(εισαγόμενη) τρομοκρατία

Σεπτεμβρίου 11, 2016 § 5 Σχόλια

Του Π.Κονδυλη

Το ιστολόγιο Βελισάριος,  με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, σταχυολόγησε το παρακάτω απόσπασμα από την Θεωρία του Πολέμου του ΠΚ:

Εφ’ όσον εδώ δεν εξετάζουμε την τρομοκρατία γενικά αλλά μονάχα ως υποκατάστατο ή ως συνέχιση ενός πολέμου μεταξύ κρατών, μιλούμε όχι για γηγενή αλλά για εισαγόμενη τρομοκρατία (έστω και αν γηγενείς συνεργάζονται με το ξένο κράτος πού υποκινεί τις τρομοκρατικές ενέργειες). Η διάκριση είναι κρίσιμη ως προς την πιθανή έκταση και τις πιθανές προοπτικές της τρομοκρατικής δράσης. Η εισαγόμενη τρομοκρατία μπορεί να επιφέρει αξιόλογα αποτελέσματα. Όμως προφανώς δεν είναι δυνατόν να πάρει αξιόλογες διαστάσεις, τουλάχιστον με την έννοια ότι θα βρει ερείσματα σ’ έναν ευρύτερο κύκλο συμπαθούντων. Απεναντίας, φιλοδοξία κάθε γηγενούς τρομοκρατίας αν και συνήθως απραγματοποίητη, είτε να μετεξελιχθεί σε ανταρτοπόλεμο με απόρθητες βάσεις εξορμήσεως και με πλήθος υποστηρικτών ή συνοδοιπόρων. Όπως βέβαια διδάσκει η ιστορική εμπειρία, η διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου συνεπάγεται κατά κανόνα πράξεις τρομοκρατίας, ωστόσο ανάμεσα σε ανταρτοπόλεμο και τρομοκρατία μπορούμε να χαράξουμε μια εννοιολογική διαχωριστική γραμμή λέγοντας ότι ανταρτοπόλεμος είναι μια ένοπλη αμφισβήτηση της κατεστημένης εξουσίας η οποία λόγω της πραγματικής έκτασης και του ορατού ή λανθάνοντος δυναμικού της θέτει απτά ζήτημα αλλαγής του κατόχου της εξουσίας ενώ από την τρομοκρατία, όσο επιδεικτικά κι αν αμφισβητεί αυτή την κατεστημένη εξουσία, λείπει ακριβώς τούτη η διάσταση. Αν θελήσουμε τώρα ν’ αποτιμήσουμε τις δυνατότητες του ανταρτοπολέμου και της τρομοκρατίας στην αρχόμενη φάση της πλανητικής πολιτικής, θα πρέπει μάλλον να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη έχει πολύ περισσότερες από τον πρώτο, και μάλιστα ακριβώς επειδή οι πρακτικοί πολιτικοί της σκοποί είναι αναγκαστικά πολύ πιο περιορισμένοι. Ο λόγος είναι ότι οι ίδιες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, οι οποίες δίνουν στην τρομοκρατία τούς στόχους της, αφαιρούν από τον ανταρτοπόλεμο το παραδοσιακό έδαφος της ανάπτυξης του. Η διαφορισμένη και περίπλοκη κοινωνία, της οποίας η λειτουργία, καθώς είπαμε, εξαρτάται από σχετικά λίγα κέντρα -τούς στόχους της τρομοκρατίας στο μέλλον- συγκεντρώνει ταυτόχρονα τους ανθρώπους στις πόλεις, κάνει την ύπαιθρο πληθυσμιακά, οικονομικά και πολιτικά αμελητέα. Καθώς ή διαδικασία αυτή επιτελείται σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χάνει το πεδίο της εκδίπλωσης του ακόμα και στην Ασία ή στη Λατινική Αμερική˙ άλλωστε η ήδη αποψιλωμένη ύπαιθρος είναι όσο ποτέ άλλοτε εκτεθειμένη στα όπλα και προσιτή στα μεταφορικά μέσα του τακτικού στρατού. Έτσι, τα μειονεκτήματα των ανταρτικών σωμάτων έναντι του τελευταίου επαυξάνονται, ενώ παράλληλα εκλείπουν όλο και περισσότερο οι ιστορικές προϋποθέσεις που εξέθρεψαν τα ανταρτικά κινήματα, προ παντός ο εθνικοαπελευθερωτικός και αντιαποικιακός αγώνας. Μπορούμε λοιπόν να επαναλάβουμε εμφατικά τη θέση ότι ο ανταρτοπόλεμος σήμερα έχει προοπτικές μόνον εκεί όπου ταυτίζεται μ’  ένα πανεθνικό κίνημα εναντίον μιας ξένης Δύναμης ή όπου δεν συναντά καμμία αντίσταση γιατί το εσωτερικό καθεστώς έχει καταρρεύσει˙ αλλά ποτέ δεν θα επικρατήσει απέναντι σ’ έναν οργανωμένο και αρραγή τακτικό στρατό. Ας σημειώσουμε επιπρόσθετα ότι η παγκόσμια πλέον πληθυσμιακή συγκέντρωση στις πόλεις δημιουργεί εκεί δυνατότητες κινημάτων αιωρούμενων ανάμεσα σε τρομοκρατία και ανταρτοπόλεμο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά βρίσκουν στήριξη σε ευρύτερες μερίδες του πληθυσμού (π.χ. Αλγερία τόσο στη δεκαετία του 1950 όσο και σήμερα). Ίσως λοιπόν να πέθανε  η αντίληψη του Μάο Τσε Τουνγκ για τον ανταρτοπόλεμο, ενώ ζει ακόμα εκείνη του Λένιν.

