής του συγκεκριμένου» αλλά και όλη την κληρονομιά της κιρκεγκοριανής διαλεκτικής, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας, του οράματος της απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «διά ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική του μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση του Π. Κονδύλη σε μιαν ατέρμονα κινητική και ουσιωδώς ανοιχτή σκέψη που θα την καταδείξει ως ανησυχητικά συγγενή με την ίδια την αστική ιδεολογία του «εσαεί αμετάτρεπτου» της παρούσας ιστορικής πραγματικότητας.

Λατρεία της επιστημονικότητας

Η έσχατη επιλογή ανάμεσα στις δύο θέσεις παραμένει βεβαίως μη αποφασίσιμη, και υποψιάζεται κανείς ότι είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένη από κοινωνικούς ή ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες που συγκαθορίζουν αναπόδραστα την αξιολόγηση. Δεδομένου ότι αυτό, ως περιορισμός εντός του οποίου και μέσω του οποίου ασκείται ακατάπαυστα η σκέψη, θα έπρεπε να είναι απολύτως εν γνώσει και των δύο συνομιλητών, η πιο εξωφρενική ιδέα που εμφανίζεται εδώ είναι ακριβώς η αξίωση του Π. Κονδύλη για «επιστημονική αντικειμενικότητα» -ή, όπως το θέτει ο επιστημονιστικός αρχοντοχωριατισμός που έγινε διανοητικός συρμός στον εικοστό αιώνα, για χωρισμό των «περιγραφικών» από τις «αξιολογικές κρίσεις»…

Αυτή η παιδαριώδης λατρεία της επιστημονικότητας είναι στην πραγματικότητα το πλέον αυταρχικό και καταπιεστικό στοιχείο στη σκέψη του Π. Κονδύλη, και προαναγγέλλει με ακρίβεια την εργαλειοτεχνική ωμότητα των ύστερων αναλύσεών του στα γνωστά έργα της ωριμότητάς του. Ευγλωττότερη μαρτυρία περί αυτού είναι η βάναυση διάκριση που κάνει -τον υπόρρητο αξιακό χαρακτήρα της οποίας θα του επισημάνει άλλωστε με ενάργεια ο συνομιλητής του- ανάμεσα σε «αυνανισμό» των διανοουμένων και σε πρακτικό ρεαλισμό των διαφόρων «Λένιν, Στάλιν και Μάο» (σ. 51).

Επιστημονικός θετικισμός και πολιτικός ολοκληρωτισμός (στη φασιστική είτε στη σταλινική είτε ακόμα στη σημερινή αμερικανιστική εκδοχή) βαστάζονται χέρι χέρι στη σύγχρονη ιστορία, και το να λαμβάνουμε υπόρρητα (όπως ατυχώς έκανε ο ίδιος ο Μαρξ) ως μοντέλο για την κριτική των ιδεολογιών την αντίθεση θρησκεία-επιστήμη σημαίνει ότι κλείνουμε με τυφλότητα τα μάτια μπροστά στην τρομακτικότερη και την πιο εφιαλτική μορφή ιδεολογίας που γέννησε ο σύγχρονος κόσμος: ακριβώς, την ιδεολογία της τεχνοεπιστήμης.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 08/08/2003

Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης (απόσπασμα)

4 Δεκεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Απόσπασμα, στοιχεία έκδοσης και σύντομη συζήτηση, εδώ:

http://anagnosmatario.blogspot.com/2007/07/blog-post_09.html

Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία (απόσπασμα)

4 Δεκεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Απόσπασμα, στοιχεία έκδοσης και σύντομη συζήτηση εδώ:

http://anagnosmatario.blogspot.com/2007/06/o.html

Από τον 20ο στον 21ο αιώνα (απόσπασμα)

4 Δεκεμβρίου, 2008 § 3 Σχόλια

Απόσπασμα και στοιχεία έκδοσης εδω:

http://anagnosmatario.blogspot.com/2008/03/blog-post.html

Βιβλιογραφία – Bibliographie

27 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Lsr-project.de

Βιβλιογραφία έργων του Κονδύλη και άρθρων για τον Κονδύλη στα γερμανικά (πλήρης) και άλλες γλώσσες

Bibliographie zu Panajotis Kondylis: Schriften von / über Kondylis

http://www.lsr-projekt.de/kondybib.html

Κείμενα γερμανικών βιβλιοκριτικών για τον Κονδύλη:

Texte von Rezensionen:

http://www.kondylis.net/Rezensionen.htm

Α. Στυλιανός, Ο Κονδύλης ως μεταφραστής και επιμελητής

27 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Ο μεταφραστής και επιμελητής

Α. Στυλιανός | TO BHMA – 15 Νοεμβρίου 1998

Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι γνωστός, κατά κύριο λόγο, ως ιστορικός των ιδεών και ως τολμηρός στοχαστής. Οσοι πάντως έχουν παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τη γόνιμη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα αναγνωρίζουν επίσης στο πρόσωπό του έναν ακάματο μεταφραστή και επιμελητή της έκδοσης πολλών σημαντικών κειμένων στη γλώσσα μας. Βλέποντας κανείς τον όγκο και την ποιότητα της συγγραφικής παραγωγής του, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τον τρόπο με τον οποίο κατάφερνε να εξοικονομεί τις ώρες εργασίας που απαιτούνται για ένα τόσο εκτεταμένο μεταφραστικό έργο. Και τούτο διότι δεν πρόκειται απλώς για μεταφράσεις, αλλά για ολοκληρωμένες εργασίες που συνίστανται σε εισαγωγή, μετάφραση και υπομνηματισμό, δηλαδή διεξοδικά σχόλια και υποσημειώσεις. Στο σημείο αυτό, εξάλλου, εντοπίζεται και ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία που διακρίνουν την εργασία του Κονδύλη: η μεθοδολογική και επιστημονική αυστηρότητα.

Ανάμεσα στις νεανικές μεταφραστικές του προσπάθειες, ξεχωρίζει η δίτομη έκδοση των Εργων του Μακιαβέλι στις εκδόσεις Κάλβος (1971). Στον πρώτο τόμο υπάρχει εκτενής και εμπεριστατωμένη Εισαγωγή για τη ζωή και το έργο του ιταλού πολιτικού στοχαστή. Ο αναγνώστης ενδέχεται να αισθανθεί κάποια απογοήτευση διαπιστώνοντας την αποσπασματικότητα των μεταφρασμένων Εργων, όμως θα πρέπει να λάβει υπόψη του πως μια ελληνική έκδοση των Απάντων του Μακιαβέλι θα αποτελούσε σχεδόν έργο ζωής. Οσο για τις προθέσεις του μεταφραστή, ήδη από την πρώτη φράση του Προλόγου του ο Κονδύλης δηλώνει ευθέως, και κάπως ωμά, τους λόγους της ενασχόλησής του με τη μετάφραση και επιμέλεια ξενόγλωσσων κλασικών κειμένων: «Είναι γνωστό και εύγλωττο το γεγονός ότι στην κακορίζικη τούτη γενέτειρα της φιλοσοφίας δεν υπάρχει ούτε μία συστηματική ερμηνευτική παρουσίαση των κειμένων του Α ή Β μεγάλου ευρωπαίου στοχαστή». Είναι γεγονός ότι, στα περίπου είκοσι πέντε χρόνια που επακολούθησαν, η εν λόγω ανυπαρξία καλύφθηκε σε κάποιο βαθμό, οπωσδήποτε χάρη και στον μόχθο του Κονδύλη.

Το 1983 ο Κονδύλης παρουσιάζει στα ελληνικά, κατά τρόπο υποδειγματικό, τη διδακτορική διατριβή του Καρλ Μαρξ Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας. Στην Εισαγωγή του επιχειρεί να περιγράψει την αφετηρία της διανοητικής εξέλιξης του Μαρξ. Η συστηματική ενασχόλησή του με τα μαρξικά κείμενα καταλήγει σε μια συνοπτική μελέτη (Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα, 1984) και συμπληρώνεται με την πολύ χρήσιμη έκδοση, ενδιαφέρουσα κυρίως από πολιτική και ιστορική άποψη, των κειμένων του Μαρξ και του Ενγκελς σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα (1985). Οι μεταφράσεις αυτές των κειμένων του Μαρξ, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Γνώση, κάλυψαν όντως ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία. Ωστόσο, η σημαντικότερη μεταφραστική προσφορά του Κονδύλη από φιλοσοφική άποψη υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, η έκδοση για πρώτη φορά στα ελληνικά του περίφημου έργου του Μοντεσκιέ, Το πνεύμα των νόμων (μτφρ. Κ. Παπαγιώργη – Π. Κονδύλη, εκδόσεις Γνώση, 2 τόμοι, 1994). Ο απαιτητικός αναγνώστης μπορεί οπωσδήποτε να βγει κερδισμένος, και στην περίπτωση αυτή, από τη χρήσιμη Εισαγωγή.

Χρειάζεται να αναφερθεί κανείς και στις μεταφράσεις του Κονδύλη που εκδόθηκαν στην καλαίσθητη σειρά «Στοχασμοί» των εκδόσεων Στιγμή. Πρόκειται για τη μετάφραση επιλεγμένων χωρίων από τους αφορισμούς του Λίχτενμπεργκ (1992), από το ημερολόγιο του Τσέζαρε Παβέζε (1993), από το έργο του Σαμφόρ (1994) και από το έργο του Ριβαρόλ (1994). Μέσα από τις επιλογές αυτές θα μπορούσαμε ίσως να διακρίνουμε ορισμένες λογοτεχνικές προτιμήσεις του μεταφραστή, όπως την αγάπη του για το επιγραμματικό και ελλειπτικό είδος του αφορισμού. Το βέβαιο είναι ότι η ποικιλία των μεταφραστικών εγχειρημάτων του Κονδύλη φανερώνει αφ’ ενός το εύρος των ενδιαφερόντων του και, αφ’ ετέρου, τη μεγάλη του γλωσσομάθεια. Σε ό,τι αφορά το γλωσσικό αποτέλεσμα των μεταφράσεων, αυτό κρίνεται πολύ ικανοποιητικό: το μεταφραστικό ύφος διακρίνεται από συνέχεια και συνέπεια, είναι στιβαρό και ταυτόχρονα διαυγές, μολονότι θα μπορούσαμε να του προσάψουμε έναν κάποιο στόμφο ή και ορισμένες καθαρεύουσες προτιμήσεις (κυρίως λεξιλογίου και ορθογραφίας).

Για την εκδοτική προσφορά του Κονδύλη θα ήταν αρκετό να αναφερθεί το γεγονός ότι επί δεκαπέντε χρόνια (από το 1983) διηύθυνε μία από τις σημαντικότερες σειρές φιλοσοφικών μεταφράσεων στα ελληνικά: ο λόγος για τη «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» των εκδόσεων Γνώση. Πρόκειται όντως για βιβλιοθήκη, εφόσον έχουν εκδοθεί 55 τόμοι, ανάμεσα στους οποίους συναντάμε έργα κλασικών φιλοσόφων (Χομπς, Λοκ, Μοντεσκιέ, Μαρξ, Νίτσε, Χούσερλ, Βιτγκενστάιν), καθώς και σύγχρονων στοχαστών (Καρλ Λέβιτ, Χάννα Αρεντ, Ερνστ Κασίρερ, Λέο Στράους, Ραϊμόν Αρόν, Μισέλ Φουκό, Ζαν – Φρανσουά Λυοτάρ, Ουμπέρτο Εκο, Ζακ Ντεριντά). Στην ίδια σειρά ο Κωστής Παπαγιώργης μετέφρασε από τα γαλλικά το τετράτομο συλλογικό έργο Η Φιλοσοφία, έκδοση που προσφέρει ένα εξαιρετικά χρήσιμο πανόραμα της φιλοσοφικής σκέψης από την αρχαιότητα έως τον 20ό αιώνα. Επίσης, στη «Βιβλιοθήκη» του Κονδύλη βρήκαν φιλόξενη στέγη τρεις σημαντικές ανθολογίες ελληνικών φιλοσοφικών κειμένων: Η ελληνική φιλοσοφία, 1453-1821 (2 τόμοι, με επιμέλεια του καθηγητή Νίκου Κ. Ψημμένου), Η φιλοσοφική σκέψη στην Ελλάδα, 1828-1922 (2 τόμοι, με επιμέλεια της ερευνήτριας Ρωξάνης Δ. Αργυροπούλου) και Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, 1875-1974 (5 τόμοι, με επιμέλεια του καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου). Επιπλέον, η πλήρης παρουσίαση (πρωτότυπα κείμενα, μετάφραση, σχολιασμός) των σωζόμενων αποσπασμάτων της αρχαίας Σοφιστικής (με επιμέλεια του καθηγητή Ν. Μ. Σκουτερόπουλου) αποτελεί εκδοτικό επίτευγμα.

Εκτός από τη «Βιβλιοθήκη», τα τρία τελευταία χρόνια ο Κονδύλης ίδρυσε και διηύθυνε άλλη μία αξιόλογη σειρά μεταφράσεων με τίτλο «Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός», στις εκδόσεις Νεφέλη. Στη σειρά αυτή, που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, δημοσιεύονται βασικές μελέτες στοχαστών του αιώνα μας σχετικά με την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Βεβαίως, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι συστατικό στοιχείο της δουλειάς του Κονδύλη αποτελούσε πάντα η φροντίδα του για την αισθητική και τυπογραφική αρτιότητα των βιβλίων που μετέφραζε ή των οποίων είχε την επιμέλεια.

Οσοι διδάσκουμε φιλοσοφία, κάποια στιγμή αναπόφευκτα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα φοιτητικό ερώτημα: Υπάρχουν σήμερα σημαντικοί στοχαστές, οι οποίοι μάλιστα να ζουν ανάμεσά μας, στον τόπο μας; Εννοείται ότι μια καταφατική απάντηση πρέπει να συνοδεύεται από επώνυμα παραδείγματα. Πιστεύω πως ο πρόωρος θάνατος του Π. Κονδύλη καθιστά δυσκολότερο το, ούτως ή άλλως ζόρικο, ερώτημα. Ισως η μόνη παρηγοριά είναι ότι ο συγγραφέας συνεχίζει να ζει μέσα από το έργο του ­ και το μεταφραστικό.

ΠΗΓΗ: http://tovima.dolnet.gr/default.asp?pid=2&artid=104895&ct=114

Στοχασμοί και αποφθέγματα

27 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Στοχασμοί και αποφθέγματα (γερμανικά και ελληνικά. Μετάφραση: Λ. Λαρέλης (= Κ. Κουτσουρέλης)

 

Σύντομο σημείωμα του Α. Καϊση περί αποφθεγμάτων, εδώ

ΠΗΓΗ: Νέα Εστία, τεύχος 1717 (1999) 

The obsoleteness of conservatism

25 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

Paul Gottfried

Panajotis Kondylis (1943-), a Greek scholar who lives in Heidelberg and writes in German, may be, unbeknownst to himself, one of the great conservative thinkers of our age. Describing Kondylis as a conservative might leave him and his readers puzzled. His five-hundred page work Conservatism (1986) examines “the historical content and decline” of its subject. For Kondylis, conservatism had already declined in the last century as a major political force. It was the ideal of an essentially medieval hierarchical society defended by landed aristocrats and their intellectual followers. What Americans have usually presented as conservative values, Kondylis explains, belongs to a “bourgeois world of thought.” Indeed the historical constructions of American traditionalists have been at most attempts to “exalt an older conceptual legacy and a long dead way of life against the newest developments in the direction of a consumerist mass democracy.”[1] Kondylis cites Russell Kirk and the Southern Agrarians as examples of this tendency to conjure up an ideal organic past in a society that has always been nearer to mass democracy than it has to European traditionalism.

Kondylis identifies himself with Marxism, broadly understood. In a recent essay, “Marxism, Communism, and the History of the Twentieth Century,” Kondylis offers this revealing opinion: “The planetary social project of Communism failed not because of moral or economic inferiority but because the national power of Russia encountered the superior national power of the United States.” Furthermore, “Never before has the Marxist view of history been as true and current as it is now in the initial phase of a planetary history,” particularly in determining social relations and the “ideological” forms that they take.[2] In my German correspondence with him, Kondylis makes the point that, unlike me, “he stands far closer to Marx than to [the German legal thinker] Carl Schmitt.”[3] His detailed analysis of social class and of ideological consciousness as reflected in culture point back to Marx and to the twentieth-century Marxist interpreter of intellectual history, George Lukacs. Kondylis underlines these connections whenever he can.
His transparent dislike for the United States and its current devotion to “human rights” may offend some American patriots. He reduces the American faith in democracy and in universal rights to an instrument of national power. In a caustic piece for the Frankfurter Rundschau (August 18, 1996), “Human Rights: Conceptual Confusion and Political Instrumentalization,” he notes that the United States speaks of human rights in the context of international affairs, not as a replacement for its own national laws that still distinguish between citizens and non-citizens: “No state can grant all of humanity the same rights–e.g., rights of settlement and voting–without ceasing to exist.” For the American government, “human rights are a political tool within a planetary context whose density requires the use of universalist ideologies; within this framework, however, great nations continue to determine the binding interpretation of those same constructs.”[4] Kondylis dislikes not only Americans for what he perceives as political hypocrisy but for their consumerist mentality. He has editorialized against the corrupting effect of American hedonism, which he thinks is now infecting Europeans.

Kondylis’s brief against the United States occasionally descends into superficial generalization. “Human rights” ideology is by no means accepted by all Americans; and contrary to what Kondylis asserts, “human rights” ideologues are willing to blur the distinction between the rights of citizens and of noncitizens. Recent judicial decisions that bear on the “rights” of illegal aliens have interpreted the Fourteenth Amendment as establishing universally binding human rights. Meanwhile, advocates of a human rights-based foreign policy, like the editorial boards of the New York Times and Wall Street Journal, have been equally zealous in upholding an expansionist immigration policy. Conversely, American nationalists on the Old Right have been both isolationists and critics of “human rights.”[5] As for the assurance given that “economic inferiority” had nothing to do with the disintegration of the Soviet empire, this particular statement is never demonstrated. Kondylis goes on to speak of the “superior national power of the United States,” which may be another way of referring to the working economy of the U.S., as opposed to the fatally paralyzed one of the former Soviet Union.[6]

Despite Kondylis’s Marxist self-labeling and distaste for the United States, one can find in him an identifiable man of the Right. But the Right to which Kondylis belongs is not the European counterpart of the American Right-Center, made up of pro-business supporters of a democratic welfare state and of a consumer economy. Like the intellectual movement called the European New Right, which often quotes him, Kondylis stresses the merits of traditional community, which he believes to be threatened by American mass democracy and American economic expansion. Unfortunately, antiAmericanism has become instinctive for many on the European Right.[7] I say “unfortunately” not because this sentiment is never justified. I think it often is, given the human rights and globalist triumphalism of American state department spokesmen and journalists and the moral pollution produced by our entertainment industry. But anti-Americanism gets in the way of understanding our current political context. Much of what the European New Right blames on the American people are recent developments, such as crusades for human rights with an often changing content; while what is perceived as quintessentially American is equally characteristic of other Western societies. Here a sense of historical change may be necessary. For example, Southern planters and the Northeastern merchant class of the midnineteenth century were far removed from late twentieth-century mass democracy. They were in fact as far removed from it as the world of Palmerston and Disraeli was from the social democratic and multicultural England which I visited last year.

