Επιστολές προς Γ. Χατζόπουλο

Φεβρουαρίου 11, 2011 § 2 Σχόλια

Μια επιστολη του Π. Κονδυλη στον εκδοτη του, Γ.Χατζόπουλο.

ΠΗΓΗ: ιστολόγιο Σπύρου Κουτρούλη, όπου και άλλες επιστολές. Σύντομο βιογραφικό του παραλήπτη των επιστολών, εκδότη του «Κάλβου», Γ. Χατζόπουλου, εδώ

Αντίπαλος λόγος (ανθρώπινα δικαιώματα)

Δεκέμβριος 2, 2009 § 69 Σχόλια

Ασκηση
Δίνονται δύο αποσπάσματα από άρθρα των Π. Κονδύλη και Π. Σούρλα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κείμενο 1 – Π. Κονδύλης

 Εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση (πλήρες κείμενο εδώ)

Δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Για να το πούμε ακριβέστερα: εν έτει 1998 δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν θα υπάρξουν στο μέλλον. Η διαπίστωση αυτή είναι αναπόδραστη αν επιθυμούμε να ορίσουμε την έννοια του «δικαιώματος» και του «ανθρώπινου δικαιώματος» αυστηρά και αδιαφορώντας απέναντι στις πολιτικές – ιδεολογικές σκοπιμότητες. «Δικαίωμα» δεν είναι κάτι που απλώς διάγει βίο φαντάσματος μέσα στα κεφάλια των φιλοσόφων ή που ευδοκιμεί στα χείλη των προπαγανδιστών. Στην ουσία του δικαιώματος ανήκει εξ ορισμού η δυνατότητα να απαιτείται και να επιβάλλεται. Και ως «ανθρώπινο δικαίωμα» επιτρέπεται να θεωρείται μονάχα ένα δικαίωμα το οποίο απολαμβάνουν όλοι οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι, δηλαδή χωρίς τη διαμεσολάβηση εξουσιαστικών αρχών και συλλογικών αντικειμένων (π.χ. εθνών και κρατών) που, από εννοιολογική και φυσική άποψη, είναι στενότερα από την ανθρωπότητα ως σύνολο […]

Η πρόταση «δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα» είναι αυτονόητη αν δεν τη συγχέουμε με κανέναν τρόπο και σε κανένα επίπεδο με τις προτάσεις «δεν είναι ορθό να υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα (με την ηθική – κανονιστική έννοια)» και «δεν θα υπάρξουν ποτέ ανθρώπινα δικαιώματα».

Κείμενο 2 – Π. Σούρλας

Φιλοπαίγμονες εν ου παικτοίς 

[…] Θα υποστηρίξω ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου διαθέτουν καθολική αξία και δεσμευτικότητα γιατί από πουθενά δεν έχει διατυπωθεί κάποιο πειστικό επιχείρημα που να θίγει τον κανονιστικό τους πυρήνα. Με άλλα λόγια, τα δικαιώματα του ανθρώπου θα πλήττονταν μόνο στην περίπτωση που κάποιος κατόρθωνε να μας πείσει για την καρδιά του ζητήματος: για το ότι δεν διαθέτουν όλοι οι άνθρωποι αξία, για το ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι παντού άξια σεβασμού, για το ότι ο πόνος και η απόγνωση κάποιου άλλου – του οποιουδήποτε άλλου – είναι πράγματα για τα οποία μπορούμε ενίοτε και να αδιαφορήσουμε, για το ότι τα βασανιστήρια ή ο εξανδραποδισμός ενός ανθρώπου – μπορούν κατά τις περιστάσεις να αποτελέσουν κάτι ανεκτό ή και αποδεκτό. Όσο λοιπόν κανείς δεν έχει κατορθώσει να μας πείσει με αυτόν τον τρόπο για την απαξία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όλα τα άλλα είναι είτε υπεκφυγές είτε παρανοήσεις είτε αντιφάσεις είτε ενσυνείδητη παραδοξολογία. Μια παραδοξολογία που κάνει τη σύγχρονη ακαδημαϊκή μόδα να εμφανίζεται ως φιλοπαιγμοσύνη – αλλά εν ου παικτοίς […]

Ποιους τρόπους πειθούς χρησιμοποιεί ο Π. Σούρλας στο απόσπασμα 2;  Επίκληση στη λογική αλλά παράλληλα προσπαθεί να προκαλέσει τη συγκίνηση του αναγνώστη.