Στη μεγάλη ποικιλία των μελλοντικών μορφών του πολέμου θα συμβάλλουν βέβαια σημαντικότατα και συγκρούσεις, στις οποίες δε θα εμπλεκόταν η ηγεμονική πλανητική Δύναμη και οι οποίες θα λάμβαναν χώρα σε διάφορα επίπεδα: μεταξύ μεσαίων ή μειζόνων Δυνάμεων και μεταξύ μειζόνων, μεταξύ μεσαίων ή μειζόνων και μικρών, μεταξύ μικρών και μικρών. Αλλά μια ακριβέστερη προκαταβολική ανάλυση του χαρακτήρα τους είναι δυσχερέστατη, γιατί οι πιθανοί εμπόλεμοι εκπροσωπούν όλες τις δυνατές βαθμίδες της κοινωνικής και στρατιωτικής εξέλιξης, όλο το φάσμα των δυνατών πολιτικών επιδιώξεων και των σημερινών ή αυριανών πλανητικών ή περιφερειακών δυνατοτήτων. Η έκβαση των πολεμικών αυτών συρράξεων θα συναρτάται ασφαλώς με την καθαρά τεχνολογική υπεροχή ή καθυστέρηση της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά όχι μόνον μ’ αυτήν αυτήν. Γιατί η ίδια ποιότητα και ποσότητα του υλικού έχει σε κάθε χώρα διαφορετική άξια, καθοριζόμενη από τον πολιτισμικό παράγοντα υπό την ευρύτερη έννοια και απ’ αυτή τη σκοπιά, λοιπόν, η προτεραιότητα του ανθρώπινου παράγοντα παραμένει ακέραια. Χώρες εξαρτημένες αποκλειστικά ή κυρίως από εισαγωγές προηγμένης οπλικής τεχνολογίας εισάγουν και χειρίζονται με επιτυχία τμήματά της μόνο, όχι όμως και το γενικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο αυτά τα τμήματα φθάνουν στην ύψιστη απόδοσή τους. Αντίστοιχα, οι ένοπλες δυνάμεις τους χωρίζονται σε επίλεκτες μονάδες, εξοικειωμένες με τη σύγχρονη τεχνολογία, και στη μεγάλη μάζα, πού συχνά οφείλει τις καλύτερες ιδιότητές της, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία, ακριβώς σε νοοτροπίες παραδοσιακές και συχνά ασυμβίβαστες με τη στενά τεχνική ορθολογικότητα. Τέτοια μίγματα μπορούν να οδηγήσουν σε πολέμους στρατηγικά άμορφους, μακρόσυρτους και σπάταλους, αν επιτρέπεται ή λέξη, σε έμψυχο και άψυχο υλικό (παράδειγμα ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ιράκ στη δεκαετία του 1980).