Note that the Marxism that Kondylis expounds is highly selective and without the egalitarian and “utopian” aspects of the original product. Kondylis praises Marx and some Marxists for looking behind ideologies for the social and/or political interests which they incarnate. Like Marx, he considers “ideology” to be “false,” a shared body of social and cultural attitudes which distorts historical reality, willfully or unwittingly. Kondylis mocks ethicists for packaging as “human rights” the interests of empires or the political ambitions of particular intellectuals. For Kondylis, such ethicizing conceals a will to power or the force of an expanding consumer economy. But Kondylis rarely seizes on the terms “ideologeme” or “false consciousness” when he analyzes the restorationist thought of the early and mid-nineteenth century. Although a sound argument can be made that Joseph de Maistre, Friedrich Stahl, and Le Comte de Bonald were defending a dying European order against a rising bourgeois society, Kondylis discusses such counter revolutionaries with profound respect. Not all of the foredoomed battles in his work or in his view of world history are traced to “false consciousness,” and it may be observed that the closer he gets to the modern era of “mass democracy,” planetary politics, and a consumerist culture the more Kondylis talks about dishonest ideologues.

This selectiveness may be partly the result of ingrained attitudes. Though a visceral anti-American fond of Marxist terminology, Kondylis has no use for mass democracy and its cultural and economic accompaniments. Sprung from an illustrious Greek family that produced both statesmen and military officers, he remains proud of his own antecedents. As he explained, with self-deprecation in a letter to me, unlike other Kondylises who accomplished much, “all he has managed to do is write long books in German.” His books, by the way, are not only long but recondite, written in exceedingly dense prose and marked by tortuous explications.

This stylistic difficulty and his questionable generalizations about Americans to the contrary notwithstanding, Kondylis reveals two strengths that American conservatives would do well to imitate. One, he contextualizes ideas, without reducing them to mere epiphenomena of other historical forces. Kondylis grasps the necessary relation between cultural and moral ideals and the social and political configurations in which they develop. He demonstrates the disintegration of a conservative vision, one based on fixed orders with corresponding duties and privileges, in a society then undergoing critical changes, namely urbanization and the Industrial Revolution. Those who wished to represent an already superannuated conservative vision lost their social base and were forced to modify their public stance to include bourgeois ideals.

In this modified conservative view that emerged in the second half of the nineteenth century, defenders of medieval hierarchy and civil order made common cause against revolt from below. They and bourgeois liberals opposed democratic revolutionaries and socialist reformers. In this alliance, however, the truly conservative vision of order became increasingly vestigial.[8] The major lines of division were thereafter between “bourgeois modernity” and “mass democratic postmodernity,” a topic minutely discussed in Kondylis’s book The Decline of the Bourgeois Form of Thought and Life (1991).[9] Social visions remain competitive, Kondylis reminds his reader, for only as long as they are tied to a dominant or powerful class. Once that class is overwhelmed by political or material changes, its ideas inevitably fall out of favor. Though Kondylis points out the historical precondition for the predominance of what he as well as Richard Weaver calls a “vision of order,” he does not relativize all such visions. From his descriptions it is clear that Kondylis favors the restorationist thought of the early nineteenth century over the liberal bourgeois Denkformen that replaced it. Despite his attempted detachment in surveying the end of mass democracy, Kondylis despises the disorder and boundless self-indulgence which he associates with the postmodern age.

He presents mass democracy as a total way of life that develops in a favorable political and economic climate. He does not use the term simply to express contempt for what he dislikes. Nor does he try to reduce mass democracy to a side effect of some material transformation, for example, by treating it as a byproduct of industrial growth or of the shifting of population toward cities. Kondylis does note certain political and economic preconditions for the rise of mass democracy, most particularly universal suffrage, material abundance, and the identification of self-government with public administration. But he also stresses its cultural and intellectual presuppositions. Among those that preoccupy him are the avant-garde artistic movements of the early twentieth century and the kind of experimental theater that began shortly thereafter. Unlike the Marxist Lukacs, who viewed such movements as sources of bourgeois amusement, Kondylis interprets them as the beginnings of a cultural war. Artists and playwrights collaborated in bringing down the bourgeois liberal world. For they despised precisely what it exalted, social constraint, rationally comprehensible art, and a coherent view of life and civic responsibility.

In their place Western society received a highly subjective, self-expressive, and ideologically inflammatory culture. Once this became wed to material hedonism, the erosion of identity, and a fixation on total equality, Kondylis maintains, a mass democratic world view established itself.[10] Kondylis points to the cultural components of this world view as omens of postmodernism. Rather than identifying this phenomenon exclusively with the most recent assaults on fixed or received meanings, Kondylis argues that postmodernism has been extensive with the entire mass democratic age.[11] The relativization of meaning is only the latest strategy for advancing social equality and for evacuating nondemocratic opinions associated with an elitist past.

Mass democracy, as interpreted by Kondylis, is also a global process. Moving from the West where it supplanted “an oligarchic and hierarchical bourgeois liberalism,” it is now “merging with a planetary landscape,” in which Marxism and Communism have become the preparatory phases in a mass democratic end of history.[12] Unlike the liberal age it ended or the Communism it surpassed in material productiveness, mass democratic society both proclaims and works toward providing material gratification. In a secularized and dehierarchical setting, it does what Marxist socialism promised but only occasionally could produce. Here Marx, according to Kondylis, offered a partially accurate prediction but grafted onto it a happy historical ending that is unlikely to come to pass. Marx “had clung to the idea of a normative-eschatological unification of world history” and “had explained this unitary character of a planetary event through social and economic factors while drawing appropriate political conclusions [from his assumptions].”But this unitary world history which Marx saw as tied to economic modernization is also intensifying the war against social cohesion, in the name of individual gratification and universal sameness. Kondylis observes the irony that the struggle against Communism, “fought not least of all for liberal ideals,” has resulted in the victory of a postliberal society, one whose dissimilarity from the bourgeois age is greater than the distance that had separated Europe before the French Revolution from the Europe of the late nineteenth century. This exemplifies the ideological misrepresentation that Kondylis believes characterizes the promoters of mass democracy. They insist on a fictional continuity with the liberal past.[13]

Kondylis’s contextualization of conservative, liberal, and mass democratic world views and his detailed analysis of mass democracy carries implications that he spells out for would-be conservatives. The term “conservative” is now being applied, he explains in an essay, “The Archaic Character of Political Concepts,” to those who have nothing to do with an agrarian aristocratic society and less and less to do with a bourgeois liberal order. Kondylis finds it useless to define conservatives as “those who defend existing institutions, no matter what they happen to be.”[14] He mocks journalists and academics who indiscriminately apply “conservative” to Chancellor Kohl or to Russian insurgents. They are accused of the same semantic opportunism as those who use “liberal” not to describe the “economic and constitutional conceptions of the European bourgeois but the right to abortion or an unlimited right to asylum.”Least of all does Kondylis accept the Marxist practice, common during the Cold War, of designating the anti-Communist West as “conservative.” Such a designation is unsuited for a “system which has revolutionized productive forces to an unprecedented extent and which places at the disposal of individuals material and mental possibilities that represent an astonishing and world-historical novum.”[15]

Kondylis believes that a conservative politics in the sense that he understands that concept can no longer be fruitfully pursued. The socio-political context for this orientation was already disappearing by the late nineteenth century, and a similar fate overtook bourgeois liberalism, which gave way to mass democracy. Moreover, the mass democratic system that Kondylis analyzes embraces politics, the economy, ethical reasoning, and the arts. It permeates and shapes human relations and expectations, and, despite its war against most of the Western heritage, is now held to be the crowning achievement of Western democratic peoples. It also condemns and dissolves traditional gender, social, and ethnic distinctions, and, ethically and economically, prepares the way for a global society of uprooted and increasingly indistinguishable individuals. Whether or not one accepts Kondylis’s view of the United States as the vital source of this mass democratic empire, what he describes in any case is too monolithic and popular to be effectively opposed by eighteenth- or nineteenth-century visionaries.

Inasmuch as Kondylis makes fun of political labels “with changing contents,” it is hard to imagine that he would take seriously any conservatism anchored in mass democracy. While an ambitious politician or political journalist might find reasons to praise this state of affairs, their reasoning, he would conclude, has nothing to do with conservatism. Those who exalt “human rights” and call for open borders and global democracy may be taking positions that help their careers and make them part of a respectable opposition. But nothing substantive separates them from other boosters of mass democracy or links them to either classical conservatism or bourgeois liberalism. There is also no evidence that such “conservatism” slows down the dynamism of mass democracy. At most, “moderate” mass democrats may create procedural obstacles that prevent democratic change from moving more quickly; in other situations, however, they may accelerate that change by their devotion to multinational corporations and by their dislike for national and regional differences.

In contrast to the bogus, would-be conservatisms that Kondylis finds in the postmodern age, he does view the counterrevolutionary Right as a genuine alternative to mass democracy. But this Right offers not a “conservative” alternative to the present age but a force of resistance to radical change: “the distinguishing characteristic of the Right consists of its willingness to suspend political liberalism for the sake of protecting economic liberalism and private property against leftist assault. In this sense the Right belongs to liberalism, however much the ‘enlightened’ segment of the bourgeois might show embarrassment about this connection.”[16] In one crucial respect this authoritarian Right does resemble the counterrevolutionary conservatism of the early nineteenth century: in its willingness to impose “provisional dictatorship” to prevent “the overthrow of existing institutions through a revolutionary sovereign dictatorship.” The distinction between “commissarial” and “sovereign” dictatorship, one that suspends legality (as in the case of Peru) in order to restore it in peaceful conditions and one that supplants a constitutional order by force, is taken from the work of Carl Schmitt, a legal theorist who defended precisely the kind of authoritarian Right that Kondylis describes.[17] But such a Right, which may take over because of a Communist threat or because of the radicalization of mass democracy, can lurch out of hand. It may culminate in the sometimes irresponsible violence unleashed by a military coup or in the kind of substantive “national revolution” sought by idealistic Italian fascists. In either case the socio-economic upheaval wrought by these events or later reactions to them will far surpass whatever order is brought by provisional dictatorship.

In other cases, alluded to by Kondylis, the “authoritarian dominance of the Right” has “created the institutional framework for modernization and industrialization in a capitalist direction, to the exclusion of socialist experiments.”[18] But these charges have sometimes led, as in the case of Spain, to the establishment of a mass democratic culture. Social democracy, a consumer society, “human rights” ideology and a disintegrating nuclear family have all followed once a welfare state and modern economy have been established. Pointing these problems out is not the same as deploring twentieth-century technology or exaggerating the benevolence of landed aristocrats or Victorian merchants. It is to state a causal connection between postmodernity in its social, political, and cultural forms and a progressive vanishing of inherited identities, civil society, as opposed to the state and economy, parental authority, and anything once understood to be “tradition.” Kondylis believes that what has caused this situation is not the failure of public administrators to teach “values” or of manufacturers to promote “democratic capitalism.” For him, the problems are systemic and lie in the fit between human appetites and changing institutional arrangements. They are also rooted in what Kondylis sees as the inevitability of struggle as the human condition. In the planetary age, people are fighting over resources but do so while appealing to the human rights slogans invented by intellectuals and the media.[19]

Kondylis claims to be pursuing value-free science and stresses the distinction by nineteenth-century social thinkers between descriptive statements and concepts formed out of observation and value-assertions. He insists that his scholarship does not contain expressions of normative morality and is openly contemptuous of political advocacy disguised as analytic thought. Yet the nonscientific aspect of his own judgments keeps intruding, seen in the obvious moral passion shown by Kondylis in scolding political utopians. Since 1991, when the “end of history” argument was first advanced by neoconservative publicist Francis Fukuyama, Kondylis has held forth against the notion that human history is ending with the fall of Communism. He has ridiculed the idea and the presumed intent behind it, that all or most of humanity is being drawn into a democratic capitalist orbit marked by peaceful trade and orderly change.
To this Kondylis has responded that history will likely go on, as has been the case until now, with struggles and ideological self-justifications. In a world of expanding population, limited resources, and rising materialist expectations, he finds no reason to think that human conflict is about to end. Moreover the terms “democracy,” “capitalism,” and “rights” have been made to mean whatever partisan politicians and intellectuals wish them to mean. All of these terms now have been given what Kondylis calls a “polemical” function: they are used to carry on a struggle against political and cultural enemies or obstacles. Here Kondylis may be entirely on the mark. As I myself found in doing research on a book dealing with the managerial state, “democracy,” “liberalism,” and “right” have lost any specific meaning in “Western democracies.” What provides these terms with steady points of reference are their connection to postmodern societies and their sacral use by a particular elite. Public administrators, journalists, and other segments of the political class determine or alter the meaning of political doctrine. Even so, Kondylis, no less than those he argues against, is speaking “polemically.” His attempts to refute global democrats are not disinterested scientific statements. They proceed from a moral stance composed of his tragic view of life and dislike for ideological manipulation. This view does not weaken Kondylis’s arguments and in fact may enhance them, but it clearly does not represent the triumph of value-free science.

His interest in the cultural and geographic extensions of mass democracy has resulted in, among other projects, a book on planetary politics published in 1992. The argument of this work features prominently in Kondylis’s critical remarks on another recent study of world politics, Samuel Huntington’s provocative thesis on impending cultural wars presented in Foreign Affairs in 1993. Kondylis disagrees sharply with Huntington’s view (which I happen to share), that future planetary conflicts will be fueled by the tensions among cultural-religious blocs. In opposition to this gloomy prediction, he offers another equally somber one, that mass democracy will create both spiritual stupor and a growing desire for material well-being. This will lead not to peace, but to devastating wars pursued for resources, without much regard for moral self-justification. The belligerents will simply trot out the already worn mass democratic tags about “equality” and “human rights.”[20]

For all the pessimism of his work, Kondylis remains cheerful in his demeanor. He attributes this serene cheer to the kind of stoic apatheia which he cultivates. Already in his mid-fifties, he continues to live in austere solitude, dividing his time between two bachelor residences, in Heidelberg and in the Kifisia district of Athens. He has never held a full-time academic appointment, but has made do with a series of grants and the payment received for his political journalism. Despite the unfavorable comparison he draws between himself and better-known members of his family, Panajotis Kondylis may add further luster to an already distinguished name.

Notes
1. Panajotis Kondylis, Konservativismus: Geschichtlicher Gehalt und Untergang (Stuttgart, 1986), 51.
2. Panajotis Kondylis, “Marxismus, Kommunismus und die Geschichte des 20. Jahrhunderts” in Der Marxismus in seinem Zeitalter (Leipzig, 1994), 25, 33.
3. Letter from Kondylis dated February 14, 1997.
4. “Menschenrechte, begriffliche Verwirrung und politische Instrumentalisierung,” Frankfurter Rundschau, August 18, 1996, 12.
5. Cf. George H. Nash, The Conservative Intellectual Movement in America since 1945, revised edition (Wilmington, Del., 1996), 329-41; and Paul Gottfried, The Conservative Movement, second edition (New York, 1993), 142-66.
6. Der Marxismus in seinem Zeitalter, 25 and 34.
7. For an expansive statement of this anti-American sentiment by Europe’s most prominent New Right spokesman, see Alan de Benoist’s Il etait une fois l’Amerique (Paris, 1984); and Thomas Molnar’s “American Culture: A Possible Threat,” The World and l (May 1987), 440-42.
8. See Konservativismus: Geschichtlicher Gehalt und Untergang, 387-447 and 507.
9. See Kondylis, Der Niedergang der burgerlichen Denk-und Lebensform: Die liberale Moderne und die massendemokratische Postmoderne (Weinheim, 1991), especially 169-88.
10. Ibid., 208-26.
11. Ibid., 238-67.
12. Der Marxismus in seinem Zeitalter, 15-16.
13. Der Marxismus in seinem Zeitalter, 18-19.
14. “Die Antiquiertheit der politischen Begriffe,” Frankfurter Allegemeine Zeitung, October 5, 1991, 8.
15. Ibid., see also “Globalisierung, Politik, Verteilung,” Tagesanzeiger, November 29, 1996, 8.
16. Konservativismus, 505.
17. References to Carl Schmitt abound in Kondylis’s interview with the Deutsche Ze itschrift fur Philosophie 4 (1994), 683-94; and in his work.
18. Konservativismus, 504.
19. See Kondylis’s feature pieces “Globale Mobilmachung” in Frankfurter Allemeine Zeitung, July 13, 1946, 7: “Bluhende Geistesgeschafte,” ibid., December 28, 1995; “Was heisst schon westlich?,” ibid., November 19, 1994; and Planetarische Politik nach dem Kalten Krieg (Berlin, 1992).
20. See “Globale Mobilmachung” in Frankfurter Allgemeine Zeitung, July 8, 1995, 7; and “Wege in die Ratlosigkeit,” ibid., May 7, 1995. The latter article is particularly revealing of Kondylis’s historical and moral outlook, inasmuch as it treats the “information revolution” dismissively and insists that the “logic of information will remain subordinate to interpersonal relations and ideological orientations.”

ΠΗΓΗ: Modern Age; Fall 97, Vol. 39 Issue 4, p403, 8p

Νέα προσέγγιση των κοινωνικών δομών

25 Νοεμβρίου, 2008 § 1 σχόλιο

του Μιχαλη Παπανικολαου

Προδημοσίευση από το ανέκδοτο στην ελληνική γλώσσα δίτομο έργο του σπουδαίου σύγχρονου στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη

Εννιά χρόνια μετά τον ξαφνικό θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» σε ελληνική μετάφραση το τελευταίο –και ημιτελές, μολονότι δίτομο στην ελληνική έκδοση– βιβλίο του φιλοσόφου. Με σχεδόν ολόκληρο το έργο του γραμμένο στα Γερμανικά, ο Κονδύλης (1943-1998) υπήρξε ένας από τους γνωστότερους και σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες διανοητές.

Εκτός από τα έργα του για τη διαλεκτική, τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό Διαφωτισμό, τη θεωρία της ισχύος, το συντηρητισμό, τη θεωρία του πολέμου, την κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, την παρακμή του αστικού πολιτισμού, την πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο και το ημιτελές έργο του για την κοινωνική οντολογία, η έρευνα τού οφείλει εργασίες για τον Μοντεσκιέ και τον Μαρξ, τον Μακιαβέλι και τον Καρλ Σμιτ, καθώς και επιμέρους μελέτες για ζητήματα της ιστορίας των ιδεών. Για το έργο του είχε τιμηθεί με το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολτ.

