Παρουσίαση του «Συντηρητισμού» (Πάτρα)

Οκτώβριος 3, 2017 § Σχολιάστε

Παρουσίαση του βιβλίου του Π. Κονδύλη «ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ»

Ο Χώρος Εναλλακτικής Παρέμβασης «Κοινοτικόν» και το βιβλιοπωλείο Nouveau παρουσιάζουν στην Πάτρα το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), «Συντηρητισμός: Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή», σε μετάφραση του Λευτέρη Αναγνώστου, το οποίο εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2015.

[…] Ο συντηρητισμός κατανοείται συνήθως ως ένα ιδεολογικό ρεύμα που γεννήθηκε σαν αντίδραση στη Γαλλική Επανάσταση και στις αστικές-φιλελεύθερες ιδέες της. Στη μνημειώδη αυτή μελέτη, που μεταφράζεται εδώ για πρώτη φορά στα ελληνικά, ο Παναγιώτης Κονδύλης δείχνει πως, αντίθετα, ο συντηρητισμός πρέπει να κατανοηθεί με τρόπο πολύ ευρύτερο, ως μια συνολική ιδεολογική και κοινωνικοπολιτική αντίδραση (των ανώτερων στρωμάτων) της προνεωτερικής κοινωνίας ενάντια στη διάλυσή της, την οποία αρχικά σηματοδότησε η ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους, και αργότερα ολοκλήρωσε ο εκτοπισμός της αγροτικής οικονομίας από τη βιομηχανική-καπιταλιστική. Μετά την οριστική αποσάθρωση της προνεωτερικής κοινωνίας, οι εκπρόσωποι του συντηρητισμού συμμαχούν με τους φιλελεύθερους τέως άσπονδους εχθρούς τους εναντίον της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία με τη σειρά της απλώς ριζοσπαστικοποιεί τα φιλελεύθερα ιδανικά, ενώ ταυτόχρονα προσαρμόζει στους σκοπούς της μοτίβα της συντηρητικής κριτικής στον καπιταλισμό. Ο συντηρητισμός είναι προ πολλού νεκρός, λέει ο Κονδύλης· πέθανε μαζί με την εποχή και την κοινωνία η οποία τον γέννησε. Χάρη στη σφαιρικότητα της προοπτικής του, το βιβλίο αποτελεί μια συνθετική ιστορική παρουσίαση των κύριων ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων που σημάδεψαν τους νεότερους χρόνους, από τις απαρχές τους μέχρι και τον 20ό αιώνα.[…]

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου, στις 8.30 μ.μ., στο χώρο του βιβλιοπωλείου Nouveau, στον πεζόδρομο της Παντανάσσης 78, στην Πάτρα.

Θα μιλήσουν οι:

Λεωνίδας Σταματελόπουλος – Υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας / μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Νέο Πλανόδιον»

Θεόδωρος Ντρίνιας – Δημοτικός σύμβουλος («Κοινοτικόν»)

Πηγή

Advertisements

Συμπόσιο για τον Π.Κονδύλη (Αθήνα, 9-10 Απριλίου)

Μαρτίου 26, 2016 § 4 Σχόλια

Διοργανωτες:  περιοδικο Νεο Πλανοδιον / Ινστιτουτο Συντηρητικης Πολιτικης

Χώρος:  Διαμερισματικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, Πανόρμου 59

9 Απριλίου,  ώρα 19.00

2010-2016: Ευκαιρίες και χίμαιρες – Η ελληνική διανόηση απέναντι στην Κρίση (Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης)

– Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου της Ελλάδος, πρώην υπουργός
– Γιάννης Κιουρτσάκης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
– Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
– Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
– Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, δημοσιογράφος, τεχνοκριτικός

10 Απριλίου

Α’ συνεδρία: Φιλόσοφοι και ιδέες (11.00 – 12.20)
– Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, πρώην διευθυντής περιοδικού Σύναξη («Ο Μαρξ, ο Κονδύλης και η Αρχαία Ελλάδα»)
– Γιώργος Ξηροπαΐδης, αν. καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών («Είναι-προς-θάνατον: Κονδύλης και Χάιντεγγερ. Μια κριτική θεώρηση»)
– Πέτρος Πολυμένης, συγγραφέας, διδάκτωρ φιλοσοφίας («Διαθλάσεις ηδονισμού»)

Β’ συνεδρία: Διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική (12.40 -14.00)
– Κώστας Μελάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου («Το Οικονομικό στην προβληματική του Π. Κονδύλη. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)
– Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής περιοδικού Νέο Πλανόδιον («‘…ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης ιστορίας’. Ο Π. Κονδύλης και ο 21ος αιώνας»)
– Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας («Το Διεθνές και οι Ιδέες στον Παναγιώτη Κονδύλη»)