Ποια η διαφορά στις δύο απόψεις; Ισως ότι ο Π. Κονδύλης ρίχνει το βάρος στην εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ο Π. Σούρλας στον καθορισμό και στη διατύπωση των γνωρισμάτων αυτών.

Τι θέλει να πετύχει με το κείμενό του ο συγγραφέας του κάθε κειμένου; Ενδεχομένως:  να τονίσει με έμφαση τις σκοτεινές πλευρές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε να προκληθεί πίεση για την ευρύτερη εφαρμογή τους / να τονίσει τις φωτεινές πλευρές με τα όσα έχουν επιτευχθεί στον τομέα αυτό, φοβούμενος ότι η πολλή συζήτηση γύρω από την έννοια «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορεί να επιφέρει σύγχυση και να δυσχεράνει την καλύτερη εφαρμογή των δικαιωμάτων αυτών κ.ο.κ.

Είναι πράγματι οι απόψεις των συγγραφέων τόσο αντίθετες όσο φαίνονται με την πρώτη ανάγνωση;

Πηγή

Αφιερωμένο στο ποστ του φίλου Στράτου Φουντούλη

Διάλογος Π.Κονδύλη – Π.Οικονόμου

Ιανουαρίου 6, 2009 § 4 Σχόλια

Διαλογος μεταξυ Π. Κονδυλη και πτεραρχου ε.α. Π. Οικονομου απο τις στήλες της εφημερίδας το «ΒΗΜΑ». Η διαφωνία τους περιστρέφεται σε στοιχεία για το αξιόμαχο της Τουρκίας.
 

Τι επιδιωκει η Αγκυρα στο Αιγαιο

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ  Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 1998

Σε μιαν από τις εμπεριστατωμένες και ακριβείς αναλύσεις, στις οποίες μας έχει συνηθίσει, ο διπλωματικός συντάκτης του «Βήματος» κ. Ν. Μαράκης παρουσίασε τις ελληνικές επιτελικές εκτιμήσεις για τις τουρκικές ασκήσεις στο Αιγαίο («Το Βήμα», 1.2.1998). Τέτοιες εκτιμήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφθούμε ότι οι μείζονες στρατιωτικές ασκήσεις δεν αποτελούν απλώς θαλάσσιες ή αεροπορικές εκδρομές για ξεμούδιασμα ή προς γενική επίδειξη ισχύος αλλά διεξάγονται εν όψει ορισμένων επιτελικών σχεδίων πολέμου και συνιστούν μιαν υποτυπώδη εφαρμογή τους σε καιρό ειρήνης. Η ανάλυσή τους συνεπάγεται επομένως διείσδυση στις στρατηγικές προθέσεις της άλλης πλευράς. Και οι προθέσεις, σύμφωνα με τους έλληνες επιτελείς και τον κ. Μαράκη, διαγράφονται ως εξής: «καθήλωση» της ελληνικής αεροπορίας και του ελληνικού ναυτικού, πρόκληση «εκτεταμένης ζημίας» στην αμυντική ικανότητα της Ελλάδας «πριν από την απόπειρα κατάληψης εδάφους», «σοβαρότατη μείωση της μαχητικής ικανότητας» των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ως προϋπόθεση της «διαπραγματευτικής αδυναμίας» της Ελλάδας. Ειδικότερα επισημαίνεται η τουρκική προσπάθεια για «αύξηση της ικανότητας διείσδυσης των επιτιθέμςνων αεροπλάνων», εφοδιασμένων με άκρως σύγχρονα συστήματα στοχοποίησης και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.