Στο τελευταίο του έργο («Το Πολιτικό και ο Ανθρωπος – Βασικά Στοιχεία μιας Κοινωνικής Οντολογίας»), ο φιλόσοφος επιχειρούσε να διατυπώσει τη γενική του θεωρία για τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις. Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το πρώτο μέρος, το μοναδικό που πρόλαβε να ολοκληρώσει. Κύριοι συνομιλητές του εδώ είναι κοινωνικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι της κοινωνίας, σε κριτική αντιπαράθεση με τους οποίους αναπτύσσει τρία μεγάλα θέματα: Τη δομή της κοινωνικής σχέσης, το θέμα της κατανόησης στις επιστήμες του ανθρώπου και το ζήτημα της ορθολογικότητας. Σχολιάζοντας συγγραφείς από τον Αριστοτέλη, τον Χούσερλ, τον Χάιντεγκερ, τον Μπούμπερ και τον Χάμπερμας μέχρι τους Ντυρκέμ, Ζίμελ, Βέμπερ, Πάρσονς και Λούμαν, ο Κονδύλης διεκδικεί μια συνολική προσέγγιση του ανθρώπου και της κοινωνίας ελεύθερη από προκαταλήψεις, προσδοκίες και ιδεολογικές δεσμεύσεις. Η κριτική του σε ό,τι αποκάλεσε ο ίδιος «μαζικοδημοκρατικές ιδεολογίες» κατατίθεται εδώ λεπτομερέστερα από κάθε άλλη φορά. Μολονότι ο φιλόσοφος αποφεύγει τον διάλογο με τον Καρλ Σμιτ, ο τίτλος του βιβλίου και η υπαγωγή κάθε κοινωνικής σχέσης στο εννοιολογικό δίπολο «φίλος-εχθρός» παραπέμπουν τον αναγνώστη στην κεντρική σύλληψη του Γερμανού πολιτειολόγου και θεωρητικού του «πολιτικού».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Μαζική δημοκρατία και εικόνα του ανθρώπου

Η αυτοαντίληψη ενός κοινωνικού σχηματισμού φαίνεται σαν αντικειμενική αυτογνωσία και γνώση της Ιστορίας μόνον ενόσω αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός βρίσκεται σε ανοδική πορεία και βγάζει από τη μέση τους αντιπάλους του. Αυτή είναι η περίπτωση της μαζικής δημοκρατίας σήμερα. Αλλά ακριβώς στην πλανητική της ακμή οι ίδιες της οι αντιφάσεις ή ακόμη και οι εκρηκτικές της δυνατότητες, που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, γίνονται όλο και πιο ορατές. Για την κοινωνική θεωρία έχουν σημασία, διότι φανερώνουν την επικαιρότητα των κλασικών προβληματισμών. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα στις λεπτομέρειες επιφέρει μια αναγωγή των μεγάλων αποριών σε τύπους αρχαϊκής απλότητας. Μετά την καταστροφή του αστικού ανθρωποκεντρισμού και υπό τις συνθήκες της πλανητικά ανεπτυγμένης, εξαιρετικά μηχανοποιημένης μαζικής δημοκρατίας, το ερώτημα σχετικά με τη φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου τίθεται ακόμη πιο άμεσα και ακριβέστερα από όσο ετίθετο στο κατώφλι των νεώτερων χρόνων στην Ευρώπη. Από τη μια μεριά η ανθρωποεικόνα ενοποιείται όσο ποτέ στο παρελθόν από τη στενή συνύπαρξη ή παράλληλη ύπαρξη πολιτισμών, εθνών και φυλών, ενώ ταυτόχρονα η μειωνόμενη σημασία ιστορικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών για τον καθορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας περιστέλλεται κατά παράδοξο αλλά λογικό τρόπο στη σύστασή του ως βιολογικού όντος λόγω της διάδοσης οικουμενιστικών ιδεολογιών· από την άλλη μεριά αυτός ο περισταλμένος απλώς στην ανθρώπινη υπόστασή του άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος γενικά και ως τέτοιος, στέκεται απέναντι στη φύση και, σε μια εποχή μεγάλης δημογραφικής και οικολογικής έντασης, πρέπει να αναμετρεί τις δυνάμεις του με τις δυνάμεις της. Το ερώτημα για το ζώο που κατασκευάζει εργαλεία δεν είναι σήμερα λιγότερο οξύ και λιγότερο στοιχειώδες από όσο ήταν πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια στις αφρικανικές σαβάνες, όταν περιφέρονταν ορδές ανθρώπων. Εξίσου οξύ και στοιχειώδες πρέπει να είναι το άλλο μεγάλο κοινωνικοοντολογικό πρόβλημα, εκείνο που αφορά την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική τάξη και θα αναδυθεί στον ορίζοντα, όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων θα είναι τόσο πυκνές και εντατικές, που τα όρια κάθε γνωστής από το παρελθόν πολιτικής ενότητας θα είναι διάτρητα ή και θα σπάσουν.

Εχθρότητα και φιλία

Θα έπρεπε να γράψει κανείς ολόκληρη πραγματεία για να εξηγήσει για ποιους λόγους ήδη από τον 18ο αιώνα, προπάντων όμως τον 19ο και τον 20ό, πολλοί κοινωνικοί θεωρητικοί άφησαν πίσω τους την επί χιλιετίες αυτονόητη συνήθεια να θέτει κανείς στο φάσμα της κοινωνικής σχέσης τη φιλία πλάι στην εχθρότητα ως κοινωνικοοντολογικά ισότιμες. Ωστόσο, δεν μπορούμε εδώ να μην επισημάνουμε έναν ιδιαίτερα σημαντικό λόγο. Εννοούμε την εξαιρετικά πολυσχιδή επίδραση της εσχατολογικής φιλοσοφίας της ιστορίας, δεδηλωμένος στόχος της οποίας ήταν ακριβώς να απαλείψει το μισό από το φάσμα της κοινωνικής σχέσης ή τουλάχιστον να περικόψει τον πόλο της εχθρότητας, δηλαδή να δημιουργήσει την προσδοκία για κοινωνικές συνθήκες που θα απέκλειαν τις αιματηρές συγκρούσεις.

Οσο η βασιλεία του θεού δεν ήταν του κόσμου τούτου, ένας χριστιανός μπορούσε να διατηρεί χωρίς αντιρρήσεις το όνειρο της αρμονίας στο τέλος του κόσμου και ταυτόχρονα την πεποίθηση ότι σε τούτον τον κόσμο η μοίρα του αμαρτωλού ανθρώπου είναι (στην καλύτερη περίπτωση) η φιλία και (οπωσδήποτε) η εχθρότητα. Αλλά η μετατόπιση του ονείρου από τον ουρανό στη γη έκανε απολύτως απαραίτητο τον αποκλεισμό από την περιοχή των κοινωνικοοντολογικών σταθερών. Αυτός ο αποκλεισμός έγινε με την επαγγελία της αταξικής κοινωνίας στον μαρξιστικό μεσσιανισμό, με τη βεβαιότητα ότι το εμπόριο θα αντικαταστήσει τον πόλεμο, στον συνεσταλμένο φιλελεύθερο χιλιασμό, καθώς και με άλλα, λιγότερο αποτελεσματικά, πολιτικά ιδεολογήματα, τα οποία, ωστόσο, αντλούσαν τη δύναμη της ακτινοβολίας τους από τα πιο αποτελεσματικά, ακόμη και όταν απέκλιναν λιγότερο ή περισσότερο από αυτά. Σε αυτά ανήκουν προσωποκρατίες που απέβλεπαν σε μια φιλική μυστική ένωση μεταξύ των μελών της κοινωνίας και μέσω αυτής της ένωσης στην υπέρβαση των παραδοσιακών κακών, ή ακόμη και θεωρίες των συστημάτων που από ιδεολογική άποψη φαίνονται άχρωμες, ο τρόπος θεώρησης των οποίων υπερπηδούσε εξαρχής βαθιά εχθρικά χάσματα στο κοινωνικό σώμα· πιο πάνω διαπιστώσαμε ήδη το πισωγύρισμά τους στη φιλοσοφία της ιστορίας. Στη συνέχεια θα δούμε πώς οι εκπρόσωποι τέτοιων ρευμάτων επιχείρησαν να ορίσουν την κοινωνική σχέση αποκλείοντας προγραμματικά την εχθρότητα, αν και η γενική εικόνα δείχνει ότι η επιτυχία τους ήταν μόνο μερική. Η εχθρότητα εξακολουθεί να εμφανίζεται σε πάρα πολλές κοινωνικοθεωρητικές και κοινωνικοψυχολογικές ανακατασκευές του φάσματος της κοινωνικής σχέσης ως ένας από τους πόλους του, και θα σχημάτιζε κανείς μια εντελώς εσφαλμένη για την ιστορία του πνεύματος εικόνα, αν ελάμβανε ως μέτρο αυτό που εδώ και μερικές δεκαετίες προσφέρεται στη Γερμανία και αποτελεί ένα δείγμα απαράμιλλης ηθικής και πολιτικής ορθότητας. Θα ξαναρχίσουμε με την τυπική κοινωνιολογία, η οποία από τις προϋποθέσεις της έπρεπε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και η επίδραση της οποίας ήταν βαθύτερη από όσο μας επιτρέπει να υποθέσουμε η επιρροή των «κλειστών» και των «ανοιχτών» θεωριών των συστημάτων.

Η Μαρξική αντίληψη για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση

Ενα σημαντικό βήμα πέρα από τον Feuerbach και προς την κατεύθυνση της θεμελίωσης μιας κοινωνικής οντολογίας κάνει ο Marx θέτοντας τον άνθρωπο και τη σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο πλαίσιο του κοινωνικού όλου, για να την κατανοήσει με αφετηρία την κοινωνία.

Ακριβώς με φόντο το κατάλληλα νοούμενο γεγονός της κοινωνίας δείχνει όμως ότι δεν επιτρέπεται να παγιώνεται ούτε η «κοινωνία» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στο «άτομο» ούτε το «άτομο» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στην «κοινωνία». Το άτομο είναι κοινωνικό ον, ακόμη και στις μοναχικές του δραστηριότητες αντλεί το υλικό του (π.χ. τη γλώσσα στην οποία σκέφτεται) από τη συνολική κοινωνική δραστηριότητα και υπό αυτήν την έννοια αντιπροσωπεύει το «σύνολο των κοινωνικών σχέσεων». Η αμοιβαία διαμεσολάβηση ατόμου και κοινωνίας γίνεται λοιπόν μέσα σε διαρκή κοινωνική δραστηριότητα και έτσι την πιο πάνω εξηγηθείσα σχέση ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων και την κοινωνικότητα του ανθρώπου μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως σχέση μεταξύ του κόσμου των αισθήσεων και της πρακτικής δραστηριότητας. Ακολουθεί όμως ένα δεύτερο, όχι λιγότερο σημαντικό βήμα. Η αδιαίρετη τριάδα κόσμος των αισθήσεων, κοινωνικότητα και δραστηριότητα, όπως τη βρίσκουμε συμπυκνωμένη στο γεγονός της κοινωνίας, μας επιτρέπει να σκεφθούμε με συνέπεια, σε στενή συνάρτηση μεταξύ τους, το είναι –στον κόσμο ή το είναι– στη φύση και το ανθρώπινο συνείναι. Ως αισθητός και ον των αισθήσεων ο άνθρωπος είναι φύση, ζει μέσα στη φύση και από τη φύση, καθώς –αφού ως αισθητό ον ζει κοινωνικά– οργανώνει συλλογικά τον αναπόφευκτο αγώνα κατά της φύσης, δηλαδή τον διεξάγει με τα μέσα δραστηριότητας του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινωνίας. Αυτός ο αγώνας, με άλλα λόγια η εργασία, έχει συστατική σημασία τόσο για το γεγονός του συνείναι γενικά όσο και για την εκάστοτε ιστορική μορφή του.

Εφόσον ο άνθρωπος δουλεύει τον αντικειμενικό κόσμο ως ον του γένους, δηλαδή με τον τρόπο που απαιτεί η ειδική του σύσταση σε αντιδιαστολή προς τα άλλα ζώα, το αντικείμενο της εργασίας του είναι μια «αντικειμενοποίηση της ζωής του ανθρώπινου γένους». Με τον αγώνα, στον αγώνα και ως αγώνας με τη φύση υπάρχει και συγκεκριμενοποιείται το ανθρώπινο συνείναι, όποια και αν είναι η έκβαση του αγώνα, αν δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να επιβληθεί σε μεγάλο ή μικρό βαθμό στη φύση: Ο καταμερισμός της εργασίας παραμένει ο σιδηρούς νόμος της κοινωνικής ύπαρξης και οργάνωσης.

Η ίδια η φύση διαμεσολαβείται σε αυτή τη διαδικασία κοινωνικά και κατ’ αυτά ο τρόπος τού συνείναι καθορίζει τις ακριβέστερες συνθήκες του είναι – στον κόσμο· ασφαλώς εξακολουθεί να υπάρχει πάντοτε μια εξωκοινωνική, «εξωτερική» φύση, οι νόμοι της οποίας ισχύουν πλήρως και για την κοινωνικά διαμεσολαβημένη· αυτή η διαπίστωση δεν έχει όμως κοινωνικοοντολογική σημασία, ενδιαφέρει μόνο στον βαθμό που θέλει κανείς να θεωρήσει τον άνθρωπο «ως ξεχωριστόν από την φύση».

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 01.04.2007

Η σκληρότητά του ήταν φωτεινή και ανθρώπινη

25 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

του Κωστα Κουτσουρελη

«Το βιβλίο αυτό είναι ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ενας συγγραφέας ξεκινάει να τα βάλει με τη Δύση και στο πέρασμά του δεν αφήνει λίθο επί λίθου». Μ’ αυτές τις φράσεις υποδεχόταν στα 1984 η εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Ρουντσάου» το «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη.

Το «Ισχύς και Απόφαση» είναι πράγματι ένα βιβλίο ριζοτομικό, ριζοσπαστικό – με την αρχική σημασία αυτής της λέξης, που από την πολυχρησία έχει καταντήσει σήμερα ανυπόληπτη. «Μικρό σε έκταση, αλλά μεγάλο σε περιεχόμενο», όπως το αποκάλεσε ένας άλλος Γερμανός κριτικός, είναι το νοερό κέντρο γύρω από το οποίο δορυφορεί όλη η κονδύλεια σκέψη, ένα κατόρθωμα καθολικής εποπτείας της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών και ακόμη ένα τόλμημα αβυσσαλέας φιλοδοξίας. Ο σχηματισμός και η αποκρυστάλλωση των κοσμοεικόνων και των ιδεολογιών· η χρήση και η χρησιμότητα των δεοντικών επιταγών και της κανονιστικής σκέψης· οι διαρκείς μεταμφιέσεις του ορμέμφυτου της αυτοσυντήρησης κάτω από την προσωπίδα των υψηλών ιδεών· η αποκαθήλωση του ίδιου του «Πνεύματος» ως μηχανισμού μετάφρασης των γυμνών αξιώσεων της ισχύος στην άυλη γλώσσα των συμβόλων και των εννοιών: αυτά είναι, με δυο λόγια, τα θέματά του.

Αθήνα – Χαϊδελβέργη

Οταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Παναγιώτης Κονδύλης εγκαταλείπει την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στη Γερμανία, είναι ήδη κάτι περισσότερο από ένας νέος αξιοπρόσεκτος συγγραφέας. Φοιτητής ακόμη στην Αθήνα είχε στρατευθεί στην υπόθεση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γρήγορα όμως θα της στρέψει την πλάτη, χωρίς διόλου να αποπειραθεί να την αντικαταστήσει με ένα άλλο ιδεολόγημα. «Οταν έκοψα τα ναρκωτικά, το έκανα οριστικά», θα πει πολλά χρόνια αργότερα. Παρ’ όλ’ αυτά, η στράτευση και ο αγώνας, ως υπαρξιακά βιώματα, θα σταθούν καθοριστικά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Ο αναγνώστης μπορεί να το διαισθανθεί στον δριμύ πολεμικό, τον σχεδόν εριστικό τόνο των κειμένων του. Αλλά και στις βασικές φιλοσοφικές του θέσεις. Οι ιδέες είναι όπλα, θα γράψει, όλη η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική.

Το διάστημα 1970 – 1978 θα παρουσιάσει μια μεγάλη σειρά μεταφράσεων από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Δεκαέξι συνολικά τόμοι με κείμενα συγγραφέων όπως ο Μαξ Χορκχάιμερ, ο Αρνολντ Χάουζερ, ο Ερνστ Κασσίρερ, ο Νικολό Μακιαβέλλι. Εκείνη η δίτομη έκδοση των «Εργων» του Φλωρεντινού περιλαμβάνει και το πρώτο σημαντικό δημοσίευμα του νεαρού Κονδύλη (1971 – 72), ένα εισαγωγικό δοκίμιο διακοσίων σχεδόν σελίδων.

Το 1977 υποστηρίζει στη Χαϊδελβέργη τη διατριβή του επί διδακτορία. Θέμα της η «Γένεση της διαλεκτικής» στο πρώιμο έργο των Χαίλντερλιν, Χέγκελ και Σέλλινγκ. Από τη διατριβή αυτή θα προκύψουν τα δύο πρώτα ογκώδη βιβλία του Κονδύλη. Ο ομότιτλος τόμος (1979) και ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» (1981). Αυτός ο δεύτερος θα χαρακτηριστεί έργο μνημειώδες και παραμένει ώς σήμερα το βασικό έργο αναφοράς για τον Διαφωτισμό στη γερμανόφωνη βιβλιογραφία. Τα βιβλία που θα ακολουθήσουν για την «Κριτική της Μεταφυσικής» (1983), τον «Συντηρητισμό» (1986), την «Θεωρία του Πολέμου» (1988), την «Παρακμή του αστικού τρόπου ζωής» (1991) θα συμπληρώσουν την εικόνα του Κονδύλη ως συστηματικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών. Κάποια από αυτά θα πυροδοτήσουν εκτεταμένες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

Συγγραφέας με ύφος

Ο Κονδύλης υπήρξε συγγραφέας με όλη τη σημασία της λέξης. Αγαπούσε την πυκνή διατύπωση, τις σχοινοτενείς παραγράφους που καλύπτουν σελίδες ολόκληρες, τον υποτακτικό λόγο με τις πυραμιδωτές δευτερεύουσες προτάσεις – αλλά και τους κοφτούς αφορισμούς, και τις δραματικές κορυφώσεις. Ο αγώνας του ήταν πάντα με το λίπος των λέξεων. Εβρισκε στη σύνταξη της γερμανικής γλώσσας κάτι από την ευπλασία της θουκυδίδειας διατύπωσης.

Γενικά, τα πρότυπά του ήταν κλασικά, αρχαία ελληνικά. Απεχθανόταν σφόδρα τα «κινέζικα» της μετανεωτερίζουσας θεωρητικολογίας, αυτό το επιστημονίζον ζαργκόν που απεδαφίζει τη σκέψη από τα πράγματα.

Παρά ταύτα, το γράψιμό του δεν είναι εύκολο. Ο απίστευτος όγκος του υλικού που διεξέρχεται, απαιτεί από τον αναγνώστη διαρκή εγρήγορση και πειθαρχία. Προσιτότερα είναι τα μικρότερά του δοκίμια, εκείνα που έγραψε προλογίζοντας έργα του Λίχτενμπεργκ ή του Τσέζαρε Παβέζε λ.χ., και που με τον προσωπικό τους τόνο κάποτε ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Οι συνεντεύξεις του που συγκεντρώθηκαν στο «Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης» (1998) είναι για τον αμύητο που ενδιαφέρεται να τον προσεγγίσει, η καταλληλότερη ίσως εισαγωγή στη σκέψη του. Η πρόσφορά του στα εκδοτικά μας πράγματα υπήρξε ανυπολόγιστη. Τα βιβλία που μετέφρασε, επιμελήθηκε και εξέδωσε πλησιάζουν τα ενενήντα. Με τον Κονδύλη η ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία εγκαταλείπει τον χώρο του τυχαίου και του σπασμωδικού και περνάει στην περιοχή του προγράμματος. Ακόμη και αν ο Κονδύλης δεν είχε γράψει λέξη δική του, το ογκώδες αυτό μεταφραστικό έργο θα αρκούσε για να συντηρήσει το όνομά του στην ιστορία των ελληνικών Γραμμάτων.

Με το πανεπιστήμιο, ελληνικό και γερμανικό, δεν τα πήγε ποτέ καλά. Αρκετά βιβλία του έφτασαν να γίνουν φοιτητικά εγχειρίδια, ο ίδιος όμως στο τέλος της ζωής του θεωρούσε προσβολή την προσφώνηση «κ. καθηγητά», που από παραδρομή κάποτε του απηύθυναν. Είναι αλήθεια ότι στο ξεκίνημά του δοκίμασε πράγματι να περπατήσει αυτή την οδό. Την απόρριψη που συνάντησε τότε, δεν τη λησμόνησε ποτέ. Κι όταν αργότερα, γερμανικά και ελληνικά πανεπιστήμια του άνοιγαν τιμητικά τις πόρτες, αυτός προτίμησε επιδεικτικά να μην τις δρασκελίσει. Ωστόσο, οι –από Γερμανίας– διακρίσεις δεν του έλειψαν. Ανάμεσα στ’ άλλα, του απονεμήθηκαν το Μετάλλιο Γκαίτε και το Βραβείο Χούμπολντ.