Γ’ συνεδρία: Περί μεθόδου, συγκριτικής και προσλήψεως (17.00-18.20)
– Λεωνίδας Σταματελόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Πλανόδιου («Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως ιστορικός των ιδεών και το πρόβλημα της μεθόδου»)
– Γιώργος Αντωνιάδης, διεθνολόγος, διευθύνων εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής: («Finis Graeciae ή Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Γιανναράς και Κονδύλης»)
– Δημήτρης Δικαίος, νομικός, πολιτικός επιστήμονας («Η πρόσληψη του Παναγιώτη Κονδύλη από τη γερμανική διανόηση»)

Δ’ συνεδρία: Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας (18.40-20.00)
– Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς («Σκόρπιες μνήμες σε παράμερο τόπο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης και το αίτημα της νεοελληνικής ιστορικότητας»)
– Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας, ιστορικός («Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός: η παρακμή ως εθνική ενότητα»)
– π. Ευάγγελος Γκανάς, θεολόγος («Κράτος και Εκκλησία. Ιστορία και προοπτικές μιας περίπλοκης σχέσης: ένα σχόλιο υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη»)

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Νέο Πλανόδιον

Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής 

Ενας στοχαστής ενάντια στις βεβαιότητες

Απρίλιος 22, 2015 § Σχολιάστε

Εκδηλωση για τον Παναγιωτη Κονδυλη με τιτλο:
«Ενας στοχαστής ενάντια στις βεβαιότητες (1943-1998)»
Διοργανωτής: «Φορουμ για την Κηφισιά»
Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2015, στις 20:00
Τόπος: Πινακοθήκη Κουβουτσάκη, Λεβίδου 11, Κηφισιά

Συντονιστής: Μάριος Μπέγζος, Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ομιλίες/ Ομιλητές:

«Πτυχές της φιλοσοφικής σκέψης του Παναγιώτη Κονδύλη», Παναγιώτης Νούτσος, Καθηγητής της Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

«Ο Παναγιώτης Κονδύλης και η μεταφυσική», Μιχάλης Παπανικολάου, φιλόλογος, μεταφραστής

«Από τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό ως τις μέρες μας: ο Παναγιώτης Κονδύλης για τον Σύγχρονο Ελληνισμό», Βασίλης Μπογιατζής, Ιστορικός των ιδεών (Δρ. ΕΜΠ-ΕΚΠΑ)

«Η διεθνολογική σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη», Γεώργιος Ευαγγελόπουλος, Δικηγόρος – Δρ. Διεθνών Σχέσεων (LSE)

ΠΗΓΗ: εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, 20.04.2015

Εκδήλωση: μηδενισμός και Π.Κονδύλης

Φεβρουαρίου 18, 2013 § 15 Σχόλια

Εκδηλωση με τιτλο:

«Ο μηδενισμός και η μαζική Δημοκρατία στη σκέψη του Π. Κονδύλη»

ΗΜΕΡΑ/ΩΡΑ: 23 Φεβρουαρίου, ώρα 20.00

ΤΟΠΟΣ: Nosotros, Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια, Αθήνα

O Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του

Σεπτεμβρίου 15, 2012 § Σχολιάστε

του Μιχαλη Παπανικολαου

Το θέμα μου είναι «ο Κονδύλης ως μεταφραστής των κειμένων του». Αφορά ένα ιδιότυπο φαινόμενο που έχουμε στην περίπτωσή του, το γεγονός ότι γράφει και εκδίδει τα κύρια κείμενά του στα γερμανικά, μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του, ενώ κατόπιν τα δημοσιεύει στα ελληνικά έχοντάς τα μεταφράσει ο ίδιος. Η χρονολογική σειρά της έκδοσης των βιβλίων του Κονδύλη, καθώς και άλλα στοιχεία υποδεικνύουν ότι μάλλον δεν συνέβαινε το αντίστροφο, ότι δηλαδή δεν είχαμε καταρχήν συγγραφή στα ελληνικά και μετά ξαναγράψιμο ή μετάφραση στα γερμανικά. Φυσικά, στις ελληνικές εκδόσεις των κειμένων του ο Κονδύλης δεν εμφανίζεται ως μεταφραστής των δικών του πρωτότυπων γερμανικών κειμένων, παρά ως συγγραφέας τους. Αλλά όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς αντιπαραβάλλοντας οποιαδήποτε γερμανική έκδοση με την αντίστοιχη ελληνική, οι εκδόσεις αυτές (με κάποιες εξαιρέσεις που δεν αναιρούν τον κανόνα) ταυτίζονται από την άποψη του περιεχομένου σχεδόν απόλυτα. Ο Κονδύλης μεταφράζει τα βιβλία του στα ελληνικά μένοντας πιστός στο γερμανικό πρωτότυπο. Υπάρχουν περιπτώσεις παραλείψεων ή τροποποιήσεων και παραφράσεων, αλλά στην ουσία πρόκειται για μεταφράσεις. Και μάλιστα, η ακρίβεια στην απόδοση του περιεχομένου αλλά και της μορφής και του ύφους είναι κάποτε εξαιρετικά εντυπωσιακή.