Δυστυχώς για τον 21ο αιώνα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό διόλου δεν θα είναι το έσχατο σκαλί, στο οποίο θα ξεπέσει ή τέχνη και η πραγματικότητα τού πολέμου, δεν θα είναι ούτε καν χαοτικές συγκρούσεις, σαν τον συγκαιρινό μας εμφύλιο πόλεμο στο Αφγανιστάν. Γιατί σε όλες αυτές τις μορφές τού πολέμου υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, μια κρατική, εθνική ή πάντως πολιτική κατεύθυνση και αρχή, κάτι πού διέπει σκοπούς και χαράζει κάποια, οσοδήποτε χαλαρά, όρια. Όμως ένοπλες συγκρούσεις για σκοπούς επιβίωσης ή διαρπαγής μέσα σε συνθήκες διαδεδομένηw ανομίας δεν θα γνωρίζουν όρια – ούτε ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, ούτε ανάμεσα σε πόλεμο και έγκλημα˙ θα διεξάγονται δηλαδή πέραν και ανεξαρτήτως κάθε κρατικής ή πολιτικής αρχής ή νομιμοφροσύνης και θα συνιστούν τρόπον τινά την επέκταση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον τομέα των πολεμικών επιχειρήσεων. Όπως γνωρίζουν π.χ. οι κάτοικοι μεγάλων τμημάτων της σημερινής Κολομβίας ή των ρωσικών πόλεων, και αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν διάφοροι ειρηνιστές, που όχι τυχαία κατοικούν συνήθως σε εύπορες και σχετικά ασφαλείς συνοικίες, υπάρχει κάτι ακόμα χειρότερο από την κρατική οργάνωση με τον αξιωματικό και τούς στρατιώτες του: υπάρχει ή ανομία, με τον πολέμαρχο και τα παλικάρια του. Σε συνάφεια με την πιθανότατη εξάπλωση των ανομικών φαινομένων σ’ έναν κόσμο χαρακτηριζόμενο από μεγάλες ανισότητες πλούτου, οικολογικές κρίσεις και μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, η τεράστια διάδοση των ελαφρών όπλων (ήτοι όπλων πού μπορούν να τα φέρουν και να τα χρησιμοποιήσουν ένα, το πολύ δύο άτομα) ίσως ν’ αποδειχθεί εξ ίσου σημαντική για το μέλλον όσο και η διάδοση της υψηλής στρατιωτικής τεχνολογίας˙ τριακόσιες εταιρείες σε πενήντα χώρες τα παράγουν σήμερα, και μ’ αυτά μπορούν ταχύτατα να εξοντωθούν άνθρωποι κατά εκατοντάδες χιλιάδες (πρόσφατα στη Ρουάντα). Η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι μονόπλευρη, όπως διατείνονται οι ιδιοτελείς ή οι αφελείς θιασώτες της, δεν θα αφορά δηλαδή μόνον τις χρηματιστηριακές και τις επενδυτικές εργασίες ή τα «ανθρώπινα δικαιώματα», αλλά θα επεκταθεί εξ ίσου και στην ανομία, στο οργανωμένο και στο ανοργάνωτο έγκλημα, στη διεκδίκηση των πάντων εκ μέρους των πάντων, όπου τον αγώνα των κρατών, των εθνών θα τον διαδεχθεί, τουλάχιστον εν μέρει, ο αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο. Τότε ή έννοια τού «ολοκληρωτικού πολέμου» θ’ αλλάξει κι αυτή. Δεν θα σημαίνει, όπως στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την άμεση ή έμμεση επιστράτευση όλου τού ικανού πληθυσμού είτε στο μέτωπο είτε στα μετόπισθεν, για την παραγωγή όπλων και πολεμοφοδίων, χωρίς όμως να καταργείται οπωσδήποτε η εντελώς ή διάκριση μεταξύ μαχίμων και αμάχων. Θα σημαίνει ακριβώς το αντίστροφο: ότι τα όπλα παράγονται σχετικά φτηνά και γρήγορα, και καθώς η δύναμη πυρός αυξάνει συνεχώς σ’ όλα τα οπλικά επίπεδα, δεν χρειάζεται πια να επιστρατευθούν μάζες για την παραγωγή και τη διάδοσή τους όμως συνάμα χάνεται το νόμιμο μονοπώλιο της ένοπλης βίας, σβήνουν τα όρια ανάμεσα σε μαχίμους και αμάχους, ανάμεσα σε πολεμική και εγκληματική πράξη, ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη. Και όταν χάνονται τα όρια ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, δεν απορροφά η ειρήνη τον πόλεμο: ο πόλεμος καταπίνει την ειρήνη και γίνεται «ολοκληρωτικός» με την εφιαλτικότερη έννοια τού όρου.