Με βάση αυτά τα δεδομένα επιβάλλεται να ανασυγκροτήσουμε το ευρύτερο τουρκικό σχέδιο πολέμου και να αντλήσουμε τα αντίστοιχα διδάγματα. Εν όψει του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων, η τουρκική πλευρά θα διέπραττε ένα σοβαρό σφάλμα αν διεξήγαγε πόλεμο έτσι όπως νομίζουν πλείστοι όσοι ότι θα τον διεξαγάγει: ότι δηλαδή θα θελήσει να προβεί απευθείας στην επιθυμητή εδαφική κατάκτηση, επικεντρώνοντας εκεί τις δυνάμεις της και κάνοντας το πολύ πολύ παραπλανητικούς αντιπερισπασμούς. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε για τους Τούρκους μεγάλα μειονεκτήματα, γιατί δεν θα τους επέτρεπε να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις ένοπλες δυνάμεις, άρα την υπεροπλία τους: όσο μικρότερο είναι το θέατρο του πολέμου τόσο ευκολότερα μπορεί ο υποδεέστερος να εξουδετερώσει την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο οποίος μόνο ένα κλάσμα των δυνάμεών του μπορεί να αναπτύξει μέσα σε στενά όρια. Επιπλέον έτσι παρατείνεται η επιχείρηση, οπότε ο χρόνος εργάζεται εναντίον του επιτιθεμένου (και ισχυροτέρου), προπαντός όταν αναμένεται εύλογα επέμβαση του διεθνούς (διάβαζε: αμερικανικού) πολιτικοστρατιωτικού παράγοντα προς διακοπή των εχθροπραξιών.

Γι’ αυτόν τον λόγο η τουρκική πλευρά, έστω και αν έχει περιορισμένες μόνον εδαφικές βλέψεις, δεν θα διεξήγε πόλεμο επιδιώκοντας απευθείας αυτές και επικεντρώνοντας σε αυτές το στρατιωτικό της δυναμικό. Οπως υποδηλώνει η παραπάνω ανάλυση των ασκήσεών της, θα έκανε κάτι πολύ διαφορετικό: θα προκαλούσε ένα θερμό επεισόδιο (είτε στο έδαφος που θα διεκδικούσε άμεσα είτε κάπου αλλού) αλλά δεν θα έριχνε εδώ το κέντρο βάρους, παρά θα το χρησιμοποιούσε ως πρόσχημα και ως εφαλτήριο για να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα στρεφόμενο εναντίον του κορμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ήτοι του κύριου όγκου της αεροπορίας (ίσως προτού ακόμη βρεθεί στον αέρα) και των κύριων μονάδων του στόλου. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει εξίσου καλά όσο και κάθε άλλος τη βασική αρχή της στρατηγικής: πρωταρχικός σκοπός του πολέμου δεν είναι η κατάληψη εδαφών αλλά η συντριβή των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων· αν αυτή συντελεσθεί, τότε καταλαμβάνεις με την ησυχία σου όσα εδάφη θέλεις. Ετσι η τουρκική επίθεση θα επικεντρωνόταν σε στρατηγικώς καίρια σημεία και αν πετύχαινε, θα καθιστούσε, με τη διαθέσιμη σήμερα δύναμη πυρός, αδύνατη κάθε συνέχιση του πολέμου από ελληνικής πλευράς. Το μαζικό πρώτο πλήγμα θα δημιουργούσε επιπλέον τετελεσμένα, τα οποία θα βάραιναν αποφασιστικά όχι μόνο σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων αλλά και σε διαμεσολαβητικές προσπάθειες τρίτων. Το βλέπουμε στην Κύπρο: κανείς δεν μπορεί να διαπραγματευθεί σαν να μην είχε γίνει η τουρκική κατάκτηση. Το ιδεώδες για την Τουρκία θα ήταν να διαπραγματευθεί κάποτε με την Ελλάδα από την ίδια θέση όπως με την Κύπρο.