Θα ήθελα τώρα να πω κάποια πράγματα για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Κονδύλης στις ελληνικές μεταφράσεις των κειμένων του. Δεν θα θίξω το ζήτημα της μετάφρασης των φιλοσοφικών και γενικότερα των τεχνικών όρων στο έργο του, και θα πρέπει να πω επίσης πως οι παρατηρήσεις μου είναι εμπειρικές και δεν έχουν συστηματικό χαρακτήρα. Οπωσδήποτε ισχύει ότι, εξαιτίας της ιστορίας τους και του προβλήματος της διγλωσσίας, τα νέα ελληνικά δίνουν στους Έλληνες συγγραφείς και μεταφραστές δυνατότητες αποχρώσεων μεγαλύτερες από εκείνες που έχουν συγγραφείς και μεταφραστές άλλων γλωσσών. Ο Κονδύλης χρησιμοποιεί βέβαια τη «νεοελληνική κοινή», όπως αποκαλούν κάποτε οι γλωσσολόγοι τη σημερινή δημοτική, ενώ, χωρίς να βγαίνει από το δικό της πλαίσιο, χρησιμοποιεί και πολλούς λόγιους τύπους που θεωρούνται πια νόμιμοι τύποι της δημοτικής (αναφέρομαι σε τύπους όπως «διαρρήδην», «ατιμωρητί», «εν παρόδω», «οι πλείστοι», «κατά μέγα μέρος» κλπ.). Κάποιες αποκλίσεις ή ιδιαιτερότητες σε σχέση με τον ιδεατό κανόνα της γλώσσας που χρησιμοποιείται σήμερα για τη σύνταξη επιστημονικών κειμένων διακρίνει κανείς στις μεταφράσεις του Κονδύλη όχι τόσο προς την κατεύθυνση της καθαρεύουσας (την οποία προφανώς διδάχτηκε, γνώριζε και χρησιμοποίησε στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο) αλλά προς την κατεύθυνση μιας παλιότερης, μαχόμενης δημοτικής. Το ότι έχει ως συγγραφέας ιδιαιτερότητες και ιδιοτροπίες ενώ συγχρόνως έχει πλήρη έλεγχο των τύπων και των αποχρώσεων στα κείμενα και τις μεταφράσεις του, αυτό είναι κάτι που νομίζω ότι το διαπιστώνει κανείς γρήγορα όταν τον διαβάζει. (Μιλώντας για ιδιοτροπίες και αποκλίσεις θα πρέπει να πω, επίσης, ότι τα εννοώ κυρίως με τη στατιστική έννοια, σε ορθογραφικό επίπεδο π.χ. θα χρησιμοποιήσει τον τύπο «σύγχιση», με γιώτα, και όχι τον τύπο που έχει επιβληθεί, «σύγχυση» με ύψιλον). Ένα παράδειγμα για τη γκάμα των επιλογών που είχε ο ίδιος αποδίδοντας τα δικά του γερμανικά του κείμενα στα ελληνικά φαίνεται στο παράδειγμα της λέξης «Achillesverse», «αχίλλειος πτέρνα». Στα γερμανικά έχουμε μόνο έναν τρόπο να πούμε τη λέξη, αλλά ο Κονδύλης ξέρει προφανώς ότι στα ελληνικά έχει στη διάθεσή του τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς. Και ενώ στατιστικά, όπως το βλέπουμε αν ψάξουμε στο internet, κυριαρχεί η «αχίλλειος πτέρνα», φαντάζομαι επειδή πια η έκφραση γίνεται δεκτή ως στερεότυπη, ο Κονδύλης θα πει η «αχίλλεια πτέρνα», αλλάζοντας μεν τον τύπο «αχίλλειος» – πράγμα που προϊδεάζει τον αναγνώστη για ρυθμιστική στάση και δημοτικιστική καθαρολογία- αλλά, σαν από μια περίεργη κοκκεταρία ή διάθεση πρόκλησης, αφήνει το «πτέρνα» ως έχει.

Θα πρέπει ωστόσο εδώ να γίνει μια διαφοροποίηση ανάμεσα σε κείμενα που εκδίδονται πριν το 1991 και σε κείμενα που εκδίδονται μετά. Οι ελληνικές εκδόσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και του πρώτου μέρους της Κριτικής της Μεταφυσικής στη Νεότερη Σκέψη περιέχουν πολύ περισσότερα στοιχεία δημώδους δημοτικής απ’ όσα βρίσκουμε αργότερα π.χ. στην Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Η εντύπωσή μου είναι μάλιστα ότι στο τελευταίο μεγάλο βιβλίο του που μετέφρασε στα ελληνικά ο Κονδύλης, τη Θεωρία του Πολέμου, ο ίδιος αποφεύγει αυτά τα στοιχεία συνειδητά και πολλαπλασιάζει τα αντίστοιχα λόγια, που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκουμε ήδη και στις μεταφράσεις του της δεκαετίας του ’80. Πριν περάσω σε παραδείγματα ας μου επιτρέψετε να επισημάνω ότι μια «δημώδη» εκδοχή της δημοτικής χρησιμοποιεί ο Κονδύλης στις μεταφράσεις του Μακιαβέλλι, μια εκδοχή την οποία θεώρησε προφανώς ως καταλληλότερη για την απόδοση των συγκεκριμένων έργων. Μου φαίνεται απίθανο να χρησιμοποίησε αυτή την εκδοχή χωρίς να την έχει μελετήσει κάπως, έστω και στοιχειωδώς, πριν το κάνει. Και η εισαγωγή στα έργα του Μακιαβέλλι έχει, και αυτή επίσης, περισσότερα δημώδη στοιχεία από εκείνα που βρίσκουμε στις μεταφράσεις των έργων του αργότερα. Χρησιμοποιεί τύπους μιας μάλλον στρατευμένης και ρυθμιστικής γραμματικής της δημοτικής όπως π.χ. «απαλλάζω» και «υποτάζω» αντί για «απαλλάσσω» και «υποτάσσω».