Advertisements

Εθνικισμός και αντιεθνικισμός

Νοέμβριος 18, 2009 § 10 Σχόλια

Ο Π. Κονδυλης εγινε γνωστος στο ελληνικο ευρυ κοινο οταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 αναπτύχθηκε έντονη πολεμική πάνω στις θέσεις του για το ενδεχόμενο ελληνο-τουρκικού πολέμου και τη στρατηγική της Ελλάδας. Οι αντίπαλοί του τον αντιμετώπισαν ως πολεμοχαρή εθνικιστή.

Για να αξιολογήσει ο βιαστικός αναγνώστης την εγκυρότητα του παραπάνω χαρακτηρισμού, παραθέτω μία συρραφή σύντομων αποσπασμάτων από έργα του όπου γίνονται αναφορές στο σύγχρονο ελληνικό εθνικισμό και αντι-εθνικισμό. Να σημειωθεί ότι ο Κονδύλης βασίζεται στην «πολιτική έννοια» του έθνους: «Το πολιτικά φλέγον ερώτημα είναι αν συγκεκριμένα σύνολα έχουν την ανάγκη και τη διάθεση, έστω και επιστρατεύοντας μύθους, να ορίσουν τον εαυτό τους ως έθνος και να ενεργήσουν στο όνομα αυτού του έθνους.»
Ι. Εθνικιστές

Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα

[ Πηγή: https://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/someritis/ ]

Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου.

[ Πηγή: https://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

Eχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενοι γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

Οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ. διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτραφούς χώρας.

[ Πηγή: https://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από Φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού.

[ Πηγή: http://koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1175587458&archive=&start_from=&ucat=5& ]

ΙΙ. Αντιεθνικιστές

Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες Φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών.

[ Πηγή: https://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

O,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό»

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

ΙΙΙ. Κοινά στοιχεία εθνικιστών – αντιεθνικιστών

Η ανικανότητα ενός έθνους…θέτει σε κίνηση ένα διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό, ως προσπάθεια να υποκαταστήσει με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις και την παραδοσιολατρεία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’αυτήν την άποψη ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους.

[ Πηγή: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/25.pdf ]

Όπως ο εθνικισμός, έτσι και ο αντίπαλός του οικουμενισμός και οικονομισμός έχει συγκεκριμένους φορείς, εμπνευστές και προπαγανδιστές, τόσο ιδιοτελείς όσο και αφελείς. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνον η ιδιοτέλεια, αλλά και η αφέλεια των δεύτερων ξεπερνά εκείνη των πρώτων. Έτσι συμβαίνει λ.χ. και ως προς την αποτίμηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση – έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις.

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

IV. Υπέρβαση εθνικισμού, αντιεθνικισμού

Δεν είμαι «εθνικιστής» και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο.