Η οχληρή σκέψη

Ο Κονδύλης γεννήθηκε το 1943 στην Αρχαία Ολυμπία. Πέθανε πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο των Αθηνών. Σε μια εγχείρηση, όπως την είπαν, ρουτίνας, θύμα ίσως ιατρικού λάθους. Αφησε ημιτελές το έργο που ο ίδιος έβλεπε ως έργο ζωής, μια τρίτομη Κοινωνική Οντολογία.

«Με τον θάνατο του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη», θα τον νεκρολογήσει ο Γκούσταφ Ζάιμπτ, «η Γερμανία χάνει έναν από τους σημαντικότερους κληρονόμους και διαδόχους της πνευματικής της παράδοσης. Μόνο με αυτό το παράδοξο μπορεί να ειπωθεί η σημασία αυτού του θανάτου». Και θα καταλήξει: «Ο Κονδύλης υπήρξε συνεχιστής της γερμανικής παράδοσης της δύστροπης, οχληρής σκέψης. Τη στάση του αυτή την υποβάσταζε πάντα μια σπάνια πνευματική ελευθερία και μια σχεδόν αδιόρατη ευαισθησία: ο Κονδύλης δεν μπορούσε τα συνθήματα, την ωραιολογία, τον ναρκισσισμό. Ομως και η σκληρότητά του ήταν μεσογειακή, φωτεινή και ανθρώπινη. Ο ακαταπόνητος πέθανε, προτού ολοκληρώσει το ογκωδέστερο έργο του. Το καλοκαίρι λογάριαζε να το περάσει στην Ελλάδα».

Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο

Με τα διεθνοπολιτικά του γραπτά της δεκαετίας του ’90, την επαύριο της αμερικανικής νίκης στον Ψυχρό Πόλεμο, ο Κονδύλης θα στρέψει το ερμηνευτικό του βλέμμα σ’ ένα πεδίο καινούργιο γι’ αυτόν, την πλανητική συγχρονία και επικαιρότητα. Μόνο που αντί για τις δυτικές θριαμβολογίες περί του «τέλους της ιστορίας» και των συγκρούσεών της, που ήταν τότε του συρμού, εκείνος θα μιλήσει για τη νέα, ανεξέλεγκτη επίτασή τους. Στις διακηρύξεις περί οικουμενικής κατίσχυσης των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δεν θα δει παρά τα κενόλογα και ιδιοτελή ρητορεύματα της μόνης πλέον Υπερδύναμης, που κανείς δεν μπορεί να πάρει στην ονομαστική τους αξία. Και στις πομφόλυγες για την «τελειωτική επικράτηση» του δυτικού φιλελευθερισμού, θα αντιτάξει την πρόβλεψη της επικείμενης κατάρρευσής του, υπό το βάρος της σπάνεως των αγαθών και των οξυμένων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών εντάσεων. Τα κείμενά του για τη σύγχρονη Ελλάδα, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία, λοιδορήθηκαν και διαστρεβλώθηκαν συχνά σε βαθμό πρωτόγνωρο. Παραμένουν ωστόσο μνημεία ατομικής εμβρίθειας και συλλογικής αυτογνωσίας.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 20.07.2008

Πολεμική Σωμερίτη – Κονδύλη 1997

24 Νοεμβρίου, 2008 § 11 Σχόλια

Παρακάτω αναδημοσιεύεται από «ΤΟ ΒΗΜΑ» η ανταλλαγή 5 άρθρων (με χρονολογική σειρά) μεταξύ Ρ. Σωμερίτη και Π. Κονδύλη το Δεκέμβριο του 1997.  Αφορμή η προ-δημοσίευση δοκιμίου (https://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/ ) του Κονδύλη για τα ελληνοτουρκικά.

 

Παιχνίδια πολέμου

Ο Ριχ. Σωμερίτης σχολιάζει τις απόψεις του Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ
Το εύκολο λογοπαίγνιο θα ήταν ότι αποκτήσαμε στρατηγό Κονδύλη τον νεότερο. Στο λογοπαίγνιο αυτό μας οδήγησε η προδημοσίευση, στο «Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου, μεγάλου αποσπάσματος του επίμετρου στην ελληνική του έκδοση ενός έργου πολιτικής φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, διανοουμένου και όχι καραβανά, για τη θεωρία του πολέμου που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1988. Το επίμετρο αυτό εξετάζει τις διάφορες παραμέτρους μιας υποθετικής ελληνοτουρκικής σύρραξης.

Σύμφωνα με τον Κλεμανσό, τον πολιτικό που οδήγησε τη Γαλλία στη νίκη του 1918, ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον εμπιστευτείς σε στρατηγούς. Τι θα έλεγε ο Κλεμανσό για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές; Η απάντηση είναι δύσκολη διότι ο Κλεμανσό δεν πρόλαβε να διαβάσει Κονδύλη. Το πολύ να είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς, τον θεωρητικό του πολέμου που τόσο αναστάτωσε με τη δόξα του, περισσότερο και από τους σπουδαστές των διαφόρων σχολών πολέμου, διαφόρους διανοουμένους και καθηγητές Πανεπιστημίου. Μερικοί από αυτούς θεωρούν καθήκον τους να προσθέτουν στο βιογραφικό τους και κάποιες ιδέες για το πώς σκοτώνεις επιτυχώς τους αντιπάλους σου. Ευτυχώς, τις ιδέες αυτές δεν τις πειραματίζονται ούτε και μέσα στα πανεπιστήμια. Δυστυχώς, εκτός πανεπιστημιακής θαλπωρής, οι ιδέες αυτές μπορούν όμως να επηρεάσουν όσους ήδη διακατέχονται από ανάλογες φαγούρες. Κοντολογίς, ο κ. Κονδύλης έρχεται με το πόνημά του να προσφέρει επιστημονική και μάλιστα (σύμφωνα με τις φήμες) προοδευτική κάλυψη σε όλους τους ελληνόψυχους καλαμαράδες της καθ’ ημάς Ανατολής.

Με δυο λόγια, η θέση του κ. Κονδύλη είναι η ακόλουθη: Η κατανομή του χώρου (συμπαγής γεωγραφικά Τουρκία, κατακερματισμένη Ελλάδα) δίνει στην Τουρκία προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα. Αν μας χτυπήσει πρώτη, μπορεί να μας αποσπάσει κάτι, το μικρό ή το σημαντικό, αλλά πάντως το σχετικά απομονωμένο και συνεπώς ανυπεράσπιστο, διότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε τα πάντα. Ετσι, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιλέξει τα σημεία που είναι κομβικά για την άμυνα (στόχος κάθε πολέμου είναι η καταστροφή του κυρίου όγκου των αντιπάλων δυνάμεων) και ταυτόχρονα να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη. Αυτά είναι λίγα: η Ιμβρος και η Τένεδος και περισσότερο ακόμη η Θράκη, δηλαδή τα ευρωπαϊκά τουρκικά εδάφη. Που πρέπει να πάρουμε αντιμετωπίζοντας το όποιο κόστος για να έχουμε αντάλλαγμα στις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.

Βεβαίως η χώρα μας πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας για να είναι η άμυνά της αποτρεπτική. Αυτά όμως δεν αρκούν. Το κλειδί του πολέμου είναι ο αιφνιδιασμός. Ετσι, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Δηλαδή επίθεση και μάλιστα αιφνίδια; Ναι και όχι, διότι, όπως μας εξηγεί ο καλός κ. Κονδύλης, που τον θαυμάζουν στη Γερμανία, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται· «συνεπώς» ο επιτιθέμενος με… «την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία». Ετσι, ακόμη κι αν εμείς εισβάλουμε σε τουρκικά εδάφη, ουφ, αναπνέουμε: οι κακοί παραμένουν οι άλλοι.

Ενα βιβλίο και μάλιστα πανεπιστημιακού επιπέδου δεν είναι Ζαχαράτος της παλιάς καλής εποχής, όταν διάφοροι επί τιμή έλυναν εκεί τα προβλήματά μας γευόμενοι τον βαρύ-γλυκύ τους. Και με δεδομένη τη διαρκή ελληνοτουρκική κρίση είναι βέβαιο ότι η κάθε λέξη και η κάθε ιδέα μπορούν να οδηγήσουν στα όσα δεν θα θέλαμε. Είναι επίσης γεγονός ότι στην εποχή μας αυτά που γράφουμε στην Αθήνα διαβάζονται και στην Αγκυρα και ναι μεν ο πρόεδρός μας θεωρεί ότι ο τουρκικός λαός δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό (φαντάσου ο κ. Ντεμιρέλ να έλεγε κάτι το παρεμφερές για μας…) όμως οι τούρκοι στρατηγοί κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν από στρατηγική. Ερώτημα: Θα περιμένουν να προχωρήσουμε στις τεράστιες στρατιωτικές παραγγελίες μας και στην επικράτηση των ιδεών του κ. Κονδύλη για να αντιδράσουν;

Αυτό όμως είναι επιχείρημα συγκυρίας: με ποια λογική και με ποια στοιχεία ο κ. Κονδύλης προδικάζει ότι το μόνο που μας περιμένει είναι ο πόλεμος με την Τουρκιά και ότι το καθήκον μας είναι πώς να τον χάσουμε με το μεγαλύτερο δυνατόν κόστος για τον αντίπαλο που, μας το υπογραμμίζει, έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα;

Η θεωρία του κ. Κονδύλη μάς προσφέρει πράγματι, και αυτό είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστικό, τις πιο μελανές ιδέες: να επιτεθούμε πρώτοι, να χάσουμε χιλιάδες παιδιά και εθνικά εδάφη, να υποστεί η Κύπρος τραγικότερες ακόμη συνέπειες και όλα τούτα για να έχουμε επιχειρήματα σε μια μελλοντική μεταπολεμική διαπραγμάτευση. Γιατί όμως να μην αρχίσουμε από αυτήν με τα επιχειρήματα και τις δυνάμεις που έχουμε, χωρίς το βάρος μιας μερικής έστω ήττας; Πώς αντιμετωπίζονται τα μικροπροβλήματα της όποιας συντήρησης των δυνάμεών μας με όπλα και πυρομαχικά, προφανώς και με καύσιμα και ανταλλακτικά, όταν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια ορισμένων δυνάμεων και, όσο ανεξάρτητοι αποφασίσουμε ότι θέλουμε να είμαστε, πολεμική βιομηχανία που να καλύπτει τις ανάγκες μας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μήτε να κατασκευάσουμε ανταλλακτικά ούτε και να βρούμε καύσιμα. Για να μην προσθέσουμε και τις επικοινωνίες…

Το να πεις «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε» είναι κάτι το σχεδόν αυτονόητο και ως ένα βαθμό γίνεται με χίλιες αντιφάσεις και δυσκολίες, με κυριότερη αντίδραση τις εσωτερικές ιαχές, εδώ και απέναντι, των πολεμοκάπηλων που μάλλον βρήκαν τον θεωρητικό τους. Το να διδάσκεις όμως τα όσα διαβάσαμε με την υπογραφή Κονδύλης είναι μια άλλη συζήτηση με επιχειρήματα απίστευτης ελαφρότητας, εξωπραγματικά και σαφώς επικίνδυνα. Κυρίως που, στη συνέχεια της εργασίας του, ο κ. Κονδύλης λίγες ελπίδες αφήνει για τη χώρα, τους ανθρώπους της, το μέλλον, οικονομικό, πολιτικό, ευρωπαϊκό. Θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Ας ελπίσουμε πάντως ότι ο καλός διανοητής δεν θα βρεθεί αξιωματούχος της παλλαϊκής άμυνας σε συνοριακή περιοχή…

Το ΒΗΜΑ, 23/11/1997 , Σελ.: B04

 

Ο πόλεμος και τα «λεβέντικα γιουρούσια»

Ο Π. Κονδύλης απαντά στον Ρ. Σωμερίτη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 30 Νοεμβρίου 1997

Στο λιβελογράφημα που μου αφιέρωσε ο Ρ. Σωμερίτης («Το Βήμα», 28.11) έκανε δύο ατοπήματα που ακόμη και στη ­ ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα ­ Ελλάδα μας θα έπρεπε να θεωρούνται βαρύτατα: παρεβίασε τον κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων και μίλησε από καθέδρας για πράγματα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Τον ευχαριστώ ωστόσο γιατί με αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντας και τον πικραμένο να γελάσει. Επειδή τα υφολογικά του επιτεύγματα τα απήλαυσαν, όπως μαθαίνω, πολλοί αναγνώστες, δεν χρειάζεται να τα σχολιάσω. Αλλά έχω την υποχρέωση απέναντι στο κοινό μας να αναλύσω λεπτομερέστερα τα ατοπήματά του.

1 Ο κώδικας τιμής σε μια συζήτηση επιβάλλει να αποδίδονται τα επιχειρήματα κάθε πλευράς χωρίς πλαστογραφίες και αφού καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατανόησή τους και την ένταξή τους στο πλαίσιο όπου ανήκουν. Ο Ρ.Σ. στήριξε την πολεμική του σε μια ξεκομμένη προδημοσίευση («Το Βήμα», 9.11), όπου συνοψίζονται οι τέσσερις στρατηγικές προϋποθέσεις για μιαν ελληνική νίκη σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Η ανάλυση αυτή δεν λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να κάνει πόλεμο, αλλά ΤΙ θα όφειλε να κάνει ΑΝ γινόταν πόλεμος. Προφανώς ο Ρ.Σ. δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες λογικές διακρίσεις. Αλλά την επομένη κιόλας κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου», και όποιος ενδιαφέρεται να κατανοήσει και όχι να υβρίσει, θα μπορούσε να το ανοίξει και να διαβάσει τα συμφραζόμενα. Εδώ λέγεται σαφώς ότι τις στρατηγικές προϋποθέσεις μιας νίκης η Ελλάδα δεν τις συγκεντρώνει σήμερα και ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα οδηγούσε σε ελληνική συντριβή (τη λέξη «συντριβή» τη χρησιμοποιώ στη σ. 410). Παραθέτω προς χάριν του αναγνώστη την περικοπή που ακολουθεί αμέσως το κείμενο της προδημοσίευσης:

«Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέμε ότι είναι σε θέση να το κάμει ή ότι θα το κάμει· λέμε μόνον ότι, ΑΝ το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεν αποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ’ ένα κυνηγετικό όπλο ­ γι’ αυτό άλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο από λεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, ΑΝ ένας εμπόλεμος διαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Αφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται το ερώτημα σε ποιαν κατάσταση βρίσκεται σήμερα η ελληνική πλευρά… Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή ­ όπως οφείλουμε να την ορίσουμε ­ ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό» («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398-399).

2 Ηδη το παράθεμα αυτό καταρρίπτει τη μομφή ότι προτρέπω σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας: πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάμω, όταν ο ίδιος προβλέπω ότι με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων η Ελλάδα θα συντριβεί; Ο Ρ.Σ. άντλησε τη μομφή αυτή από τη συζήτησή μου για την αποφασιστική σημασία του πρώτου πλήγματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό καταφαίνεται η χονδροειδής του άγνοια σε ζητήματα στρατηγικής, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται από την ανικανότητά του να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Ας υπενθυμίσω πρώτα πρώτα ότι το πρόβλημα του πρώτου πλήγματος βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής συζήτησης από την εποχή της εφεύρεσης των βαλλιστικών πυραύλων, ιδιαίτερα όμως από το 1967, όταν οι Ισραηλινοί, ακριβώς χάρη σ’ ένα αριστοτεχνικό πρώτο πλήγμα, κέρδισαν τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται από πανεπιστημιακούς αργόσχολους, όπως φαντάζεται ο δημοσιογραφικώς πολυάσχολος Ρ.Σ., αλλά στα κέντρα λήψεως των ουσιαστικών πολιτικοστρατιωτικών αποφάσεων. Ισως ο Ρ.Σ. άκουσε μόλις τώρα να γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα και γι’ αυτό τρόμαξε. Ας είναι όμως βέβαιος ότι το ζήτημα τούτο έχει εκ των πραγμάτων απόλυτη προτεραιότητα για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς τόσο του τουρκικού όσο και του ελληνικού Γενικού Επιτελείου. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να δηλωθεί δημόσια από καμιά ηγεσία.

Καθώς διευκρινίζεται στο παραπάνω παράθεμα, το πρώτο πλήγμα δεν έχει καμία σχέση με λεβέντικα γιουρούσια. Είναι ζήτημα που το θέτει ­ δυστυχώς ­ η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η δύναμη, η ακρίβεια και η ταχύτητα του πυρός έχουν αυξηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εναρκτήρια φάση του πολέμου ­ σε αντίθεση με την αθώα εποχή του: «Οι κκ. Αγγλοι ας πυροβολήσουν πρώτοι» ­ έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία, όπως πλέον γνωρίζει κάθε πρωτοετής μιας στρατιωτικής σχολής. Γιατί το πρώτο (μαζικό) πλήγμα στις πρώτες ώρες ενός εκτεχνικευμένου πολέμου σκοπεύει να αχρηστεύσει μεταξύ άλλων τα πληροφορικά και επικοινωνιακά κέντρα, χωρίς τα οποία η συνεκτική στρατηγική χρήση των νεότατων οπλικών συστημάτων είναι αδύνατη. Οποιος υποστεί στην εναρκτήρια φάση τέτοιες απώλειες, δεν έχει σοβαρές πιθανότητες ανάκαμψης. Ο Ρ.Σ. μας λέει ότι αν μας επιτεθούν πρώτοι οι Τούρκοι, τότε, και μόνον τότε, «εμείς θα πολεμήσουμε». Τον πληροφορώ ότι μερικές ώρες αφού η, ισχυρότατη σήμερα, τουρκική δύναμη πυρός καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα εναντίον των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε για να πολεμήσει. Ετσι θα εκλείψει αυτόματα και ο παράγοντας με τον οποίο ο Ρ.Σ. νομίζει ότι θα εκφοβίσει τους Τούρκους: ότι ένας πόλεμος θα στοιχίσει και σ’ αυτούς μεγάλες απώλειες. Γιατί κεντρικός σκοπός του αποφασιστικού πρώτου πλήγματος είναι ακριβώς να ελαχιστοποιήσεις τις απώλειές σου. Ακριβώς όποιος θέλει να αποφύγει μεγάλες απώλειες καταφεύγει στο πρώτο πλήγμα. Και αν περιμένεις να το δεχθείς, είναι προτιμότερο, για να γλιτώνεις και τα περιττά έξοδα, τα στείλεις από τώρα τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες στα σπίτια τους.

3 Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα χωρίς να υπάρχει casus belli; Κάθε άλλο. Σήμερα δεν μπορεί να το κάμει έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν έχει τα μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι τα είχε. Στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα μόνο αν είχε πιεστικούς λόγους να πιστεύει ότι επίκειται ένα μαζικό πρώτο πλήγμα του εχθρού. Διότι ασφαλώς δεν είναι το κάθε θερμό επεισόδιο καταλύτης ενός γενικευμένου πολέμου ­ και η γενίκευση ενός τοπικού θερμού επεισοδίου είναι ανόητη, αν είσαι ο πιο αδύνατος, όπως έτσι κι αλλιώς θα είναι πάντοτε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το αν επίκειται γενικός πόλεμος ή όχι είναι θέμα στάθμισης της συγκεκριμένης κατάστασης, και η στάθμιση αυτή απαιτεί ύψιστη ευαισθησία και ευθυκρισία. Γι’ αυτό άλλωστε η δουλειά της υπεύθυνης ηγεσίας σε κρίσιμες ώρες είναι τόσο δύσκολη ­ τόσο δυσκολότερη από την ανέξοδη δημοσιογραφική ρητορεία.