Χαρακτηριστικά παραδείγματα χρήσεων λαϊκής δημοτικής στις μεταφράσεις των κειμένων του είναι η συνεχής χρήση του «ίσαμε» αντί για «μέχρι» ή «ως» και του «συνάμα» αντί για το «συγχρόνως». Παρομοίως συναντάμε εκφράσεις και λέξεις όπως «κοντολογής», «ξεκόβω», «στο άψε-σβήσε», «μπάζω», «μεμιάς», «απ’ τα έξω», «ασυνερισιά», «κατεξοχή» – αντι για «κατεξοχήν» και «τουλάχιστο» αντί για «τουλάχιστον». Ο Κονδύλης γράφει «προηγούμενα» αντί για «προηγουμένως» «πρόκυψε», «πρόσφερε», «βλάφτω», επίθετα θηλυκού γένους όπως «η προνομιούχα» και «η ενεργή» (αντί για «η προνομιούχος» ή «η ενεργός»), «ανάλλαγος», ή λέει για κάποιο πράγμα ότι «βαστάζει ποιότητες» και, ανάλογα, χρησιμοποιεί τύπους όπως «τάφτιαξε», «πούχε», πούναι». Το πιο ακραίο παράδειγμα που έχω υπόψη μου είναι η μετοχή «συνομαδιασμένοι» (ονομ. πληθ.).

Συχνά, βέβαια, η σκόπιμη χρήση τύπων της δημοτικής ή μιας λογιότερης γλώσσας εξυπηρετεί ένα είδος θεατρικότητας ή ειρωνικής απόστασης στα κείμενα του Κονδύλη (π.χ., κάποια στιγμή, αποδίδοντας τα επιχειρήματα κάποιων οι οποίοι κατηγορούν κάποιους άλλους για αθεϊσμό, χρησιμοποιεί τον τύπο «τους αθέους» αντί για «τους άθεους», ή αποδίδει το γερμανικό Bauern, αγρότες, γράφοντας «ξωμάχοι» και ειρωνευόμενος έτσι μιαν ορισμένη εξιδανικευτική αντίληψη για τους αγρότες). Οπωσδήποτε, κάποιοι τύποι της παλιότερης δημοτικής μπορεί απλώς να σημαίνουν και προσκόλληση σε κείμενα ή συγγραφείς που γνώρισε ως αναγνώστης της νεοελληνικής λογοτεχνίας και γενικά γραμματείας, και θα πρέπει να ισχύει, φαντάζομαι, ότι η δημοτική που χρησιμοποιεί στη δεκαετία του ’70, η δημοτική της οποίας απόηχους έχουμε και στις μεταγενέστερες μεταφράσεις των κειμένων του, συνδέεται και με τις αριστερές πολιτικές του προτιμήσεις όταν ήταν νέος. Πιστεύω επίσης ότι πολλές γλωσσικές επιλογές οφείλονται στο γεγονός ότι είναι ένας συγγραφέας ο οποίος απολάμβανε την πρόκληση και την πολεμική. Υποψιάζομαι ωστόσο ότι στη δεκαετία του ’90 η εγκατάλειψη ή το ξεθώριασμα των τύπων της δημοτικής στις μεταφράσεις των κειμένων του, καθώς επίσης και η υιοθέτηση λογιότερων τύπων, θα πρέπει να εκφράζει και να καθρεφτίζει μια ολοένα και μεγαλύτερη τήρηση αποστάσεων απέναντι στο φαινόμενο της «μαζικής δημοκρατίας» όπως αποκαλεί ο ίδιος τις σύγχρονες κοινωνίες. Τον Κονδύλη φυσικά δεν τον διαβάζει κανείς επειδή είναι πολύ καλός συγγραφέας αλλά για τις ιδέες και τη σκέψη του, και αυτές είναι που δίνουν και στο έργο του τη δύναμη που έχει. Τις δικές του ηθικές, αισθητικές κλπ. αξιολογήσεις πάντως (και την εξέλιξή τους επίσης), ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος αρνήθηκε να τις θεωρήσει αντικειμενικές, μπορούμε να τις διακρίνουμε εύκολα και μέσα από τις γλωσσικές του επιλογές.

ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση oμιλίας που εκφωνήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, 21 Νοεμβρίου 2011.