Θα ήταν κεφαλαιώδες στρατηγικό σφάλμα η εμμονή σε σκουριασμένες αντιλήψεις του τύπου: «οι πόλεμοι δεν κρίνονται από την πρώτη μέρα». Οσοι τα λένε αυτά, ανατρέχοντας νοσταλγικά στο 1940, δεν έχουν κατανοήσει πόσα και ποια πράγματα έχουν μεταβληθεί στα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Τόσο σε σχέση με τη γενικότερη διεθνή εξέλιξη του πολεμικού φαινομένου όσο και σε συνάφεια με μιαν ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, είχα την ευκαιρία να τονίσω πρόσφατα («Θεωρία του Πολέμου», πρβλ. «Το Βήμα», 30.11.1997) ότι η υφή των υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων προσδίδει καθοριστική σημασία στην εναρκτήρια φάση όχι μόνο ενός πυρηνικού αλλά και ενός συμβατικού πολέμου. Οπως διαγράφεται το πιθανότερο σενάριο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, θα επικρατήσει όποιος περάσει γρήγορα και αποφασιστικά από το θερμό επεισόδιο στο μαζικό πρώτο πλήγμα. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει ότι μόνον αυτή έχει σήμερα τούτη τη δυνατότητα, ενώ η ελληνική πλευρά τη στερείται. Ακριβώς γι’ αυτό έχει προφανώς επικεντρώσει το πολεμικό της σχέδιο στο σημείο όπου υπερέχει ­ και τούτο συμβαίνει να είναι το κρίσιμο σημείο. Η ανάλυση των τουρκικών στρατιωτικών ασκήσεων επιβεβαιώνει πλήρως αυτή τη διάγνωση, στην οποία άλλωστε καταλήγει κανείς και με μόνη τη γνώση των στρατηγικών δεδομένων, αρκεί να ξέρει πώς πρέπει να τα ερμηνεύσει. Δεν είναι τόσο σημαντικό αν την έννοια και τη στρατηγική βαρύτητα του μαζικού πρώτου πλήγματος στον σύγχρονο πόλεμο δεν τις κατανοούν αιθεροβάμονες πολιτευόμενοι, διανοούμενοι και δημοσιογραφούντες. Θα ήταν όμως ολέθριο αν δεν τις συνειδητοποιούσε η υπεύθυνη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Και ακόμη μια σκουριασμένη προκατάληψη θα όφειλε να λησμονήσει για πάντα η ελληνική πλευρά: ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις «έχουν τα χάλια τους» και δεν είναι σε θέση να διεξαγάγουν ταχύ και αποτελεσματικό πόλεμο. Δημιουργεί παραπλανητικές ψευδαισθήσεις και ένα κλίμα επικίνδυνης ευφορίας όποιος ανατρέχει π.χ. στις στρατιωτικές προχειρότητες της τουρκικής απόβασης στην Κύπρο για να υπαινιχθεί ότι η Τουρκία δεν είναι και τόσο αξιόμαχη (είδα με λύπη μου να το κάνει αυτό ο πτέραρχος κ. Οικονόμου και να το επικροτεί ο κ. Παπαθεμελής, βλ. αντιστοίχως «Το Βήμα», 25.1 και 1.2.1998). Από τότε πέρασαν 24 χρόνια και μου φαίνεται αδόκιμο να συγχέουμε τις αναμνήσεις μας με τις προβλέψεις μας. Επιπλέον είναι ασυνεπές αφενός να θεωρεί κανείς τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις περίπου «μπουνταλάδικες» και αφετέρου να ζητεί ραγδαίο εκσυγχρονισμό των ελληνικών. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη την αυτάρεσκη υποτίμηση του αντιπάλου και τις βαρύγδουπες ρήσεις περί «ψυχής που νικά τα όπλα» και καταγράφοντας ως την έσχατη λογική τους συνέπεια τα σύγχρονα στρατηγικά και εξοπλιστικά δεδομένα, η ελληνική πλευρά θα όφειλε σήμερα να κάμει δύο πράγματα, ένα βραχυπρόθεσμα και ένα μακροπρόθεσμα. Καθώς οι Τούρκοι, διαθέτοντας την υπεροπλία, έχουν τη δυνατότητα και ­ όπως φαίνεται επίσης ­ την πρόθεση του μαζικού πρώτου πλήγματος, η υποδεέστερη ελληνική πλευρά καλά θα έκανε να δείξει στο προσεχές μέλλον ύψιστη φρόνηση και να μην εμπλακεί σε κανενός είδους θερμό επεισόδιο, το οποίο η Τουρκία έχει κάθε λόγο να επιζητεί σήμερα ως αφορμή και ως εφαλτήριο του μαζικού πρώτου πλήγματος. Παράλληλα θα όφειλε να συντονίσει τα εξοπλιστικά της προγράμματα κατά τρόπο ώστε να αποκτήσει και αυτή την ίδια δυνατότητα ­ όχι φυσικά και την ίδια πρόθεση. Μακροπρόθεσμα η μόνη δραστική αποτροπή είναι να γνωρίζει η Τουρκία ότι το μαζικό πρώτο πλήγμα, που η ίδια ετοιμάζει, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ και να στραφεί εναντίον της. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το τουρκικό επιτελείο γιατί με τις στρατιωτικές του ασκήσεις καθιστά διαφανέστερες τις προθέσεις του ­ τουλάχιστον στα μάτια όσων δεν είναι ανίατα αφελείς. Πρέπει επίσης να χαιρόμαστε γιατί, σύμφωνα με τα γραφόμενα του κ. Μαράκη, οι έλληνες επιτελείς αναλύουν ορθά το στρατηγικό νόημα αυτών των ασκήσεων. Ας ευχηθούμε ότι θα βγάλουν και τα ορθά συμπεράσματα περί του πρακτέου.