Οπως τονίζω στο βιβλίο μου, η δυνατότητα να καταφέρεις το πρώτο πλήγμα δεν είναι μέσο επίθεσης, αλλά (για την πιο αδύνατη Ελλάδα) μέσο αποτροπής. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: το πρώτο πλήγμα δεν είναι παρά η προσπάθεια να χτυπήσεις στον αέρα ένα χέρι που πάει να σε μαχαιρώσει (Αλήθεια: αν κάποιος ριχνόταν στον Ρ.Σ. με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχτεί τη μαχαιριά; Μήπως θα περίμενε να τη δεχτεί πρώτα, φοβούμενος ότι θα τον πουν πολεμοκάπηλο; Αλλά πώς θα ήξερε ότι, έχοντας δεχτεί τη μαχαιριά, θα διέθετε κατόπιν αρκετή δύναμη για να αμυνθεί;). Ο εχθρός αποτρέπεται μόνο όταν γνωρίζει ότι έχεις τη δυνατότητα αυτή, ενώ αν γνωρίζει ότι δεν την έχεις ­ όπως το γνωρίζει από καιρό η Τουρκία για μας ­ αυξάνει την πίεσή του όχι απλώς στο στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Αλλά υπάρχουν πολλοί ανόητοι που αρνούνται να δουν τη στενότατη συνάφεια ανάμεσα σε διπλωματική διευθέτηση και στρατιωτική αποτροπή. Τη φύση της τελευταίας δεν την καθορίζουν όμως οι επιθυμίες μας αλλά η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, που υπακούουν στη λογική του πρώτου πλήγματος.

4 Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί κοινοτοπία για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη εξοικείωση με τη σύγχρονη στρατηγική. Σε μια χώρα όπου αναγκάζεται να εξηγήσει κανείς κοινοτοπίες, το επίπεδο των συζητήσεων και των προβληματισμών είναι προφανώς πολύ χαμηλό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη και νηφάλια συζήτηση για προβλήματα στρατηγικής. Η έλλειψή της είναι μια πρόσθετη ένδειξη του αυχμηρού πνευματικού μας επαρχιωτισμού και της ανικανότητάς μας για πειθαρχημένη λογική σκέψη, που νομίζουμε ότι την ξεπερνάμε αναμασώντας κούφιες παρόλες ­ είτε εθνικιστικές είτε ειρηνιστικές και οικουμενιστικές. Το πλάτος και το βάθος των αντίστοιχων συζητήσεων στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία (και ας αφήσουμε τις ΗΠΑ) θα έπρεπε να μας παραδειγματίσει. Και αυτό θα συνιστούσε ουσιώδη συμβολή τόσο στον «εξευρωπαϊσμό» όσο και στην ελεύθερη και αξιοπρεπή επιβίωσή μας.

Υ.Γ. Από τους πολλούς ονειδισμούς που μου απευθύνει ο Ρ.Σ. («στρατηγός Κονδύλης ο νεότερος», «θεωρητικός των πολεμοκαπήλων», «καθηγητής») σίγουρα δεν αξίζω τον χειρότερο ίσως απ’ όλους: δεν είμαι καθηγητής.

 

Περί Πολέμου και Κονδύλη

Ο Ριχ. Σωμερίτης ανταπαντά για τη λογική του «πρώτου πλήγματος» σε ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία

ΡΙΧ.ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι φυσικά υποχρεωμένος να αναφερθώ ξανά στον κ. Κονδύλη, τόσο η απάντησή του στην κριτική που του άσκησα, και που χαρακτηρίζει «λιβελογράφημα» ενώ ο ίδιος αυτοδυσφημείται, είναι σε μερικά σημεία αποκαλυπτική και σε άλλα ανακριβής.

Διάβασα ­ και το γνωρίζει ­ ολόκληρο το «επίμετρο» του βιβλίου του. Το αναφέρω αυτό ρητά στο δημοσίευμά μου. Ποιος «κώδικας τιμής» του επιτρέπει να βεβαιώνει το αντίθετο; Οπως δεν τον γνωρίζω, θα μπορούσε να μου δώσει τα σχετικά βιβλιογραφικά στοιχεία;

Περί ήθους: θεώρησε ότι τον «έθιξα». Τα βάζει όμως συνολικά, βρίζοντάς την, με τη «ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα Ελλάδα», για το μέλλον της οποίας τόσο υποφέρει στη Γερμανία. Σε τι «φταίει» η έρημη για δικό μου «λάθος»; Ποιος «κώδικας τιμής» το επιτρέπει αυτό;

Επί της ουσίας: Το απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος μέσω του εκδότη του. Αναφέρεται στη βασική του επιλογή, που με τόσο πάθος υποστηρίζει και στην απάντησή του: ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος διότι η Τουρκία είναι επεκτατική· η γεωπολιτική μας θέση είναι κακή, συνεπώς πρέπει να επιτεθούμε πρώτοι. Στη συνέχεια, και όπως το σημείωσα,· θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Εφόσον σε αντίθεση με εμένα γνωρίζει ανάγνωση, αυτά πρέπει να τα διάβασε. Μου καταλογίζει συνεπώς ανύπαρκτη παραποίηση των απόψεών του. Να υποψιαστώ κάποιον εγωκεντρισμό ή έλλειψη εντιμότητας;

Μου προσάπτει χονδροειδή άγνοια για ζητήματα στρατηγικής. Στην ουσία βαφτίζει άγνοια την αυτονόητη καταδίκη από κάθε πολιτισμένο άνθρωπο της αρχής του προληπτικού επιθετικού πολέμου. Θαυμάζει το Ισραήλ του 1967. Αναφέρεται στον προβληματισμό που προκάλεσε η υπόθεση των βαλλιστικών πυραύλων στην Ευρώπη, που ήταν όμως ενταγμένοι στη στρατηγική ενός θερμοπυρηνικού πολέμου και τη διπλωματία αποτροπής του. Γιατί δεν αναφέρεται και στη χιτλερική στρατηγική του 1939; Δεν το γνωρίζω. Διαπιστώνω όμως ότι αναφέρεται στις αμυντικές δαπάνες μας. Θεωρεί και το νέο πρόγραμμα περίπου σαν «τίποτε». Απαιτεί την υποταγή του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας στην πολύπλευρη οργάνωση της άμυνας – επίθεσης. Θεωρεί όλους τους συμπατριώτες του «αφελείς». Αποδίδει τα πάντα στον «καταναλωτικό παρασιτισμό»· των άλλων φυσικά. Ολη του η σκέψη οδηγεί στο να μετατραπεί η Ελλάδα σε παράδεισο των εμπόρων όπλων, που κανονικά θα έπρεπε να τον ευλογούν. Και όλα τούτα με βάση το δόγμα, λες και δεν υπάρχει ανάμεσα σε πολλά άλλα και το γαλλο/γερμανικό προηγούμενο, ότι η Τουρκία είναι ανεπανόρθωτα επεκτατική, ότι οι Τούρκοι, Τούρκοι είναι και Τούρκοι θα παραμείνουν, ότι όλοι την Τουρκία στηρίζουν και εμάς κανείς. Με συνέπεια, μόνη μας ελπίδα, να είναι «μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία (που) θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια». Δηλαδή η Ρωσία που ονειρεύεται ο Ζιρινόφσκι. Ακουσε ποτέ ο κ. Κονδύλης τι σημαίνει και για μας πανσλαβισμός; Και τι θα εσήμαινε για τους Ρώσους ένα καθεστώς Ζιρινόφσκι;

Θα παραλείψω πολλά από το «επιστημονικό» παραλήρημά του (μεταξύ άλλων, τα περί μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων) και θα σημειώσω μόνο τα εξής: «Πράγματι, γράφει (σελ. 410-411), το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση (σ.σ.: έτσι το αποφάσισε!) και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή (επίσης έτσι το αποφάσισε!). Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ­ ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξάγουν έναν πόλεμο».

Ολα τούτα ο κ. Κονδύλης τα θεωρεί επιστημονικά, μη «δημοσιογραφικά» (α, πα, πα, η κακιά λέξη)… και μη λιβελογραφικά. Να πιστέψουμε ότι θα μπορούσε να προτείνει και «σατιρική» εκπομπή στην τηλεόραση;

Τέλος, θα υπενθυμίσω στον παντογνώστη και εθνικώς ανησυχούντα συγγραφέα, που ήδη απέσπασε τους επαίνους του κ. Στέλιου Παπαθεμελή (και συγγνώμη στους καθηγητές που τον ανέφερα σαν συνάδελφό τους, αν και για να τους μισεί τόσο πρέπει κάποτε να τον πλήγωσαν…) ότι το 1974 το μέγα σχέδιο της Χούντας του Ιωαννίδη ήταν, σε συνδυασμό με το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική απόβαση, να επιτεθούν στη Θράκη και να φτάσουν στην Πόλη. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

 

Πολεμοκάπηλοι και αερολογούντες «εθνικιστές»

Ο Π. Κονδύλης ανταπαντά στον Ρ. Σωμερίτη για τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 1997

 

 

Η ενασχόληση με τα γραφόμενα του Ρ. Σωμερίτη δεν θα άξιζε τον κόπο αν αυτά δεν αποτύπωναν κατά τρόπο τυπικό μια πνευματική σύγχυση διάχυτη σήμερα στον τόπο μας, προπαντός σε κύκλους «προοδευτικών» διανοουμένων, και μιαν αντίστοιχη τάση φυγής μπροστά σε πραγματικότητες αμείλικτες. Αν η ωραιολογία δεν μπορεί να σβήσει τις πραγματικότητες αυτές, πολύ λιγότερο μπορεί να τις επικαλύψει η υβρεολογία του Ρ.Σ. Αν ανταπαντώ, το κάνω αποκλειστικά με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις μου θα βοηθήσουν όχι τον ίδιο αλλά τους σκεπτόμενους αναγνώστες.

1 Ο Ρ.Σ. («Το Βήμα», 7.12) επιμένει στην πλαστογράφηση των απόψεών μου και στην παραβίαση του κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων όταν ­ παρά τις αναλυτικές διευκρινίσεις μου («Το Βήμα», 30.11) και χωρίς να υπεισέρχεται σε αυτές ­ εξακολουθεί να ταυτίζει τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος με την προτροπή προς επιθετικό πόλεμο. Επαναλαμβάνω: το πρώτο πλήγμα το καταφέρει ο αμυνόμενος όταν ήδη υφίσταται ο casus belli και όταν ήδη επίκειται άμεσα η επίθεση της εχθρικής πλευράς. Και επαναλαμβάνω επίσης το ερώτημα που, όπως και τόσα άλλα, άφησε αναπάντητο ο Ρ.Σ.: Αν κάποιος του ριχνόταν με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχθεί τη μαχαιριά; Καθώς ο Ρ.Σ. δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ζητήματα στρατηγικής (είναι τόσο ανίδεος ώστε χαρακτηρίζει τους πυραύλους που ανέπτυξε το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη το 1984 ως «βαλλιστικούς»!!!), καταφεύγει προς αντιστάθμιση της αγνοίας του σε συκοφαντικά υπονοούμενα, παρομοιάζοντας τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος με τους πολέμους του Χίτλερ. Ο Χίτλερ όμως δεν αμύνθηκε με ένα πρώτο πλήγμα εναντίον δυνάμεων που απειλούσαν τη Γερμανία, αλλά έκανε ο ίδιος επιθετικό πόλεμο. Τον ρόλο του Χίτλερ ­ αν επιτρέπονται εδώ οι παραλληλισμοί ­ δεν τον παίζει η Ελλάδα αλλά η Τουρκία. Μήπως ο κ. Τσοχατζόπουλος, που ορθά το επεσήμανε αυτό, είναι κατά τον Ρ.Σ. πολεμοκάπηλος;

2Για δεύτερη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου όταν λέει ότι θεωρώ τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αναπόφευκτο. Κάθε άλλο. Οι αναλύσεις μου υποδεικνύουν τι θα όφειλε να κάμει η ελληνική πλευρά ΑΝ γινόταν πόλεμος, διόλου δεν ισχυρίζονται ότι ΘΑ γίνει πόλεμος. Κάθε Γενικό Επιτελείο ­ και το ελληνικό ­ έχει στα συρτάρια του σχέδια πολέμου. Σημαίνει αυτό ότι θεωρεί τον πόλεμο επιθυμητό ή αναπόδραστο; Κατά την εκτίμησή μου, η πιθανότερη εξέλιξη στο προβλεπτό μέλλον δεν είναι ο πόλεμος αλλά η περαιτέρω γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδας και η βαθμιαία μετατροπή της σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας (με τη βοήθεια των ΗΠΑ και της «Ευρώπης»). Η πρόβλεψή μου αυτή αιτιολογείται λεπτομερώς στο βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου».

3Για τρίτη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου λέγοντας ότι θεωρώ τον πόλεμο αναπότρεπτο επειδή «οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι». Στο κείμενο, που ισχυρίζεται ότι διάβασε ο Ρ.Σ., τονίζεται επανειλημμένα ότι η διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας δεν έχει καμία σχέση με φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες ­ όπως διατείνονται αερολογούντες έλληνες «εθνικιστές» ­ αλλά οφείλεται αποκλειστικά στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Ρητά και συχνά επικρίνω όσους στηρίζουν την πολιτική τους επιχειρηματολογία στη θέση ότι η Τουρκία είναι «οθωμανική», «βάρβαρη» κλπ. Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398).

4 Ο Ρ.Σ. μού προσάπτει ότι υπερασπίζω τα προγράμματα των εξοπλισμών και επομένως τους εμπόρους όπλων κλπ. Ο ίδιος όμως δήλωσε («Το Βήμα», 23.11) ότι, αν οι Τούρκοι επιτεθούν, τότε «όλοι μας θα πολεμήσουμε». Τον ερωτώ: Με ποια όπλα προτίθεται να πολεμήσει; Με ανεπαρκή και απαρχαιωμένα; Οποιος τάσσεται εναντίον του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων ουσιαστικά ζητεί την κατάργησή τους. Γιατί είτε ανεπαρκή οπλισμό έχει ένας στρατός είτε μια χώρα είναι άοπλη, πρακτικά σημαίνει το ίδιο πράγμα. Αφού ο Ρ.Σ. δεν μπορεί να καταλάβει όσα γράφω εγώ, ας διάβαζε τουλάχιστον όσα σαφέστατα έγραψε σε παραπλήσια στήλη ο κ. Πλωρίτης για το ζήτημα των εξοπλισμών («Το Βήμα», 7.12). Απ’ όσα γνωρίζω, ο κ. Πλωρίτης δεν είναι ούτε σοβινιστής ούτε έμπορος όπλων. Είναι όμως προφανέστατα κατά πολύ οξυδερκέστερος του Ρ.Σ.

5Ως αδιάσειστο επιχείρημα για τον «εθνικιστικό» χαρακτήρα των θέσεών μου ο Ρ.Σ. αναφέρει ότι τις επιδοκίμασε ο κ. Παπαθεμελής. Εχω την αίσθηση ότι το εγκώμιο του κ. Παπαθεμελή δεν θα ήταν τόσο ανεπιφύλακτο αν υπεισερχόταν στα όσα γράφω για τα κεφαλαιώδη σφάλματα των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Αν τα διάβασε αυτά και, παρά τη διαφωνία του μαζί μου, επαινεί το βιβλίο μου, οφείλω να του αναγνωρίσω πνευματική ανωτερότητα και ιπποτισμό που ασφαλώς στερείται ο Ρ.Σ. Και αν ο Ρ.Σ. μού ζητεί να βγάλω τα συμπεράσματά μου από το γεγονός ότι με επαινεί ο κ. Παπαθεμελής, από την πλευρά μου του ζητώ να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τον τρόπο με τον οποίο ο αθηναϊκός Τύπος σχολίασε την αντιπαράθεση Σωμερίτη – Κονδύλη. Παραθέτω κατά χρονολογική σειρά: «Η υψηλή ποιότητα του βιβλίου δεν προσφέρεται βεβαίως για αστειάκια και ευτελή ειρωνικά σχόλια από την πλευρά εκείνων που (δικαίωμά τους) μπορεί να διαφωνούν με το πνεύμα με το οποίο ο Π. Κονδύλης προσεγγίζει το θέμα του. Το βιβλίο μπορεί να αντιμετωπισθεί έτσι μόνο από εκείνους που είναι παγιδευμένοι σε δογματικές απόψεις ή από εκείνους που προχειρολογούν εξ ανάγκης μη έχοντας τη δυνατότητα να αναπτύξουν ουσιαστικά επιχειρήματα απέναντι σε μια σοβαρή εργασία, το βάρος της οποίας τους ξεπερνά κατά πολύ» («Η Καθημερινή», 27.11). «Ψύλλος εναντίον ελέφαντα, βέβαια, αλλά μια και τα εκδοτικά ήθη επιβάλλουν απάντηση, ο κ. Ρ. Σωμερίτης μάλλον θα μπορέσει να προσθέσει στο βιογραφικό του ότι έτυχε της προσοχής του Παναγιώτη Κονδύλη» («Το Παρόν», 30.11). «Ο Παναγιώτης Κονδύλης, καίριος και δηκτικός, αποφλοιώνει και κεραυνοβολεί. Ε, κάποτε έρχεται ο καιρός και αποδίδεται πραγματικά, δίχως ψιμύθια και φήμη δανεική, το πρόσωπο όλων ημών των δημοσιολογούντων» («Ελευθεροτυπία», 1.12).

Το άχαρο αυτό θέμα κλείνει εδώ. Ελπίζω τώρα να ανοίξει μια γονιμότερη συζήτηση. Αν η αναζήτηση μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής καταπνιγεί από παροξυσμούς εθνικιστικής ή ειρηνιστικής υστερίας, τότε σίγουρα το μέλλον του τόπου μας δεν προδιαγράφεται ευοίωνο.

 

Ο Ριχ. Σωμερίτης απαντά για τρίτη (και τελευταία) φορά στον Π. Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Τι θα θυσιάσουμε στον βωμό της πολεμικής μηχανής;

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι ηθικά υποχρεωμένος για τρίτη και ύστατη φορά να αναφερθώ στον κ. Κονδύλη. Αρχίζω με μια υπενθύμιση. Σύμφωνα με αυτόν (που κάποιος τον χαρακτήρισε «νηφάλιο»!!) «το σημερινό δίλημμα (της χώρας) είναι αντικειμενικά και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη (με την Τουρκία) σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή». Γιατί; Ουσιαστικά, διότι έτσι το αποφάσισε. Με απόλυτο τρόπο για την ειρήνη. Με λιγότερο απόλυτο για τον πόλεμο: η καθυπόταξη των πάντων στις πολεμικές δαπάνες διαμέσου μιας οικονομίας που θα τις εξυπηρετούσε και συνεπώς η κατάργηση του «καταναλωτικού ευδαιμονισμού» θα επέτρεπε ίσως τη σωτηρία. Γεωπολιτικά η Τουρκία υπερτερεί από κάθε άποψη. Μας απομένει η προετοιμασία της δυνατότητας του «πρώτου πλήγματος» και των «κερδών» που αποφέρει, γνωρίζοντας ότι πρέπει να θυσιάσουμε τότε σημαντικά εδάφη (νησιά και ενδεχομένως την Κύπρο) για να εξασφαλίσουμε όμως εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία και καταστρέφοντας σε σημαντικό βαθμό τον κεντρικό όγκο της πολεμικής μηχανής του εχθρού. Ομως, τα χάλια μας είναι τέτοια (λαού και ηγεσίας) που σύμφωνα με τον κ. Κονδύλη «βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας».