[ Πηγή: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/25.pdf ]

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης.

Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.).

Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

[ Πηγή: https://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ:
Για μια εκτενέστερη ιστορική αναδρομή στον ελληνοκεντρισμό, βλ. «Η καχεξία του ελληνικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (περίληψη: http://panosz.wordpress.com/2009/02/28/kondylis/#more-5738).
Για την έννοια του έθνους στον Π.Κ., βλ. Το έθνος στην πλανητική εποχή (Καθημερινή, 07/04/1996) και σχετική κριτική Ζιάκα: http://antifono.gr/portal/Πρόσωπα/Ζιάκας/Αρθρογραφία/59-Το-έθνος-στην-πλανητική-εποχή.html

Π.Κονδύλης και C.Schmitt

Φεβρουαρίου 5, 2009 § 12 Σχόλια

Τρια αποσπασματα για τη διανοητικη συγγενεια Κ. Σμιτ και Π. Κονδύλη. (Στο πρωτο σχολιο ο Γ. Κυριακος παραθέτει το πλήρες κείμενο της σχετικής θέσης του Π. Κονδύλη)

Α.
του Μ. Βασιλάκη, 10 χρόνια από την εθνικιστική κρίση των Ιμίων

Η «διδασκαλία του Schmitt» κυριολεκτικώς μετακενώθηκε στην ελληνική αριστεροεθνικιστική σκέψη (ίσως και μη σκέψη) μέσα από το έργο του μαθητή του Π. Κονδύλη είτε με μεταφράσεις, άλλοτε με απροκάλυπτο κι άλλοτε με υπόρρητο θαυμασμό και πάντως χωρίς την υπογράμμιση του ναζιστικού παρελθόντος του, το οποίο προσπερνά με τριάντα όλες κι όλες ουδέτερες λέξεις αντί της ενημέρωσης ποιος είναι ο Schmitt και ποιες οι συνέπειες της εφαρμογής των κραυγαλέα ανεπιστημονικών ιδεών και δοξασιών του. Άλλο το θαυμαστό λογοτεχνικό χάρισμα και η ευρυμάθεια του Schmitt και άλλο η επιστημονική σκέψη• ούτε αυτή τη διάκριση δεν μπορούσε να κάνει ο Κονδύλης. Δεν είμαστε αντίθετοι στη δημοσίευση οιωνδήποτε απόψεων, όμως όταν πρόκειται για κατασκευές που διαδραμάτισαν τόσο αιματηρό ρόλο στην ιστορία, οφείλει κανείς όχι να τον «μαρκάρει» με ένα μικρό σύμβολο (Ν, δηλαδή ναζί), όπως εκείνος τους εβραίους επιστήμονες, αλλά εξ αρχής να διευκρινίσει ότι δεν είναι απλώς ένας «συντηρητικός» και «ρομαντικός» στοχαστής, όπως αποκαλείται ο Schmitt από όλους τους σύγχρονους αναθεωρητές της ιστορίας. Να προτάξει ότι είναι αυτός που έγραψε λ.χ. το «Ο Φύρερ προστατεύει τον νόμο» και μετά ας δημοσιεύσει τα άπαντά του και ας εκδηλώσει τον θαυμασμό του και ας ψιττακίζει τις ιδέες του.