Η μετάφραση ως πολιτική

Φεβρουαρίου 6, 2012 § Σχολιάστε

του Κωστα Κουτσουρελη

Με τις ιδιότητες που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του –του μεταφραστή, του επιμελητή, του υπεύθυνου σειράς–, ο Κονδύλης από το 1970 έως τον θάνατό του πλούτισε συστηματικά την ελληνική βιβλιογραφία. Την υπογραφή του φέρουν συνολικά 73 τίτλοι έργων τυπωμένοι σε 92, συχνά ογκώδεις, τόμους. Κάποιοι από αυτούς θα δουν το φως της δημοσιότητας ακόμη και μετά τον δικό του θάνατο. Αρκετοί από αυτούς ανατυπώθηκαν επανειλημμένα. Μόνο η σειρά της ‘‘Φιλοσοφικής και Πολιτικής Βιβλιοθήκης’’ των εκδόσεων Γνώση φτάνει τους εξήντα παρά έναν τόμους. Δώδεκα παρά έναν τίτλους περιέχει η σειρά του ‘‘Νεώτερου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού’’ της Νεφέλης, δεκαέξι τόμοι είναι μόνο οι νεανικές μεταφράσεις του Κονδύλη για λογαριασμό των εκδόσεων Κάλβος και άλλοι πέντε εκείνοι που κυκλοφόρησαν από τη Στιγμή. Αν τώρα σ’ αυτούς προστεθούν τα δεκάδες βιβλία του ίδιου του Κονδύλη στις ελληνικές και γερμανικές τους εκδόσεις, καθώς και οι δύο φιλοσοφικές ανθολογίες που επιμελήθηκε στη Γερμανία, αποκτούμε την εικόνα μιας εκδοτικής, συγγραφικής και μεταφραστικής εργασίας εντυπωσιακής με όποιο μέτρο και αν κριθεί.

Η μεταφραστική συνεισφορά του Κονδύλη δεν περιορίζεται στα βιβλία που φέρουν την υπογραφή του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του γνωρίζουν ότι οι θεωρήσεις των μεταφράσεων που ανελάμβανε προσωπικά για τις σειρές των οποίων είχε τη διεύθυνση, ήταν εξαντλητικές, κυριολεκτικά γραμμή προς γραμμή. Εξίσου σημαντική ήταν η μετάφραση των δικών γερμανόγλωσσων έργων στην ελληνική. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η διαμόρφωση ενός κρίσιμου τμήματος της σύγχρονης φιλοσοφικής και επιστημονικής ορολογίας στη γλώσσα μας φέρει την υπογραφή του.

Παρά την έκτασή του, το μεταφραστικό και εκδοτικό έργο του Κονδύλη χαρακτηρίζεται από ορατή συνοχή. Ο Κονδύλης είναι μεταφραστής και εκδότης συστηματικός, προγραμματικός θα έλεγα, με την έννοια ότι τα βιβλία που επιμελείται εξυπηρετούν πάντοτε συγκεκριμένο μέλημα, εντάσσονται σε ορισμένο σκοπό. Παλαιότερα, μιλώντας για τον μεταφραστή Καζαντζάκη είχα αποπειραθεί τη διάκριση μεταξύ μεταφραστή επαγγελματία και μεταφραστή προγραμματικού. Θα μου επιτρέψετε να την επαναλάβω εδώ, γιατί νομίζω ότι ισχύει απολύτως και για τον Κονδύλη, τηρουμένων των αναλογιών. Επαγγελματίας μεταφραστής είναι όποιος δουλεύει κατά κανόνα με ανάθεση, την απασχόλησή του την εγγυάται η αγορά και ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Ακόμη και όταν ο ίδιος προτείνει τα βιβλία που μεταφράζει, ανυπέρθετο κίνητρό του είναι ο βιοπορισμός. Απεναντίας, ο προγραμματικός μεταφραστής, ακόμη και όταν προσδοκά αμοιβή για την δουλειά του, εργάζεται κατά βούληση, σκοπός του είναι να αποδώσει στη μητρική του γλώσσα έργα που ο ίδιος κρίνει κορυφαία και για τα οποία ενδιαφέρεται προσωπικά, είτε γιατί πιστεύει ότι συμπληρώνουν και ενισχύουν το δικό του πρωτότυπο έργο, αν είναι συγγραφέας, είτε επειδή θεωρεί ότι η μετάφρασή τους καλύπτει ένα κρίσιμο βιβλιογραφικό κενό της εθνικής του γραμματείας. Στην πρώτη υποπερίπτωση, του μεταφραστή που είναι συγχρόνως και συγγραφέας ο ίδιος και με τις μεταφράσεις του επιθυμεί να υπογραμμίσει εκλεκτικές συγγένειες και να ευχεράνει την δεξίωση του δικού του πρωτότυπου έργου, ανήκουν ασφαλώς οι μεταφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Έλιοτ του Σεφέρη ή ο Ελυάρ του Ελύτη, για παράδειγμα, καταλέγονται εδώ. Στην δεύτερη υποπερίπτωση ανήκει το μεταφραστικό έργο του Ιάκωβου Πολυλά αλλά και πολλών από τους μεταφραστές του μάχιμου δημοτικισμού, επτανησιώτη τε και αθηναίου. Ο Πολυλάς ως γνωστόν θεωρεί τις λογοτεχνικές μεταφράσεις έργα όχι «μηχανικά, αλλά καλλιτεχνικά και ικανά να συντελέσουν εις εξημέρωσιν και εξευγενισμόν της γλώσσης, και εις μόρφωσιν της καλαισθησίας, κυρίως όταν, εις την φιλολογικήν απορίαν του έθνους, σπανίζουν τα πρωτότυπα δημιουργήματα».