Οποιος δεν συμμερίζεται αυτές τις «υπεύθυνες», «επιστημονικές» και «σοβαρές» απόψεις, είναι κατά τον κ. Κονδύλη αγράμματος και αφελής. Εξάλλου, όπως το σημείωσε, η Ελλάδα είναι «βλαχοφέρνουσα» γενικώς. Η υποψία ότι ευθύνη σημαίνει να γράφεις πράγματα που αν είχες εξουσία θα μπορούσες να προωθήσεις δεν φαίνεται να τον αγγίζει. Προφανώς, ο αυτονόητος αυτός κανόνας δεν περιλαμβάνεται στους «κώδικες» που κατασκευάζει και αναφέρει όταν δεν έχει άλλο επιχείρημα, μεταξύ μιας βρισιάς και μιας έκφρασης επηρμένης εγωπάθειας. Ποιος όμως θα ψήφιζε Κονδύλη αν ζητούσε εξουσία για να προωθήσει τις προτάσεις του, γνωρίζοντας ότι, με δέλεαρ ένα στοίχημα που μπορεί να χαθεί, οδηγούν σε πένθη, καταστροφές και χαμένες πατρίδες αποσπασμένες από τον σημερινό εθνικό γεωγραφικό κορμό;

Οταν ο θαυμάσιος επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα περί πρώτου πλήγματος που δεν είναι επίθεση αλλά άμυνα, χρησιμοποιεί για να πείσει παραδείγματα υποκόσμου που φαίνεται ότι γνωρίζει αλλά που προσωπικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να με απασχολήσουν: αν κάποιος μου ριχνόταν με ένα μαχαίρι, τι θα έκανα· δεν θα χτύπαγα πρώτος; Προσθέτει τα περί «casus belli», προφανώς … αυτοκαθοριζόμενο ή τα περί «επικείμενης επίθεσης» (σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες;) οπότε προλαβαίνεις και χτυπάς πρώτος και να που το πρώτο σου πλήγμα δεν είναι επίθεση είναι άμυνα. Υπενθύμιση, διότι προφανώς δεν το θυμάται ο κ. «ειδικός»: Το κόλπο το έπαιξε και ο Χίτλερ.

2. Ισχυρίζεται (και ένας – δυο τον πίστεψαν διαβάζοντας την ξεκάρφωτη και στη συνέχεια ανατρεπόμενη παράθεση κειμένου που περιέλαβε στην πρώτη απάντησή του) ότι «πλαστογραφώ τις απόψεις του» όταν λέω ότι θεωρεί τον ελληνοτουρκικό πόλεμο αναπόφευκτο. Την απάντηση την ανθολογώ από τον μπαχτσέ του: «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία» (σελ. 398)· «Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών τους, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο» (σελ. 406)· «Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς επέκταση» (σελ 386)· «Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι (σ.σ.: Ελληνες) εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας Ελλάδας είναι αγεφύρωτη…» (σελ. 404). Φτάνουν αυτά;

3. Κάθε αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τα εξής: ότι, κακώς ίσως, δεν χρησιμοποίησα ούτε μία φορά, για τον κ. Κονδύλη, τη λέξη «εθνικιστής»· ότι σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες σημείωσα ότι θεωρεί και το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα ανεπαρκές και όχι ότι δεν πρέπει να υπάρχει εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων· ότι φρόντισε να μην αναφέρει τα ονόματα αυτών που τον επαίνεσαν σε ορισμένες εφημερίδες (ντρέπεται; και πώς αντιδρά τώρα στα νεότερα αρνητικά γι’ αυτόν δημοσιεύματα μεταξύ άλλων της «Αυγής» και της «Ελευθεροτυπίας»;)· ότι δεν απαντά σε κανένα από τα βασικά επιχειρήματα· ότι τα κείμενά μου, επιθετικά όσο και τα δικά του, δεν περιλαμβάνουν βρισιές σε πλήρη αντίθεση με τα δικά του (αλλά εφόσον ξέρει για μαχαιροβγάλτες, τίποτε το περίεργο…)· και κυρίως, ότι ο άνθρωπος αυτός, για λόγους που τον αφορούν, προσπαθεί με πάθος να πείσει ότι δεν έγραψε τα όσα έγραψε αλλά, ταυτοχρόνως, ότι τα όσα έγραψε είναι σωστά.

Συμπέρασμα: κατάλαβα γιατί βρίσκεται εκτός Πανεπιστημίου. Ετσι, τελεία και παύλα…

 

 

 

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (Περίληψη και πλήρες κείμενο)

24 Νοεμβρίου, 2008 § 6 Σχόλια

Ολόκληρο το άρθρο εδώ

 

Περίληψη

 

Α/ Ιστορική αναδρομή

Μέχρι το 1920 περίπου το ελληνικό έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος: απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση: Αφανισμός του ελληνισμού της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945), εκδίωξη Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (1955) και της βόρειας Κύπρου (1974), μαζική φυγή του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου σήμερα. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση: Οι σημερινές ελληνικές παροικίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο μακριά και μέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε μάλλον χρειάζονται την ενίσχυση του ελληνικού κράτους παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική ενίσχυση ή πνευματική ώθηση. Η θλιβερότερη ίσως διαπίστωση: Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε το πραξικόπημα που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου. Το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.

 

Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα, η Τουρκία διήνυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόμο: Χάρη στη μεγάλη προσωπικότητα του Κεμάλ, η μετάβαση από το οθωμανικό στο τουρκικό κράτος συνδέθηκε μ’ ένα μεταρρυθμιστικό έργο, μ’ ένα νέο αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία, απ’ όπου η Τουρκία μπορεί ν’ αντλεί άμεσα ακόμα και σήμερα. Παρέμειναν βέβαια ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωμανισμού, μουσουλμανικού λαϊκισμού, προβλήματα μειονοτήτων, ανισομέρειες περιφερειακές και αγκυλώσεις κοινωνικές. Οι εσωτερικές αυτές αντιφάσεις όμως δεν έχουν αναγκαστικά αρνητική επίδραση στο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας. Σύμφωνα με το Μακιαβέλι, οι εσωτερικές τριβές μεταβάλλονται ενίοτε σε ιδεώδες μίγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες, αν καθοδηγηθούν από μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτής της πλαδαρότητας.

 

Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη ιστορική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και στη σημερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά με το κράτος, δεν έχει ζωτικούς ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο σε εγρήγορση υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέμους). Τέτοιοι στόχοι δεν είναι ούτε οι μάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου συχνότατα η ανάγκη μετατρέπεται σε φιλοτιμία, ούτε η ευρωπαϊκή ένταξη, η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας. Ακριβέστερα: αυτά όλα θα μπορούσαν ν’ αποτελούν επί μέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού· υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και σκιαμαχίες.

 

Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η Τουρκία – ανισομερής, αντιφατική, αλλά με ακμαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας – κοιτάζει αδιάκοπα πέρα από τα σύνορά της μέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους την ωθούν πολύ νωπές και ενεργές ηγεμονικές μνήμες καθώς και ζωντανές ακόμα φυλετικές, γλωσσικές και ιστορικές συγγένειες.

 

Β/ Διεθνείς συμμαχίες

Οι ευρύτεροι χώροι, μέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα έθνος την πρωτογενή του ενέργεια με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναμικό. Οι χώροι αυτοί προφανώς δεν επιλέγονται αυθαίρετα, αλλά συναρτώνται με την πρωτογενή ενέργεια του έθνους, με τη γεωγραφία και με τα ιστορικά προηγούμενα. Συναρτώνται επίσης με τις κινήσεις πλανητικών Δυνάμεων οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Από την άποψη αυτή η Τουρκία διαθέτει αξιολογότατα πλεονεκτήματα απέναντι στην Ελλάδα. Η πρόσφατη προσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ υπό αμερικανική αιγίδα δείχνει σε πόσο μακροπρόθεσμα πλαίσια εντάσσουν οι Αμερικανοί τη στρατηγική αξιοποίηση της Τουρκίας.

 

Σε καμία περίπτωση βέβαια η Τουρκία δεν συμπορεύεται με τις ΗΠΑ ως άβουλος εντολοδόχος τους, αλλά για να προωθήσει δικές της θέσεις και δικά της συμφέροντα, για να έχει πρόσβαση στην υπερσύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και για να βρίσκεται κοντά σε κέντρα λήψεως κρίσιμων αποφάσεων. Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να συνταχθεί η Ελλάδα με κάθε θυσία στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι η χώρα μόνον ως τοποτηρητής τους μετά τη νίκη τους θα ήταν σε θέση να πραγματώσει τα μείζονα εθνικά της όνειρα. Τέτοιες αποφάσεις δεν τις υπαγόρευε η εθελοδουλεία, αλλά το ένστικτο του μεγάλου παίκτη στο μεγάλο παιγνίδι της πολιτικής.  Ο μεγαλύτερος μελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία έγκειται στο ενδεχόμενο της ανάδυσης δυνάμεων ικανών να συναγωνισθούν την αμερικανο-τουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια (Ρωσία, Ιράν). 

 

Η Ελλάδα ελπίζει ότι η Τουρκία θα τιθασευθεί αν ενταχθεί στην «Ευρώπη» και, άρα, αποδεχτεί τις. ευρωπαϊκές αξίες.  Στην πράξη όμως ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση οπότε το κρίνουν συμφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη. Εξάλλου η αξία μιας συμμαχίας για ένα της μέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας. Πιο λιανά: οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. 

 

Γ/ Γεωγραφικό μειονέκτημα της Ελλάδας

Το 1922 η ελληνική πλευρά κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενεπλάκη στο εξής δίλημμα: για να κρατηθεί η Σμύρνη έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα. Ομως το  βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό στρατό. Από τότε τα πράγματα δεν άλλαξαν απόλυτα. Αφενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφετέρου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου χώρο συμπαγή, ενώ ο ελληνικός χώρος αποτελείται από κατεσπαρμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τουρκία είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να εμπλακεί, στο τραγικό δίλημμα του 1922. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όμως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τουρκικής πλευράς.

 

Δ/Πώς εξουδετερώνεται το γεωγραφικό μειονέκτημα σε περίπτωση πολέμου;

1. Η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Θα πρέπει να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Και μόνο στη Θράκη η ελληνική πλευρά έχει την – έστω και περιορισμένη – δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών.

 

2. Με τη συγκέντρωση των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων. Ο (ουτοπικός) πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος,

 

3. Η ελληνική πλευρά πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου: διότι το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του και, αντίστροφα, το μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς. (Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.)

 

4. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παρέλυε τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Η Ελλάδα συνεπώς (εφόσον μάλιστα ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την ολοένα και πιο δυνατή Τουρκία) θα έπρεπε να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό.

 

Ε/ Υπερτερεί σε άλλους τομείς η Ελλάδα;

Αφού το τουρκικό γεωπολιτικό δυναμικό είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της μειονεκτήματα με την ανωτερότητά της στον οικονομικό και στον εξοπλιστικό τομέα. Η απάντηση είναι αρνητική και στους δύο τομείς. Στο μεν τομέα του εξοπλισμού η αναλογία ισχύος διογκώνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας. Οσον αφορά δε την (μη ακμαία) ελληνική οικονομία η περικοπή του επιζήμιου παρασιτικού καταναλωτισμού προσκρούει στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σε πελατειακή βάση.

 

ΣΤ/ Οι «αντιεθνικιστές»

Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ανιστορικά  ιδεολογήματα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»  συμπλέκεται με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Όμως βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση – έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις: Πράγματι, τόσο οι εθνικιστές όσο και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονομιστές συμφωνούν ως προς το ότι ο τουρκικός  επεκτατισμός οφείλεται στο «οθωμανικό» και «ασιατικό» παρελθόν, στην «αντιδημοκρατική» ή «φασιστική» υφή του στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., με τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα γνωρίσματα αυτά μόνιμα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν ως μεταβλητά χαρακτηριστικά μιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχημένης· δεν μας λένε βέβαια πότε θα μεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή δύο αιώνες, τότε η διαμάχη δεν έχει πρακτικό αντικείμενο.

 

Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Παράδειγμα: ανάμεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, ενώ περισσότερα από τα μισά διεθνή καρτέλ ήταν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ’ αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν φονικότατο πόλεμο.

 

Η φιλελεύθερη και οικονομιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη μιας οικονομίας γεννά μια τάξη φιλελεύθερων επιχειρηματιών, αυτοί προωθούν τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό, οπότε η χώρα γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι μόνον οι μη δημοκρατικές χώρες. Λάθος:  Τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας τους τα χαιρετίζουν και οι επιχειρηματίες αλλά και οι εργάτες, όταν συνδέονται με επενδύσεις, απασχόληση και κρατικές παραγγελίες.

 

Η «αριστερή» παραλλαγή του οικουμενισμού και του οικονομισμού, η οποία διατείνεται ότι ο τουρκικός επεκτατισμός αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα  εσωτερικά προβλήματα· θα υποχωρήσει όταν τα προβλήματα αυτά λυθούν γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε. Η επιχειρηματολογία αυτή χωλαίνει· δεν εξηγεί γιατί η περίσπαση του λαού μέσω του εθνικισμού και του επεκτατισμού έχει συνήθως τόσο καλά αποτελέσματα. Το 1882 ο Engels έγραφε από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νομίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική ; … το ίδιο ό,τι και οι αστοί… οι εργάτες τρώνε κι αυτοί πρόσχαρα από το μονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά και στις αποικίες».

 

 

Ζ/ Ψυχολογική υπεραναπλήρωση και μελλοντικές προοπτικές

Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα λόγω μιας κοντόθωρης ευδαιμονιστικής επιδίωξης. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ. Τέτοια φαινόμενα είναι από πολλές απόψεις φυσιολογικά και δεν θα ήσαν ούτε καν επικίνδυνα, αν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου, στο σύνολο και στη διαχρονική της συνέχεια, σκεφτόταν και ενεργούσε εντελώς διαφορετικά. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, επαρκώς τουλάχιστον.

Θα πρέπει να θυμάται πάντοτε ότι ο καθένας είναι τόσο σοβαρός ο ίδιος, όσο σοβαρό θεωρεί τον εχθρό του και όσο σοβαρά τον αντιμετωπίζει. Οι ηθικολογίες είναι ένας εύκολος τρόπος για να καθίσταται ο εχθρός αξιοπεριφρόνητος. Γι’ αυτό και δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο πέρα από την πολιτική ελαφρότητα εκείνου που τις χρησιμοποιεί.

 

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Ετσι, ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

 

Οι μετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης. Ουσιαστικά βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν  ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

 

Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Οπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.

 

ΠΗΓΕΣ:

Το άρθρο αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου Θεωρία του πολέμου, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1997

 

Ολόκληρο το άρθρο εδώ

Η περίληψη πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ

Ενδιαφέρουσα συζήτηση με αφορμή το άρθρο εδώ

 

 

 

 

Ο Κονδύλης κι εμείς

24 Νοεμβρίου, 2008 § Σχολιάστε

του Μαριου Μαρκιδη

Ο ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ: ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΠΟΥ ΠΗΡΑΜΕ

    Στον Γιάννη Τσέγκο

    Ι

    Ο ΤΑΚΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ ΕΦΥΓΕ απροσδόκητα από τη ζωή στα πενήντα πέντε του μόλις χρόνια. Η δική μου γνωριμία μαζί του έγινε όταν είχε δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τα είκοσι —και τότε ήδη το μυαλό του είχε κάνει μιά διαδρομή που τον έφερνε μακριά απ’ τον ακμάζοντα πολιτικό κομφορμισμό των καιρών της ειρηνικής συνύπαρξης. Οπωσδήποτε, δεν είμαι ό πλέον αρμόδιος να μιλήσω γι’ αυτό που ονομάζουν σήμερα «φιλόσοφο Κονδύλη» και που αποδίδει τα χρόνια της ωριμότητάς του, χρόνια που ουσιαστικά δεν τον συναντούσα πια παρά μόνο μέσα σε ορισμένα κείμενά του και στις απηχήσεις αυτών των κειμένων. Κι όμως, είμαι βέβαιος ότι τα πρώτα εκείνα χρόνια της νεότητάς μας (που στην περίπτωσή του δεν είχαν τη συνήθη αστάθεια) προσδιόρισαν αποφασιστικά την αναπτύξη του επιχειρήματός του, όποιους δρόμους και να πήρε αργότερα στη Χαϊδελβέργη. Έτσι, τοποθετώ τον Παναγιώτη Κονδύλη όχι τόσο σαν έναν πρόωρα χαμένο διανοητή, για τον οποίο εδώ συντάσσω έναν ακόμη επικήδειο, όσο σαν ένα πρόσωπο των απομνημονευμάτων μου, που γνώρισα με το όνομα Τάκης. Καί τον τοποθετώ επίσης ανάμεσα στα λίγα πρόσωπα που, άλλοτε η μαθητεία κοντά τους κι άλλοτε ο διάλογος μαζί τους, χάραξαν τον τρόπο με τον οποίο κοίταξα κι εγώ (καί κοιτάζω ακόμη) τον κόσμο.Αυτό το τελευταίο εξηγεί το κάπως υπεροπτικό «εμείς» που πρόσθεσα στον τίτλο του κειμένου μου, μολονότι είμαι εγώ φυσικά που έχω την ευθύνη του.

    Eμείς, η σέχτα των πολιτικά υπόπτων της δεκαετίας του 1960! Αριστεροί, ίσως όμως όχι καί τόσο «κανονικά» αριστεροί. Με τις ιδιοτροπίες του ο καθένας, αλλά και με τους κοινούς γεωμετρικούς τόπους μας, δεν διστάζω να πω ότι υπήρξαμε πραγματικά κάτι σαν ένα εξωγήινο είδος ανθρώπων μέσα στην ισοπεδωτική κλίση των ημερών, την ομοφωνία της νικηφόρας δεξιάς και την ισοσκελή ομοφωνία τής ηττημένης αριστεράς. Η οποία αριστερά σημειωτέον δεν εννοούσε να παραδεχτεί στα φανερά το οφθαλμοφανές, δηλαδή την κατά κράτος συντριβή της. Πράγμα, θα μου πεις, αναμενόμενο. Αφού αυτή η παραδοχή θα ήταν ταυτόχρονα και ομολογία της ιδεολογικής έκπτωσής της. Οι λεγόμενοι εθνικόφρονες, που δεν ήταν παρά βάρβαροι, τσάκισαν τους εκβαρβαρισμένους.