Αν πρόκειται να διαβάσει κανείς τις φλύαρες και ανεπιστημονικές θεωρίες απόφασης και πολέμου του Κονδύλη, είναι προτιμότερο να διαβάσει τον μεγάλο στυλίστα δάσκαλό του Carl Schmitt. Αυτά εν ολίγοις για τον «πνευματικό» τού «φιλόσοφου» Κονδύλη. Στη σκέψη του (και ιδίως στα επιστημονικοφανή έργα του «Ισχύς και Απόφαση», «Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία» –στα οποία σκοπίμως απέφυγε να παραθέσει βιβλιογραφία-, «Θεωρία του Πολέμου» αναγνωρίζει κανείς την καταλυτική επίδραση του Schmitt άχρις ψιττακισμού, τη διάκριση «εχθρού-φίλου», την έννοια της «απόφασης», του decisionism, παρά τα σχετικά άλλοθι που δημιουργεί, την αλλεργία του προς τις «φιλελεύθερες» έννοιες. Ιδίως της «απόφασης» να καταφέρουμε το πρώτο πλήγμα στον «εχθρό» που «διακρίνει» ότι είναι «ο Τούρκος». Αναγνωρίζεται ακόμη εύκολα η σκέψη του Schmitt στην επίθεση στην «ουτοπία» του δυτικού «κράτους δικαίου», όπως το χαρακτηρίζει ο Κονδύλης, και στα «ανθρώπινα δικαιώματα», με ακαταμάχητο επιχείρημα τη σκέψη του Schmitt! Που είναι ένας μεγαλοφυής… «συντηρητικός. Αναγνωρίζει ότι το «φιλοσοφικό» έργο του Κονδύλη είναι μια Schmittiana χωρίς το λογοτεχνικό χάρισμα του Schmitt (απενοχοποίηση, γενίκευση και αναγωγή αυτών που ο Schmitt θεωρούσε νόμους της ιστορίας ή της πολιτικής σε φυσικούς νόμους, σε νόμους καθολικής ισχύος. Όσο για τη «θεσμική ομαλότητα», τη «>“δημοκρατική” ομαλότητα», την οποία σέβεται η σύγχρονη ελληνική κοινοβουλευτική αριστερά, ο «φιλόσοφος» Κονδύλης της κάνει σφοδρή επίθεση γι’ αυτό: «τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία… με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους “θεσμούς” και ζήλου για την “απρόσκοπτη λειτουργία” τους». Αν τέτοιες απόψεις δημοσιεύονταν όταν η φρίκη ήταν νωπή, τις δεκαετίες του 1950 και του ’60, ο συγγραφέας τους θα χαρακτηριζόταν νοσταλγός του ναζισμού ή του φασισμού και δεν θα είχε τόπο να σταθεί, τρεις δεκαετίες όμως αργότερα γίνονταν αποδεκτές προς ακαδημαϊκή συζήτηση!… Ένα «περιγραφικό» κυνικό και μικρομηδενιστικό συνονθύλευμα μιας σμιττιανο-κλαουζεβιτσο-νιτσεϊκής σαλάτας με σως Weber, Hegel, Marx και ορισμένα άλλα φιλοσοφικά καρυκεύματα και βεβαίως έκδηλο θαυμασμό στη σταλινική «ουτοπία» είναι η «φιλοσοφία» του και το πολεμικό πνεύμα της.