Τώρα είναι προφανές γιατί ο Κονδύλης είναι μεταφραστής προγραμματικός και με τις δύο αυτές έννοιες. Σημαντικό μέρος των μεταφράσεών του, και ιδίως εκείνες που συνοδεύει με εκτενή σχόλια, διευκρινίζουν, προεκτείνουν ή συμπληρώνουν το δικό του προσωπικό, θεωρητικό και ιστορικό έργο. Σ’ αυτές ανήκουν λ.χ. τα Έργα του Ν. Μακιαβέλλι (1971-72), όπου η σχεδόν διακοσιοσέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή αποτελεί στην ουσία το πρώτο μείζον θεωρητικό του κείμενο, προδρομικό σε πολλά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Εδώ ανήκουν ασφαλώς οι μεταφράσεις του από τον Μαρξ, της Διαφοράς της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, από τη μια, και της συλλογής κειμένων των πατέρων του ιστορικού υλισμού Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, από την άλλη. Επίσης, η Πολιτική θεολογία του Καρλ Σμιττ, που δίνει την ευκαιρία στον Κονδύλη να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Γερμανό στοχαστή, για την οποία έχουν τόσα και τόσα γραφτεί, συχνά δε με τρόπο συγκινητικά επιπόλαιο.

Στις μεταφράσεις αυτές, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες, πιο ιδιαίτερες, όπως λ.χ. τα τέσσερα τομίδια με αποφθέγματα των Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ και Ριβαρόλ που βγήκαν στη Γνώση. Εκεί, και ιδίως στα εισαγωγικά δοκίμια του μεταφραστή που τις συνοδεύουν, ανακαλύπτουμε έναν Κονδύλη ενίοτε απρόοπτο, πάει να πει εκφραστικά προσωπικότερο, που χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα του από τις γενικές κινήσεις των ιδεών, ξέρει να το προσηλώνει στις στιγμές του ιδίου βίου, με αφορμή πάντα τον αποφθεγματικό λόγο των άλλων. Ιδίως η Εισαγωγή του στον Παβέζε είναι κατά τη γνώμη μου κείμενο όχι βεβαίως εξομολογητικό, όπως ξέρουμε δεν αγαπούσε τον υποκειμενισμό, αλλά πάντως εμμέσως δηλωτικό και για τον ίδιο και τις δικές του βιοτικές επιλογές. Με μια κάποια ελευθερία θα μιλούσα για ένα κείμενο στραμμένο, διά της τεθλασμένης έστω, εις εαυτόν, με στωικό ενίοτε υπόβαθρο. Να προσθέσω ότι και τα αποφθέγματα που ο Κονδύλης έγραψε την ίδια πάνω κάτω περίοδο έχουν πιθανώς την αφετηρία της εμπνεύσεώς τους στα βιβλία αυτά, και προοιωνίζονται έναν συγγραφέα που αν το μέλλον ήταν ευμενέστερο, θα μας επιφύλασσε ίσως εκπλήξεις.

Προγραμματικός μεταφραστής είναι όμως ο Κονδύλης προπάντων με την άλλη έννοια, εκείνη της συστηματικής προσπάθειας να καλύψει με τις εκδοτικές του επιλογές κρίσιμα βιβλιογραφικά κενά της φιλοσοφικής μας γραμματείας. Και είναι αυτή η πλευρά του έργου του, που έχω πρωτίστως υπόψη μου όταν κάνω λόγο για την μετάφραση ως πολιτική.

Εξηγούμαι. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο δημόσιος λόγος περί μεταφράσεως συνήθως μένει εμπράγματα μετέωρος, αιωρείται στη σφαίρα ενός ευγενούς πλην επιπόλαιου ιδεαλισμού. Έτσι περισσεύουν οι αναφορές στη μετάφραση ως μέσο διαλόγου, τόπο διαπολιτισμικής επαφής, αλληλοκατανόησης, αμοιβαίας προσέγγισης κ.τ.τ.