    Δεν θα βαλθώ να απαριθμήσω όλους τους παράγοντες που συνέτειναν ούτως ώστε εκείνοι που είπα «εμείς», οι περισσότεροι από πέντε αλλά λιγότεροι πάντως από δέκα, να βρεθούμε εκτός της τότε πολιτικής συμμόρφωσης (και μάλιστα στην αφετηρία οι περισσότεροι του πολιτικού μας σκέπτεσθαι). Ενδέχεται να ευθύνεται το είδος της γενικής κουλτούρας μας, λειτουργώντας ας πούμε σαν ανοσοποιητικό σύστημα απέναντι στην γραφειοκρατικοποίηση τής σκέψης και της δράσης. Ενδέχεται να ευθύνεται απλώς η ψυχική ιδιοσυγκρασία μας, θέλει να τη χαρακτηρίσει κανείς σαν μικροαστικό ντιλεταντισμό, θέλει να της αναγνωρίσει μιά δημιουργικά αντιρρητική ποιότητα. Η προσωπική εν πάση περιπτώσει γοητεία του Μανόλη Λαμπρίδη, του ανθρώπου που είχαμε την τύχη να συναντήσουμε πάνω στα διαμορφωτικά χρόνια μας, η συναισθηματική δοτικότητά του κι ο ευρύς ορίζοντας της καλλιέργειάς του –που τον έφερνε αντιμέτωπο με τον αγοραίο λόγο— εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τον προσανατολισμό μας. Προσθέτω ότι ο Λαμπρίδης ήταν κατ’ουσίαν ο συντάκτης πολλών νεαρών γραπτών που εμείς υπογράψαμε σε περιθωριακά περιοδικά και έντυπα, όπως οι Μαρτυρίες και το Μαρξιστικό Δελτίο.

    Διαβάζω σήμερα ένα ογκώδες βιβλίο που απαιτεί την άνευ όρων πολιτική έρευνα προς αποκατάστασιν της κομματικής τιμής τού Νίκου Πλουμπίδη, βγάζοντας στη φόρα φιμωμένες καταθέσεις και ντοκουμέντα εφτασφράγιστα μέσα στα κομματικά αρχεία. Για μας τους προ τεσσαρακονταετίας καμιά σιωπή δεν ήταν συγχωρημένη γύρω από το όνομα του Πλουμπίδη —κι ανάμεσα στις αγαπητικές μας ποιητικές αναγνώσεις ήταν και το ποίημα που του αφιέρωσε ο Δημήτρης Δούκαρης την επομένη του μαρτυρίου του. Κι όμως, ακόμη κι ο Πλουμπίδης, αν είχε γλυτώσει το απόσπασμα κι αν επιβίωνε μέχρι το 1960, θα μας είχε εμάς τους «χαφιέδες» καταγγείλει. Γιατί κι ο Πλουμπίδης ακόμη δεν ήταν παρά ένας «αλλιώς» σταλινικός — και το έξω απ’ τα όρια τού πολιτικού του σύμπαντος δεν ήταν ο Ζαχαριάδης αλλ’ ο Τρότσκυ. Αντίθετα, για μας, η επαναστατική μεταμόρφωση του κόσμου είχε δύο απυρόβλητους καθοδηγητές, τον Λένιν καί τον Τρότσκυ. Όλα τα άλλα ήταν εγκλήματα του σταλινισμού. Το γεγονός ότι και ο Τρότσκυ επίσης υπήρξε «αλλιώς Στάλιν», το γεγονός ότι πνευματικός πατέρας τού Στάλιν ήταν ο ίδιος ο Λένιν, δεν το προσέχαμε, παρασυρμένοι απ’ τη ρομαντική πολιτική περιπέτεια τού ενός και την διαπεραστική οξύτητα των πολεμικών γραπτών τού άλλου. Δεν ήμασταν κομμουνιστές, όσο ήμασταν Ενζολωράδες. Ο Λαμπρίδης μάς συνέφερνε όταν τα πράγματα αγρίευαν από την ανυπομονησία μας να μεταστοιχειώσουμε «προλεταριακά» τον πολιτισμό μαζί με τον κόσμο, συνιστώντας μας να διαβάζουμε πότεπότε, εκτός απ’ το Αλφάβητο του Κομμουνισμού, καί λίγο Παλαμά, καί λίγο Τσάτσο.

    Ένα βράδυ, στο σπίτι του Λαμπρίδη, βρεθήκαμε μπροστά στον τελευταίο ίσως στον κόσμο σπαρτακιστή (αν εξαιρέσουμε τα ήξεις αφήξεις του Καστοριάδη…), τον Σπύρο Στίνα. Δεν εκτιμούσε καθόλου τον Τρότσκυ και, ενώ δεν αμφισβητούσε την αναγκαιότητα του κόμματος, απέδιδε όλα τα δεινά του σοσιαλισμού στο δόγμα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ο Στίνας ήταν το νηπιαγωγείο της καστοριαδικής αυτονομίας, μα τον κλονισμό στις μέχρι τότε πεποιθήσεις μας τον επέφερε. Βρεθήκαμε με το μικρόβιο τής λιποταξίας από το μέτωπο. Κι ένα άλλο βράδυ, στο ίδιο σπίτι, που πολλοί θα το έλεγαν πρόθυμα γιάφκα, γνωριστήκαμε με μίαν εντελώς αιρετική (με γνώμονα τα απομεινάρια τής πολιτικής μας ένταξης) φυσιογνωμία, τον Αντώνη Λαυραντώνη. Ο Λαυραντώνης δεν έγραφε, έλεγε. Κι αυτά που έλεγε μεταμόρφωσαν ριζοσπαστικά στους περισσότερους από μας το σύμπαν των ιδεών μας. Δεν ήταν μόνο ότι κατατρόπωσε τους απατηλούς θαυμασμούς μας, είτε ότι προσγείωσε τις διάφορες διαφωτιστικές πτήσεις μας ανώμαλα. Το κυριότερο ήταν ότι έβαζε εντός αγκυλών τα αξιώματα του ίδιου του ουμανισμού, αποκαλύπτοντάς τον σαν ανθρωποκεντρισμό που για να υλοποιήσει τα ιδεώδη του πρέπει να υποτάξει τη φύση —δηλαδή εγωιστικά να την καταβροχθίσει, να την καταστρέψει. Ο τρόπος με τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας αυτής της καταστροφής προσφέρθηκε σε πιάτο από το Μανιφέστο του Μαρξ, υπογράφτηκε από στρατιές μπροστάρηδων διανοουμένων, αλλά και βάφτηκε με το αίμα εκατομμυρίων μαρτύρων της πίστεως (η οποία δεν υπήρξε στ’ αλήθεια παρά ένα φριχτά αποτυχημένο πείραμα). Ο Λαυραντώνης έβλεπε την ιστορία σαν έκφραση μιας μοίρας που ξεκινούσε πριν από κάθε πολιτική οικονομία, πριν απ’ τον μαρξισμό, ίσως απ’ τον Δαρβίνο και τον Φρόυντ. Πίστευε ότι το ανθρωποφάγο πείραμα μακροπρόθεσμα θα πετύχει, παρά τις πρόσκαιρες λιποθυμίες του, κι αυτό το πιστεύει ακόμη και σήμερα χωρίς να το εύχεται. Μ’ αυτή την έννοια ο Λαυραντώνης δεν είχε διάθεση για αντικομμουνισμό. Αλλά δεν αισθανόταν και υποχρεωμένος να δηλώνει αντιφασίστας. Δεν ήταν άνθρωπος που ασπάζεται διεξόδους, ήταν άνθρωπος που περιέγραφε τα δίκια από εδώ, τα αδιέξοδα από εκεί των τάχα διεξόδων. Ο Κονδύλης αργότερα θα πει: αρκούμαι στην περιγραφή των συνειδήσεων. Είναι κληρονομιά του συγχρωτισμού του κυρίως με τον Αντώνη Λαυραντώνη. Αυτός ο συγχρωτισμός άρχισε την εποχή που εισέδυσε και στη δική μας συνείδηση ο Λαυραντώνης, και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι το τέλος. Δεν είναι μόνο από διάθεση κομπλιμέντου που ο Κονδύλης αποκαλεί τον Λαυραντώνη στα γράμματά του «πνευματικό του πατέρα».

    Ο Γιάννης ο Τσέγκος, ψυχίατρος σήμερα, άνθρωπος με ανάλογη ετοιμότητα στον χαρακτήρα του να παραβιάζει τις κομματικές συμμορφώσεις και να λοιδορεί τις λαϊκές σκοπιμότητες, ήταν εκείνος που συνέδεσε τον Κονδύλη με την παρέα μας. Δεν ξέρω πόσο συνέπεσαν τα ενδιαφέροντα τού Κονδύλη με τα ενδιαφέροντα ημών των υπολοίπων, καθώς εκείνος —με το μυαλό σφουγγάρι που διέθετε— μπόρεσε γρήγορα να επισκέπτεται τις ιδέες σε «τέσσερις ζωντανές καί δύο νεκρές γλώσσες» (Γ. Χατζόπουλος), ενώ οι περισσότεροι από μας μείναμε λίγο ως πολύ δεμένοι με τα «ωραία ελληνικά» καί τα αυτόχθονα ποιήματα. Συνδυασμένα οπωσδήποτε με καυγάδες όχι μόνο επί της αισθητικής αξίας, αλλά και επί της συνειδήσεως που δημιουργούσε αυτά τα ποιήματα. Έτσι ταυτιζόταν εν πολλοίς η πολιτική μας εκτίμηση με την ποιητική μας εκτίμηση —κι ίσως να μην κάναμε λάθος. Δεν του έλειπε φυσικά του Κονδύλη η ποιητική ευαισθησία, ώστε συναντιόμαστε τακτικά στην αποδοκιμασία πολλών θαυμαστικών, πολλών διάσημων αναξιοεστισμών. Αλλά συναντήθηκε με τον Λαυραντώνη όσο με κανέναν άλλον. Βρεθήκανε αμέσως πέραν του κομισσάριου και πέραν του γιόγκι. Το κοινό ερώτημά τους, όπως διαμορφώθηκε σύντομα, ήταν το ποιό κοινωνικό σύστημα (χωρίς να είναι η τελική λύση, διότι τελική λύση δεν υπάρχει και διότι υπάρχουν και προβλήματα άλυτα), το ποιο κοινωνικό σύστημα, επαναλαμβάνω, θα έβρισκε πιο πρόθυμη να συγκατατεθεί την κατά κανόνα φυγόπονη ανθρώπινη φύση. Διότι οι άνθρωποι, που είναι περισσότερο αναξιόπιστα όντα απ’ ό,τι πιστεύουν, μπορεί να ονειρεύονται μεν την ελευθερία (συχνά-πυκνά, και να θυσιάζονται γι’ αυτήν), στις μεγάλες ωστόσο περιόδους ανάπαυλας δεν είναι έτοιμοι παρά να συμφιλιωθούν με την πιο απόλυτη κοινωνική πειθαρχία. Στο κάτωκάτω της γραφής την πειθαρχία την γνωρίζουν στο πετσί τους, ενώ η ελευθερία δεν είναι παρά ένα ερωτικό όραμα. Η πρώτη χαρίζει ασφάλεια, η δεύτερη ανάβει στο αίμα φωτιές που δεν ξέρεις πού θα βγάλουν. Ο Λαυραντώνης έλεγε, όχι εντελώς παραδοξολογώντας: ο πραγματικός ουμανισμός ίσως να είναι ο ολοκληρωτισμός, μιά έκδοση εν πάση περιπτώσει ολοκληρωτισμού. Όποιος ήξερε να διαβάζει αμερόληπτα άκουγε σ’ αυτά τα λόγια το μήνυμα μιας μυθιστορηματικής μονομαχίας στο Μαγικό Βουνό, τοποθετημένης από τον Τόμας Μαν λίγο πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος, λίγα χρόνια πριν απ’ την πραξικοπηματική κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων με την οποίαν ο Λένιν καθησύχασε την επανάσταση, δηλαδή τα «αναρχικά στοιχεία». Ο «φασίστας» καλόγερος προκάλεσε στο σανατόριο του Νταβός τον καρμπονάρο και έχασε — δηλαδή κέρδισε. Υπερφαλάγγισε τον φιλελεύθερο αντίπαλο με μία σφαίρα που είχε μεν το δικαίωμα να εξαποστείλει απέναντι, ως εκ των κανονισμών της μονομαχίας, προτίμησε όμως από περιφρόνηση να την φυτέψει στο ίδιο του το κεφάλι. Ο Τάκης Κονδύλης ήξερε να διαβάζει.

    Η συνεννόηση ανάμεσα στον Τάκη Κονδύλη και τον Αντώνη Λαυραντώνη συνεχίστηκε μακριά απ’ τα δημοκρατικά πυροτεχνήματα (βάθυνε μάλιστα περισσότερο) στα χρόνια της χούντας, όταν δεν έσπευσαν να αποδοκιμάσουν ρητορικά και από κοινού τον Παττακό νοσταλγώντας θέλεις τον Καραμανλή, θέλεις τον Παπανδρέου. Ο Κονδύλης συνδέθηκε τότε με τις σπουδαίες εκδόσεις «Κάλβος» και εξέδωσε μεταξύ προκλητικών άλλων κειμένων τον Νικολό Μακιαβέλλι, για να προσβάλει το ιδεολογικό φάντασμα του «μακιαβελλισμου», φάντασμα το οποίο δεν υπήρξε επί αιώνες παρά μιά κατασκευή εις βάρος του στοχαστικού εκείνου αναγεννησιακού συγγραφέα εκ μέρους τού φιλελεύθερου παραμυθιού. Την ίδια εποχή ο Λαυραντώνης έγραφε υπό μορφήν δοκιμιακής επιστολής σε Ευρωπαίους φίλους του κάτι που το πλήρωσε με φυλάκιση, μέχρις ότου η χούντα να κουνήσει λίγο το αγροίκο μυαλό της και να τον παρατήσει ήσυχο. «Η έλλειψη αντιδράσεων κατά του πραξικοπήματος […] θα πρέπει να αναζητηθεί κυρίως στο γεγονός ότι οι λαϊκές μάζες δεν είχαν κανένα βαθύτερο σύνδεσμο μ’ αυτή τη “δημοκρατία” που κατέρρεε, και δεν αισθάνονταν μιά πραγματική ανάγκη να την υπερασπίσουν. Αυτή η ίδια είχε, λίγο-πολύ, απογυμνωθεί από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο, από κάθε πραγματικό ανθρώπινο δικαίωμα, ώστε στην επερχόμενη δικτατορία δεν απέμεναν και πάρα πολλά για να καταργήσει». Κι ακόμη: «Όσον αφορά την κατάργηση των ελεύθερων δημοκρατικών θεσμών κ.λπ., όλα αυτά δεν θίγουν άμεσα και κατά κύριο λόγο την ίδια την εργατική τάξη, αλλά τη γραφειοκρατία της, και, ακόμη, τους αστους διανοουμένους, επαγγελματίες πολιτικούς και δημοσιογράφους. Η ίδια η τάξη ενδιαφέρεται περισσότερο για τα προβλήματα τής ύπαρξής της. [….] Αν ο Χίτλερ μπόρεσε να επηρρεάσει τους Γερμανούς εργάτες σε αξιόλογο βαθμό και να τους οδηγήσει σ’ έναν τόσο καταστροφικό πόλεμο, αυτό το πέτυχε επειδή μπόρεσε να δώσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μιά στοιχειώδη λύση στα αγωνιώδη προβλήματα της ύπαρξής τους. Δεν φθάνω στο συμπέρασμα ότι η επικρατήση του φασισμού είναι χωρίς σημασία για την εργατική τάξη. Απλώς δεν την αντιλαμβάνομαι σαν πλήγμα θανάσιμο, όπως συμβαίνει με τόσους άλλους. Κι αυτό για τον λόγο ότι δεν πιστεύω πια στη σημασία των δημοκρατικών θεσμών σαν όρου sine qua non για τη «διαπαιδαγώγηση» και «συνειδητοποίηση» της τάξης, καθώς και στον δικό μας ρόλο σαν «παιδαγωγών» ή σαν «φορέων της σοσιαλιστικής συνείδησης».

    Κατ’ ανάγκην, δίνω εδώ ένα βραχύ απόσπασμα μόνο αυτού του εκρηκτικού κειμένου, τόσο αλύπητα αφυπνιστικού με κριτήριο τον πολιτικό ύπνο των παραμονών του 1967, ούτως ώστε αργότερα, όταν η μπόρα πέρασε και ούτως ειπείν εκδημοκρατίστηκε πάλι ο τόπος, ο ίδιος ο Κονδύλης να αποτρέψει με την συμβουλή του τον συγγραφέα απ’ την ιδέα της ευρύτερης δημοσίευσής του. Για να μη φουντώσουν ανώφελα πάθη και για να μην έρθει «σε δύσκολη θέση ο εκδότης». Μιλώ για αρκετά χρόνια μετά την κατάρρευση της χούντας. Κι όμως ο Κονδύλης, στη Χαϊδελβέργη πλέον μετά το 1970, συντάσσει τη φυσιογνωμία του με αλφαβητάριο αυτό το κείμενο. Δεν υπάρχει, φυσικά, αμφιβολία ότι με την κριτική δεινότητα του μυαλού του και την απίθανα απορροφητική του ικανότητα το αφομοίωσε και το καλλιέργησε στον κήπο άλλων γερμανικών αναγνώσεων, παραδοσιακών καί σύγχρονων, με συγγενή (κι ίσως πιο ραφιναρισμένη) πρόταση. Υπενθύμισαν πρόσφατα τη μαθητεία του στον «φιλοναζιστή» Καρλ Σμίτ, με την πρόθεση φυσικά της ρετσινιάς στη μνήμη του. Το ζήτημα πάντως είναι ο συντονισμός των πνευματικών ανησυχιών. Καί το ζήτημα κατ’ αρχήν είναι ότι αδηφάγος μελετητής κι αναγνώστης αυτός, ο νεώτερος, πυροδοτήθηκε από έναν βουλιμικό παρατηρητή της ανθρώπινης καθημερινότητας και της κίνησης της Ιστορίας, από τον μεγαλύτερο. Τα χρόνια της Γερμανίας τού Παναγιώτη Κονδύλη, που φτάνουν μέχρι το θάνατό του, είναι γεμάτα από μιά θερμή αλληλογραφία ανάμεσα στους δύο ιδιότροπους αυτούς ανθρώπους, που δείχνει την ηθική σύμπνοιά τους στα κοινωνικά κι οντολογικά ερωτήματα. Επαναλαμβάνω ότι έχω μάλλον άνιση εποπτεία του έργου του Κονδύλη, κι ομολογώ ότι δεν με ενδιαφέρουν καί πολύ (περισσότερο λ.χ. απ’ ό,τι θα με συγκινούσε ένα χιτσκοκικό θρίλερ…) τα τελευταία πολεμικά επιχειρησιακά του σχέδια. Η θεωρία πολέμου που συνέγραψε δεν μπορεί ποτέ κατά τη γνώμη μου να είναι κάτι περισσότερο από άσκηση επί χάρτου, έστω κι αν τροφοδοτείται απ’ την πιο διαυγή κατανόηση των ελιγμών της Ιστορίας. 0ι αλλεπάλληλες σειρές φιλοσοφικής καί πολιτικής σκέψης που εξέδωσε στα ελληνικά καταλαβαίνω πως αποτελούν από μόνες τους έναν υποδειγματικό πανεπιστημιακό λόγο, πού φανερώνει μεταξύ των άλλων τη μικρότητα τής αθηναϊκής πανεπιστημιακής κοινότητας όταν αρνήθηκε (με τη δημοκρατική καί αξιοκρατική ασφαλώς ψήφο της…) να δώσει ένα έδρανο διδασκαλίας στον «αλλοδαπό» Παναγιώτη Κονδύλη. Αλλά οι σειρές αυτές, από την άποψη της επιλογής τών προς μετάφραση βιβλίων, επιβεβαιώνουν και κάτι άλλο — αυτό που υποστηρίζω ότι είναι ευδιάκριτο πίσω απ’ το πρωτότυπο στοχαστικό έργο τού Κονδύλη. Για παράδειγμα στο Ισχύς και Απόφαση, ότι δεν υπάρχει δηλαδή εκεί μέσα επιχείρημα, που να μην κατοικεί στον πυρήνα του ο διάλογος με τον Αντώνη Λαυραντώνη. Συστηματική διάβρωση των κομφορμισμών, στηριγμένη στην εμπειρική διάβρωση των κοινωνικών παραισθήσεων.