ΠΗΓΗ: http://www.sitemaker.gr/antiethnikistik/page_GREEK_2.htm

Β.
του Π. Κονδύλη, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης
Προσωπικά δεν χρειάστηκε να μάθω τίποτε από τον C. Schmitt, το οποίο να μη γνώριζα ήδη από τη μελέτη της ιστορίας του παρελθόντος και του παρό­ντος ή από πολιτικούς στοχαστές όπως ο Θουκυδίδης, ο Machiavelli ή ο Max Weber. Διάβασα άλλωστε τον C. Schmitt πολύ αργότερα από αυτούς, και μολονότι, όπως κάθε καλαίσθητος αναγνώστης, εκτιμώ εξαιρε­τικά το θαυμάσιο ύφος του, πολύ γρήγορα είδα ότι κάτω από τις αστραφτερές διατυπώσεις του κρύβονται λογικά κενά ή σφάλματα……Σε διάφορες εργασίες μου (π.χ. στο βιβλίο μου για τον συντηρητισμό και προ παντός σ’ ένα ειδικό κείμε­νο, πού δημοσιεύθηκε ελληνικά ως επιλεγόμενα στη μετάφραση της Πολιτικής Θεολογίας) έδειξα τίς ανε­πάρκειες των αντιλήψεων του Schmitt και σε μια σειρά άλλων προβλημάτων: στο πρόβλημα της κυριαρχίας και της έκτακτης κατάστασης, στο πρόβλημα των γνω­στικών ορίων της νομικής επιστήμης ή στο πρόβλημα του πολιτικού ρομαντισμού. Δεν χρειάζεται να επανα­ληφθούν αυτά εδώ. Επιθυμώ να επισημάνω γενικότε­ρα ότι, όπως οι έννοιες του φίλου και του εχθρού διό­λου δεν είναι δημιουργήματα του Schmitt, έτσι και η έννοια της απόφασης ούτε επινοήθηκε ούτε καθιερώ­θηκε απ’ αυτόν. Ως γνωστόν, στη σύγχρονη φιλοσοφία την εισηγήθηκε ό Kirkegaard, και συνδέθηκε με ποικίλα περιεχόμενα, π.χ. όσοι την εγκολπώθηκαν διόλου δεν ήσαν όλοι φίλοι του έθνικοσοσιαλισμού, όπως νο­μίζουν διάφοροι αδαείς, αλλά πολλοί υπήρξαν συνεπείς εχθροί του (π.χ. Jaspers, Earth).Μόνον πολύ επιφανειακοί αναγνώστες μπορούν ν’ ανακαλύπτουν ουσιώ­δη κοινά σήμερα ανάμεσα στο έργο του Schmitt και στις δικές μου αναλύσεις, δηλαδή αναγνώστες, των οποίων τα εξαρτημένα αντανακλαστικά αντιδρούν σε ορισμένες συνθηματικές λέξεις, ενώ το μυαλό εργάζε­ται με βραδύτατους ρυθμούς. Εχοντας παρακολουθή­σει από πολύ κοντά τις συζητήσεις γύρω από τον Schmitt στη Γερμανία, αποκόμισα την εντύπωση ότι έγινε κάτι παράδοξο: υπερτιμήθηκε ως στοχαστής ακριβώς γιατί οι εχθροί του, τονίζοντας τη σχετικά σύντομη συνεργασία του με τους έθνικοσοσιαλιστές και ανάγοντας – εσφαλμένα – το σύνολο του έργου του σ’ αυτήν, τον μετέβαλαν σε περίπου δαιμονική προσωπι­κότητα. Έτσι κατάφεραν το αντίθετο απ’ ό,τι επε­δίωκαν, δηλαδή έστρεψαν τη γενική προσοχή επάνω του και τον κατέστησαν περίπου κλασσικό συγγραφέα. Ας μου επιτραπεί να παραμείνω νηφαλιότερος: ούτε υπερτιμώ τον Schmitt ούτε τον θεωρώ ασήμαντο, δεν είμαι, για να εκφρασθώ στη γλώσσα του, ούτε φίλος του ούτε και εχθρός του.

ΠΗΓΗ:
http://xoirovoskos.blogspot.com/2006/07/carl-schmitt.html#comments, όπου και συζήτηση (Πλήρες απόσπασμα στο 1. σχόλιο, παρακάτω) 

Γ.
του Κ. Κουτσουρέλη , Π. Κονδύλης. Πώς τον υποδέχτηκαν στην Ελλάδα

[…] η υποτιθέμενη εξάρτηση του Κονδύλη από τον Καρλ Σμιττ. Η οπισθοβουλία αυτής της επιχειρούμενης ταύτισης είναι βεβαίως διάφανη. Για να μιμηθώ εδώ τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απαντούσε σε τέτοιες αιτιάσεις, εξωτερικά το πράγμα παίρνει συνήθως τη μορφή του ακόλουθου συλλογισμού: O Σμιττ έγραψε περί αποφάσεως, ο Κονδύλης έγραψε περί αποφάσεως, άρα ο Κονδύλης αντιγράφει τον Σμιττ. Ή, σε επόμενο στάδιο: ο Σμιττ υπήρξε πολέμιος του φιλελευθερισμού και της ανοιχτής κοινωνίας, ο Κονδύλης έχει επηρεαστεί από τον Σμιττ, άρα οι πολιτικές τοποθετήσεις του Κονδύλη δεν μπορεί παρά να είναι ύποπτες. Ότι ο ίδιος ο Κονδύλης υπήρξε από τους οξυδερκέστερους κριτικούς του Σμιττ, οι επικριτές του προτιμούν να το αγνοούν.