Στην πράξη, η κατάσταση έχει βεβαίως αλλιώς. Ακόμη και στο εσωτερικό του Δυτικού κόσμου, η σχέση μεταξύ των επιμέρους γλωσσών, άρα και ο σχετισμός των γραμματειών τους και οι μεταφραστικές συναλλαγές μεταξύ τους, είναι ως επί το πλείστον ριζικά ανισοβαρείς, εξ αντικειμένου ανισότιμες. Προκειμένου για μια ήσσονος εμβέλειας γλώσσα, όπως η νέα ελληνική, η μετάφραση είναι βεβαίως οδός επικοινωνίας με την αλλοδαπή, ωστόσο δεν αποτελεί μυστικό ότι η οδός αυτή είναι μονοδρομημένη, χρησιμεύει σχεδόν αποκλειστικά ως πόρος εισαγωγής, σπανίως δε ως μέσο εξαγωγής αγαθών, εδώ γραπτών και κειμένων. Η ανισοτιμία αυτή δηλώνεται στατιστικά ήδη στο ποσοστό των μεταφραζόμενων κατ’ έτος βιβλίων στην ελληνική, που συχνά πλησιάζει ή αγγίζει το 50% του συνόλου των εκδιδόμενων τίτλων. Προς σύγκριση: το αντίστοιχο ποσοστό σε γλώσσες όπως η γερμανική ή η γαλλική κυμαίνεται γύρω στο 20% ενώ σε χώρες όπως η Βρεταννία ή οι ΗΠΑ τα μεταφραζόμενα βιβλία είναι μόλις το 4% ή το 2% του συνόλου αντίστοιχα. Αν προσθέσει κανείς το γεγονός ότι τα μεταφραζόμενα έργα στην ελληνική, κατά τα δύο τους τρίτα τουλάχιστον, προέρχονται από τα αγγλικά, αποκτά εικόνα της ριζικής ανισοτιμίας για την οποία μιλήσαμε. Ως γνωστόν, της εξάρτησης από την αγγλική είχε προηγηθεί κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι το 1950 περίπου η εξάρτηση της ελληνικής βιβλιαγοράς από την γαλλική γλώσσα.

Προφανώς το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Μαζί με τον όγκο του ξενόγλωσσου υλικού, μια χώρα όπως η νεώτερη Ελλάδα εισάγει επίσης μαζικώς και ανεξέλεγκτα, θέματα και μοτίβα, έννοιες και όρους, μεθόδους και τρόπους του σκέπτεσθαι. Και καθώς δεν διαθέτει αυτοφυή δική της σύγχρονη φιλοσοφική παράδοση ικανή να φιλτράρει τις εισροές, η ποσοτική πλημμυρίδα εύκολα μεταπίπτει σε παθητική κατανάλωση θεωριών και ιδεολογημάτων του συρμού, αν όχι στον χύδην πιθηκισμό. Η πρόσκαιρη και ενθουσιώδης υποδοχή τρίτης και τέταρτης ποιότητας φιλοσοφημάτων από τους ημεδαπούς διανοουμένους είναι ασθένεια περίπου ενδημική. Αρκεί να αναλογιστούμε λ.χ. τις ιδεολογικές μόδες της μεταπολίτευσης και την προβολή ορισμένων από τους κατ’ επάγγελμα εισαγωγείς τους. Ως ιστορικός των ιδεών ο Κονδύλης είχε επισημάνει το φαινόμενο στο παράδειγμα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο ομότιτλο βιβλίο του είχε δείξει ότι οι φιλοσοφικές ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού μετακενώθηκαν στην Ελλάδα ατελώς, αβαθώς και αποσπασματικά, και ότι οι εγχώριοι οπαδοί τους δεν κατόρθωσαν να συνεισφέρουν κάτι ουσιώδες στην ανάπτυξή τους.

Το ότι επί δυόμισι αιώνες, η χώρα δεν διέθετε μεταφρασμένο στη γλώσσα της το Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ φέρ’ ειπείν, έως το 1994 δηλαδή όταν ο Κονδύλης το μετέφρασε από κοινού με τον Κωστή Παπαγιώργη για τη ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, δείχνει πολλά για τις προτεραιότητες και τις προτιμήσεις αλλά και για το χαμηλό επίπεδο των φιλοσοφικών αναγκών μας. Η κραυγαλέα απουσία από την ελληνική βιβλιαγορά τόσων και τόσων έργων σταθμών της δυτικής σκέψης, την οποία επισημαίνει και πάλι ο Κονδύλης δηκτικά, και η απρόοπτη διάδοση και επιτυχία κάποιων άλλων, αμφίβολης ποιότητας, φωτίζει με τη σειρά της από άλλη οπτική γωνία το πρόβλημα.

Μολονότι ο πειρασμός είναι μεγάλος, δεν θα επιχειρήσω να εφαρμόσω την κονδυλική έννοια της ισχύος στα μεταφραστικά μας πράγματα. Ούτε θα σταθώ στη φαιδρή –το λιγότερο– απόπειρα βαρύγδουπων κρατικών οργανισμών όπως το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου να αντισταθμίσουν το έλλειμμα με τη συμμετοχή σε φαντασμαγορικές Διεθνείς Εκθέσεις και επαρχιώτικα πανηγύρια. Θυμηθείτε εδώ τα 10.000.000 ευρώ που καταδαπανήθηκαν το 2001 για την Έκθεση της Φρανκφούρτης, και το πόσο έπιασαν τόπο. Μου αρκεί προσώρας η έννοια της καχεξίας του αστικού στοιχείου στην Ελλάδα, που ο Κονδύλης επεξεργάστηκε, απότοκο της οποίας είναι η χρόνια εθνική μας υστέρηση και στο πεδίο της ανάπτυξης και της διαπάλης των ιδεών. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο νεοελληνικός πνευματικός παρασιτισμός είναι κομμάτι αναπόσπαστο του μείζονος οικονομικού και πολιτικού μας παρασιτισμού, που στην πιο απτή του μορφή σήμερα αντικατοπτρίζεται στον τερατώδη όγκο του εξωτερικού μας χρέους.