    Ο Κονδύλης μού είπε κάποτε: «Όλα όσα έχουμε να γράψουμε στη ζωή μας θα μπορούσαν να χωρέσουν σε μιά και μόνη παράγραφο». Δεν το έκανε πράξη, άλλωστε κι εγώ δεν συμφωνώ, πιστεύω μάλλον στα πολλά λόγια. Πιστεύω, όμως ταυτόχρονα πως όσα εκείνος σημαντικά έγραψε, και μετέφρασε, και σχολίασε, είναι παραλλαγές κι αναπτύξη της μιας και καίριας παραγράφου που συζήτησε για παραπάνω από τριάντα χρόνια με τον Λαυραντώνη — χαλκέντερος συγγραφέας ο Κονδύλης, απρόθυμος στις υποχρεώσεις της γραφής ο Λαυραντώνης. Ο Κονδύλης τον επείραζε, μισά αστεία μισά σοβαρά: αυτά που έχεις στην άκρη της γλώσσας σου γιατί δεν τα βάζεις και στην άκρη της γραφίδος σου; Η απάντηση χρειαζόταν ψυχολογία —ας πούμε καί την ψυχολογία ακόμη της τεμπελιάς είτε της αίσθησης ματαιότητας— πλην όμως ο Κονδύλης δεν ήθελε ποτέ να παραδοθεί στην ατομική ψυχολογία. Της επέτρεπε της ψυχολογίας μόνο τη γενίκευση, στο σχήμα λ.χ. της «μαζικής ψυχολογίας». Χρόνο και παραπάνω μετά την αποδημία του στη Γερμανία, όχι μόνο δεν καταδεχόταν, όπως εγώ τουλάχιστον περίμενα, να παραδεχτεί το πένθος του για ό,τι άφηνε από Αθήνα πίσω του, αλλά έγραφε στο φίλο του: Δεν μου λείπει εδώ τίποτα. Κι άμα το παρακάνει καμιά μέρα η νοσταλγία, πάω κι αγοράζω μίαν Ακρόπολη και τελείωσε. Ξεχαρμανιάζω… Ερχόταν εποχή καλοκαιρινών διακοπών όπου η μετανάστευση (η ευλογία Θεού για τους Έλληνες, όπως τη χαρακτήρισε κάποτε ο Π. Κανελλόπουλος) άφηνε τα ανθρακωρυχεία, τα εργοστάσια και τα εστιατόρια ελληνικής κουζίνας και επέστρεφε –προκειμένου να αναβαπτισθεί στο ρωμαϊκό κλίμα— στη λεγόμενη «πατρίδα». Ο Τάκης Κονδύλης προτιμούσε, αν δεν τον πίεζαν τότε οικογενειακές υποχρεώσεις, τις δέκα μέρες στο Παρίσι, στην Ιρλανδία, στα ομιχλώδη φιόρδ της Νορβηγίας είτε στην Πορτογαλία. Δεν κρύβω ότι με σκανδάλιζε η συναισθηματική ανεξαρτησία του από τον τόπο κι από τη γλώσσα. Εκείνο το σημείο στο οποίο ωστόσο ο Κονδύλης ήταν ένα ολότελα εξαρτημένο άτομο ήταν η αναγνώση και η γραφή. Δόθηκε απροκατάληπτα στην πρώτη, φανατικά και υπεροπτικά στη δεύτερη. Δεν ξέρω άλλον άνθρωπο στον περίγυρό μου που να είχε τόσο άμεση επαφή με τα «κομβικά» κείμενα καθεαυτά —εννοώ τα κείμενα πολλών αιώνων, γραμμένα στα ελληνικά, τα λατινικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά φυσικά, τα αγγλικά. Το υπογραμμίζω αυτό επειδή ξέρω πόσο συνηθίζεται εδώ και πολύν καιρό η διαμεσολαβημένη συνάντηση με τα κείμενα, οπότε νομίζεις π.χ. ότι διαβάζεις Μαρξ, ενώ δεν διαβάζεις παρά τον Αλτουσσέρ, τον Πουλαντζά είτε τον κ. Ευτύχη Μπιτσάκη. Είναι ένα αληθινό ερώτημα το τί ακριβώς γνωρίζουμε σήμερα, έπειτα από τόσα και τέτοια ρεκτιφιέ στη μηχανή, για τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Θωμά Ακινάτη, τον Καρτέσιο, τον Χέγκελ, τον Μαρξ, τον Χάιντεγκερ, τον Φρόυντ. Ο Κονδύλης κατέθετε αυτό που γνώριζε και αφομοίωνε από πρώτο χέρι —και το σχολίαζε με εντιμότητα, ιδιότητα τού επιστημονικού χαρακτήρα που δεν διαψεύδεται αν εδώ ή εκεί συμβαίνει να υπερεκτιμά, να υποτιμά είτε να εκτιμά «παγωμένα». Γιατί ο ακαδημαϊσμός δεν του έλειπε, με ό,τι προτέρημα έχει για να τον εμπιστεύεσαι και με όση ψυχρότητα έχει ώστε να σκέπτεσαι πως χρειάζεται κάπως περισσότερη ποιητικότητα η σύλληψη του κόσμου.

    Ο Ιζάια Μπερλίν έγραψε: για να πει κανείς κάτι σημαντικό για τον κόσμο χρειάζεται κάτι περισσότερο από την άμεση εμπειρία (υποθέτω ότι αναφερόταν στην αξίωση του εμπειρικισμού). Ο Κονδύλης θα το έλεγε ως εξής (γιατί ακριβώς την αμεροληψία τού εμπειρικισμού αμφισβητούσε): χρειάζεται κανείς να βρεθεί επέκεινα του παρτιζανισμού της ιδεολογίας και της «στράτευσης». Σ’ αυτό το επέκεινα τοποθετεί την κριτική των μεταφυσικών οριζόντων, από τους οποίους δεν απουσιάζει το κομμουνιστικό όραμα. Αλλά αυτό το επέκεινα τού επιτρέπει ταυτόχρονα να αναγνωρίσει στα χρόνια μας μιά μαζικοποιημένη αποβλακωτική δημοκρα τία, που ο Αγαθούλης του είρωνος Βολταίρου θα την πίστευε σίγουρα σαν τον «καλύτερο δυνατό κόσμο» που υποσχέθηκε με τα ποικίλα ονόματά του (και με τα ποικίλα επίσης αθετημένα συμβόλαιά του με την ανθρωπότητα) ο ουμανιστικός Διαφωτισμός — αυτή η φιλόδοξη έκσταση ενός ονείρου που διαδέχτηκε τον κοινοβιακό χριστιανισμό.

    Πριν από κάμποσο καιρό, αφού το είχε σκάσει πια έτσι απροειδοποίητα ο Τάκης Κονδύλης κι εγώ είχα δημοσιεύσει αναστατωμένος κάτι που θεωρούσα αντί-επικήδειο, ένας φίλος έθεσε υπόψη μου μιά βιβλιοπαρουσίαση που υπογράφει σε καθημερινή εφημερίδα ο κ. Δημοσθένης Κούρτοβικ. Αφορά την Εκλογή Έργων του Ιωάννη Συκουτρή, συγγραφέα του Μεσοπολέμου που εκτιμούσε πολύ ο συστηματικός φιλόλογος Κονδύλης, στις εκδόσεις «Κάκτος». Νομίζω ότι καταλαβαίνω το μήνυμα που ήθελε να μου περάσει ο φίλος μου: στο άρθρο αυτό του Κούρτοβικ αναφέρεται ότι ο Συκουτρής παρέκαμψε τα άτονα διαφωτιστικοουμανιστικά επιχειρήματα και κατέληξε, προτού συμπληρώσει τα σαράντα του χρόνια, σε επιχειρήματα «ολοκληρωτισμού», υποστηριγμένα μάλιστα από την αρχαία γραμματεία. Οσμίζομαστε στις σελίδες αυτού του αυτοκτόνου την μυρουδιά τους. Ανακαλύπτουμε ένα αποσιωπημένο εγκώμιο τού πολέμου, που εδώ που τα λέμε δεν αξίζει μιά δεκάρα πέραν της πολυχρησιμοποιημένης φράσης του Ηράκλειτου (πόλεμος πατήρ…). Σ’ ένα άλλο σημείο όμως της βιβλιοπαρουσίασης διαβάζουμε σε εισαγωγικά την ακόλουθη συκουτρική σκέψη: «Ο 19ος αιών εστηρίζετο εις έναν μύθον: τον μύθον της πολιτικής ελευθερίας […]. Λέγω μύθος. Διότι αληθινή ελευθερία του λαού δεν υπήρξεν ούτε ήτο δυνατόν να υπάρξη. Ελευθερία και λαός [δηλαδή μπορούμε να υποθέσουμε εδώ ότι ο Συκουτρής εννοεί «μάζα»] είναι δύο έννοιαι απολύτως ασυμβίβαστοι. Αφού ελευθερία είναι η ιδιότης, η κυρία ιδιότης μιας προσωπικότητος, και προσωπικότητα δεν έχουν τα κοπάδια».

    Ξέρω πως ούτε ο Λαυραντώνης ούτε ο Κονδύλης ήθελαν τους πολίτες κοπάδια. Καταλαβαίνω όμως ότι μεταμορφώνονται εύκολα και αμαχητί σε μαντρωμένα κοπάδια μέσα στον λαϊκισμό της ιδεολογίας. Εκεί, στον παραισθητικό ρόλο της ιδεολογίας που πλαστογραφεί το υποκείμενο και που ο μαρξισμός την κατήγγειλε άλλωστε ως ψευδή ανθρώπινη συνείδηση, βρίσκω τοποθετημένη τη μαθητεία του Κονδύλη στον Αντώνη Λαυραντώνη. Στην ακραία συνέπειά της, η κριτική των ιδεολογιστικών σεναρίων από τον δεύτερο έφτασε να αμφισβητήσει όχι μόνο τον μαζικοδημοκρατικό ιδεαλισμό, αλλά και τον ίδιο τον ανθρωποκεντρισμό της Πλάσης. Έθεσε το πιο σκανδαλιστικό που ακούστηκε μέχρι σήμερα στην ακοή μας ερώτημα: είμαστε πράγματι οι άνθρωποι, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, κυρίαρχοι καί διαχειριστές της Πλάσης; Δεν θα μπορούσε τάχα να υποτεθεί ότι το ίδιο ακριβώς πιστεύουν για τον εαυτό τους οι κατσαρίδες, οι γάτες, τα φόξ τερριέ —για να μην αναφερθούμε και στην «ανόργανη» ύλη, στις πέτρες; Προ αυτού του έσχατου ερωτήματος τού δασκάλου του ο Παναγιώτης Κονδύλης δεν έζησε αρκετά ώστε να σκεφθεί, να το υιοθετήσει ίσως σαν εύλογο από οντολογική άποψη ερώτημα και, με την διαθεσιμότητα του πνεύματός του, να το επεξεργαστεί. Υπάρχουν ειδοποιήσεις που μένουν στη ζωή των γραφιάδων ανεκμετάλλευτες, υπάρχουν γράμματα των δασκάλων μας που παραμένουν ανεπίδοτα είτε αδιάβαστα. Ο Κονδύλης, που σταδιοδρομούν πολλές σημαίες πάνω στον θάνατό του σήμερα, είναι εκείνος που έβαλε στοίχημα με την αντι-ιδεολογική σκέψη, στοίχημα που από τη μιά μεριά το κέρδισε, από την άλλη το έχασε. Έτσι, αν μιλώντας για τον άνθρωπο Κονδύλη, επέμεινα στις βασικές υποχρεώσεις του, ήταν μάλλον για να υποστηρίξω τα κέρδη έναντι των απωλειών του, την ζωντάνια του έναντι των μνημοσυνών.

    II

    Κάπου ένα χρόνο προτού μας αφήσει στη μέση της παράστασής μας ο Τάκης Κονδύλης, στράφηκε σε μιά κατάσταση που δεν είναι παρά η συναισθηματική γέφυρα ανάμεσα στο Ισχύς και Απόφαση, από τη μιά μεριά, και τη νιτσεϊκή θέληση για δύναμη από την άλλη. Πρόκειται για τη μελαγχολία, αυτήν τη μεταφυσική σκιά πάνω στη διαλεκτική της χαρούμενης γνώσης (και ο Νίτσε άλλωστε, όπως απέδειξε ο Χάιντεγκερ, ήταν με τον τρόπο του ένας μεταφυσικός…). Διαθέτω μιά περίληψη της γερμανικής δημοσίευσης του Κονδύλη (στη συλλογική έκδοση του L. Heidbrink Entzauberte zeit, Carl Hanser Verlag 1997), που επιβεβαιώνει την ενότητα της σκέψης του, αλλά και τη βασική «αντικανονιστική» της κοίτη. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι «μελαγχολούμε πάντοτε για κάτι», αυτό το δήλωσε πρώτος ο Φρόυντ. Εξ άλλου ο Κονδύλης δεν ήθελε ποτέ να κάνει μιά ψυχολογία του απτού υποκειμένου, αλλά να διατυπώσει αυτό που θεωρούσε αρχή τού έλλογου πολιτικού στοχασμού, μιά γενίκευση. Έγραφε σε φίλο του σχολιάζοντας τους σχολιαστές του: Πώς να εξηγήσει κανείς τον κόσμο αν όχι με μία γενίκευση, με βάση φαινόμενα-κλειδιά, στο ύψιστο επίπεδο της αφαίρεσης;

    Αυτή η γενίκευση αποκαλύπτει, κατά τον Κονδύλη, το αναληθές της κοινής πεποίθησης ότι «μελαγχολικός είναι ο ανίσχυρος». Το ουσιαστικό στην Ιστορία ζήτημα είναι η μελαγχολία τού ισχυρού, «καθώς αυτός αντιλαμβάνεται τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ισχύος του». Μόνο η θεότητα δεν νοείται να μελαγχολεί.

    Δεν είναι τραβηγμένο, για όσους γνώρισαν τα πρόσωπα, το συμπέρασμα ότι κι εδώ, σ’ αυτή την παράδοξη έξοδο, διαβάζει κανείς το σημείο όπου συγκλίνει το τραγωδικό πνεύμα του Κονδύλη με το αντίστοιχο πνεύμα που διαπότιζε πάντοτε τη μελέτη των ανθρωπίνων και της Μοίρας από τον Λαυραντώνη, καθιστώντας τη σκέψη του τόσο προκλητική, τόσο εκκεντρική σε σχέση με τις εφησυχασμένες στην κοινότοπη αλήθεια τους συνειδήσεις. Αναπαράγεται μάλιστα σ’ αυτό το μάλλον δευτερεύον κείμενο ο εγελιανός τρόπος τού σκέπτεσθαι και των δύο, όταν ο Κονδύλης φτάνει να καταστήσει τη μελαγχολία κίνητρο της Ιστορίας. Μ’ αυτή την έννοια η μελαγχολία είναι διχασμένη αλλά και άπληστη. Είναι μιά ήττα της βούλησης για ισχύ. Είναι όμως ταυτόχρονα και η μήτρα μιας αιμοβόρας κύησης, «μιας έκρηξης αυτής ακριβώς της βούλησης για ισχύ».

    Δεν θεωρώ αναντιστοιχία με το έργο του το ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο έως κυνισμού ρεαλιστής, ο πολεμοχαρής, ο «υπερεθνικιστής» κατά τους ωμούς δημοσιογράφους που αντιδίκησαν (χωρίς όμως να διαθέτουν την κατάλληλη πνευματική αποσκευή) με τις ιδέες του, ο θεωρητικός τού «πρώτου πλήγματος» που θα αιφνιδιάσει υποτίθεται τον αντίπαλο και θα κερδίσει τη μάχη (γιατί μ’ έναν από αυτούς τους τρόπους διαβάστηκε το τελευταίο όσο ζούσε βιβλίο του, ομολογώ ακόμη κι από μένα), δεν θεωρώ επαναλαμβάνω αναντιστοιχία το ότι σ’ αυτές τις ακροτελεύτιες σελίδες αφήνει πίσω τον πόλεμο που εξαπολύουν οι γεμάτοι χυμούς λαοί, ας πούμε οι «Άριοι», για να τους δείξει μελαγχολικούς κι όσο περισσότερο μελαγχολικούς τόσο πιο πολύ επικίνδυνους. Η μελαγχολία γεννάει την πολεμική, η βαριά μελαγχολία γεννάει τη βαριά πολεμική βιομηχανία, όπως στην ψυχοπαθολογία των ανθρώπων η κατάθλιψη γεννάει τη μανία. Η οξεία παρατήρηση του Κονδύλη ότι όλα αυτά τα προβλήματα τα προσπερνάει εύκολα η μαζική δημοκρατία, η μαζικοποιημένη ανθρωπιά, υπήρξε ταυτόχρονα η ιδεοληψία του, ο πυρήνας της κριτικής που ασκεί στους κοινωνιολόγους, στους φιλοσόφους, στους διανοούμενους. Μιλώντας για ιδεοληψία δεν υπαινίσσομαι οπωσδήποτε τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Δύσκολα πάντως βάζεις νερό στο κρασί της ιδεοληψίας σου, ιδίως αν έχεις την περηφάνια και την αυτάρκεια του Κονδύλη. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο Γιώργος Χατζόπουλος, εταίρος του στα χρόνια του «Κάλβου», έγραψε σε μιαν επιστολή προς Θεσσαλονικείς: Ο Κονδύλης ήταν ένας άνθρωπος που δεν ζητούσε χάρη από κανέναν, και δεν χαριζόταν σε κανέναν. Συγκράτησα αυτή τη φράση τού γράμματος, γιατί νομίζω ότι συνοψίζει όχι μόνο το μέγεθος τού Κονδύλη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάσουμε το πρόσωπό του. Αν δεν μας αρκεί η εύκολη χώνευση, και η προσφιλής συνήθεια της παραποίησης.

    Υ.Γ. Ιουνίου 2000

    Αναγνώστης των Σημειώσεων, που παρακολούθησε την εισήγηση μου στην εκδήλωση – μνημόσυνο για τον Τ. Κονδύλη, έθεσε αργότερα υπόψη μου σημαντικά ντοκουμέντα σχετικά με τη διαμόρφωση της πνευματικής του προσωπικότητας και των πολιτικών του πιστεύω.

    Η ανάγνωσή τους τεκμηριώνει ουσιαστικότερα την (αδιάπτωτη, για παραπάνω από τριάντα χρόνια) σχέση του εκλιπόντος φιλοσόφου με τον συγγραφικά «αφανή» Αντώνη Λαυραντώνη, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την επίμονη προσήλωση και των δύο σ’ έναν αντιρρητικό διάλογο με τις μορφές της ιδεολογικής αυταπάτης.

    Η πλήρης αξιοποίηση αυτών των στοιχείων υπερβαίνει τις προσωπικές μου δυνατότητες. Μπορώ εντούτοις να καταλάβω την ευρύτερη σημασία τους. Και αισθάνομαι την υποχρέωση να ειδοποιήσω από αυτή τη θέση ότι βρίσκονται στη διαθέση των ερευνητών.

    ΠΗΓΗ: Περιοδικό «Σημειώσεις» τ.53. Ηλεκτρονική πηγή: http://www.mikrosapoplous.gr/articles/markidis.html