Φυσικά, η σχέση του Κονδύλη με τον Σμιττ είναι απείρως περιπλοκότερη απ’ όσο οι εύκολοι αναγωγισμοί αυτού του είδους υπαινίσσονται. Τόσο μάλιστα, ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων που βρίσκονται στους αντίποδες της γνώμης που εδώ σ’ εμάς θεωρείται συχνά αυτονόητη και κοινή. Αντί άλλου τεκμηρίου, αντιγράφω μερικές παρατηρήσεις του Γερμανού φιλοσόφου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, Φόλκερ Γκέρχαρτ. Το γεγονός ότι προέρχονται από το στόμα ξένου και όχι Έλληνα μελετητή, τις κάνει διπλά ενδιαφέρουσες:

«Όποιος γνωρίζει στ’ αλήθεια τους δύο συγγραφείς, δεν θα έβλεπε ούτε κατά διάνοια παραλληλίες ανάμεσα στην περιπλανώμενη εμβρίθεια του ερασιτεχνικώς φιλοσοφούντος νομικού και στη σοβαρή σκέψη ενός φιλοσόφου. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί πώς ο Σμιττ, μόνο και μόνο για να μπορέσει να ασκήσει πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού, πλαστογραφεί μια ιστορικοσυστηματική αντίθεση μεταξύ «δημοκρατίας» και «αντιπροσώπευσης». Στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός της εγγύτητας των θέσεων των Κονδύλη και Σμιττ έχει το έρεισμά της σε δυο-τρεις έννοιες κοινές και στους δύο. Σ` αυτές συγκαταλέγεται η έννοια της απόφασης, εκείνη του συντηρητισμού και πρωτίστως η διάκριση εχθρού-φίλου. Όλα τ’ άλλα, όσα στον Κονδύλη θυμίζουν Σμιττ, πρέπει να αναχθούν στον Νίτσε.»

Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό μιας απορίας. Πόσοι από τους διανοούμενούς μας θα αποτολμούσαν να παραβάλλουν ευθέως έναν από τους διασημότερους Ευρωπαίους στοχαστές του 20ού αιώνα με έναν Έλληνα συνάδελφό του; Και πόσοι απ’ αυτούς θα μπορούσαν να αποφανθούν με ισόποση έμφαση ότι προκρίνουν τον δεύτερο; Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Ένα τέτοιο διάβημα προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία αξιοσημείωτη και οριστική απαλλαγή από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξ ου και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, προκειμένου να υπερασπιστεί τις ιδέες του. Οι επιχώριοι σχολιαστές του που αντί να αντιμετρηθούν με αυτές ακριβώς τις ιδέες, καμώνονται ότι τις ξεπέρασαν επειδή δήθεν ταυτίζονται με τα λεγόμενα του ενός και του άλλου, τι πράγμα ακριβώς υπερασπίζονται, και τι ακριβώς καταδικάζουν; Γιατί σοβαρή κριτική έργου πρωτότυπου με επιχειρήματα δανεικά δεν γίνεται.
 
ΠΗΓΗ: http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1226138234&archive=&start_from=&ucat=6

Στοχασμοί και αποφθέγματα

Νοέμβριος 27, 2008 § Σχολιάστε

Στοχασμοί και αποφθέγματα (γερμανικά και ελληνικά. Μετάφραση: Λ. Λαρέλης (= Κ. Κουτσουρέλης)

 

Σύντομο σημείωμα του Α. Καϊση περί αποφθεγμάτων, εδώ

ΠΗΓΗ: Νέα Εστία, τεύχος 1717 (1999) 

Where Am I?

You are currently browsing the Κονδύλης θεματικά category at Π.Κονδυλης (Kondylis).