Ως προγραμματικός μεταφραστής ο Κονδύλης μας υπέδειξε έναν άλλο δρόμο. Με τα βιβλία και τους συγγραφείς που εξελλήνισε πρώτα απ’ όλα. Αλλά και με την ανεξάρτητη και κριτική στάση του απέναντί τους. Γιατί δεν είναι μόνο τα μείζονα έργα του Χομπς, του Λοκ, του Μάνχαϊμ, του Ελίας, του Ραιυμόν Αρόν και τόσων άλλων που με τη δική του μεσολάβηση γνωρίσαμε. Ίση σημασία έχει να σταθούμε στην εξομολόγησή του ότι εξέδωσε ενίοτε και συγγραφείς που ο ίδιος τους θεωρούσε μάλλον ελαφρούς αλλά αντικειμενικά διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις. Τέτοιος συγγραφέας ήταν για τον Κονδύλη μετά πάσης βεβαιότητος ο Ντερριντά, πιθανότατα και ο Λυοτάρ, ενώ γνωστή είναι η γνώμη του για τον Χάιντεγγερ. Η ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, θυμίζω, φιλοξενεί έργα και των τριών.

Όπως είχα την ευκαιρία να υποστηρίξω και αλλού, μια τέτοια στάση, ανοιχτή αλλά συγχρόνως και κριτικά αδέσμευτη, προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία και πνεύμα απαλλαγμένο από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξού και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, όχι όμως προσπερνώντας ή αποσιωπώντας τις ιδέες τους αλλά προβάλλοντας και συζητώντας τες ευθαρσώς.

Αυτή τη στάση και αυτή την ανεξαρτησία έχω κατά νου επομένως όταν σας μιλώ για μια ‘‘πολιτική της μετάφρασης’’ που προκύπτει από το παράδειγμα του Κονδύλη. Και μια τέτοια στάση θα φανταζόμουν ως βάση μιας θεσμικής παρέμβασης στα μεταφραστικά μας πράγματα, αν αυτή ποτέ θεωρηθεί αναγκαία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό. Παρά τα πρωτοφανή ποσά που επενδύθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής, συχνά μάλιστα στο όνομα της φιλαναγνωσίας, η χώρα ώς σήμερα εξακολουθεί να μη διαθέτει σύγχρονη Εθνική Βιβλιοθήκη και βιβλιογραφική υπηρεσία. Εξακολουθεί να μη διαθέτει ικανές τον αριθμό σχολικές, δημοτικές και δανειστικές βιβλιοθήκες, και όσες τυχόν υπάρχουν διατρέχουν τον κίνδυνο να κλείσουν. Εξακολουθεί να μη διαθέτει επιστημονικές εκδόσεις των κρίσιμων κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας και αξιόπιστες μεταφράσεις τους στις πλέον διαδεδομένες ξένες γλώσσες, κ.ο.κ. Με αυτή την έννοια, η αισιοδοξία για τα μεταφραστικά μας πράγματα μού φαίνεται τουλάχιστον πρόωρη.

ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση oμιλίας που εκφωνήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, 21 Νοεμβρίου 2011.

Αφιέρωμα στον Κονδύλη (Πάτρα, 4 Φεβρουαρίου)

Ιανουαρίου 30, 2012 § 1 σχόλιο

Ο χωρος εναλλακτικης παρεμβασης «Κοινοτικον» προσκαλει σε εκδηλωση-αφιερωμα στο έργο του Π. Κονδύλη

Χώρος: «Κοινοτικόν», πεζόδρομος Ηφαίστου 50, Πάτρα
Ηημερομηνία: Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012, στις 6.30 μ.μ.

Για το έργο του Κονδύλη θα μιλήσουν οι:
Σ. Κουτρούλης: Βασικά σημεία της σκέψης του Π. Κονδύλη – Θεωρία του Πολέμου/Ανταρτοπολέμου.
Σ. Μεϊντανόπουλος: Έθνος, εθνικισμός και αντιεθνικισμός στη σκέψη του Π. Κονδύλη.

Σχετικά με τις ομιλίες κείμενα:

– Σπύρος Κουτρούλης, Η Θεωρία του Αντάρτη: Σχόλια στον Κ.ΣΜΙΤ, στον Π.ΚΟΝΔΥΛΗ και στον R.TABER
Εθνικισμός και αντιεθνικισμός (στον Π. Κονδύλη)
– Perry Anderson, “Internationalism: a breviary”

Where Am I?

You are currently browsing the συνέδρια category at Π.Κονδυλης (Kondylis).