 

Πως θα αποτρεψουμε τον πολεμο

Π. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ | Κυριακή 1 Μαρτίου 1998

Η στρατηγική που εφαρμόζει η Τουρκία από το 1974 και μετά προκειμένου να επιβάλει τις «διευθετήσεις» που αυτή επιθυμεί, εδαφικές και άλλες, εις βάρος της χώρας μας κινείται σε τρεις άξονες: (α) ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) με σύγχρονα οπλικά συστήματα και συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς ώστε αυτές να καταστούν ένας καθαρά επιθετικός βραχίων· (β) εφαρμογή σχεδίου ψυχολογικού πολέμου με σκοπό τον εκφοβισμό του ελληνικού λαού και την κάμψη της θέλησής του να αντισταθεί στον τουρκικό επεκτατισμό. Σχέδιο που βασίζεται στην υπερβολική προβολή της τουρκικής πολεμικής μηχανής ως μιας μηχανής που έχει τεράστιες δυνατότητες, ενός γίγαντα, δηλαδή, που αρκεί να ανοίξει το στόμα του για να μας καταπιεί. Και κατά καιρούς προς επιβεβαίωση, για του λόγου το αληθές, αναφέρονται οι επιτυχίες της στην Κύπρο το 1974 και στη Μικρά Ασία το 1922. (γ) Εκβιαστική διπλωματία, όπου με απειλές, ανοικτές ή συγκεκαλυμμένες, και εκβιαστικά διλήμματα προωθεί σταδιακά τις θέσεις της, ανάλογα και με τις διεθνείς συγκυρίες. Είναι γνωστές οι δηλώσεις Ντεμιρέλ, Τσιλέρ, Μπαϊκάλ, Καρανταγί, Μιρ κ.ά. στο πλαίσιο αυτό αλλά και η εντελώς πρόσφατη του τέως αρχηγού του Ναυτικού που ανέφερε ότι κατά την κρίση των Ιμίων η κυρία Τσιλέρ είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε πόλεμο.

Και εμείς, δυστυχώς, χωρίς να αντιληφθούμε ότι παίζουμε το παιχνίδι τους, αναπαράγουμε αυτή την προπαγάνδα με όλα τα ΜΜΕ δημιουργώντας άθελά μας μια ατμόσφαιρα φοβίας και ηττοπάθειας στον λαό αλλά και στην ηγεσία του τόπου σε κάποιο βαθμό. Με αυτή λοιπόν τη στρατηγική η Τουρκία από το 1987 ως σήμερα κατόρθωσε να επιτύχει «χωρίς να ρίξει τουφεκιά» τα ακόλουθα: (α) τη μη επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια ενώ είχαμε κάθε δικαίωμα προς τούτο· (β) την αναστολή επ’ αόριστον της εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου πέραν των χωρικών μας υδάτων· (γ) την αναγνώριση ζωτικών τουρκικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων ασφαλείας στο Αιγαίο· (δ) την αναγνώριση γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, βλέπε Ιμια· (ε) την πρόταση της Ελλάδας για παραπομπή όλων των τουρκικών διεκδικήσεων, ακόμη και το θέμα ασφαλείας των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, στο Δικαστήριο της Χάγης.

Κατόπιν λοιπόν των ανωτέρω, θεώρησα σκόπιμο στο άρθρο μου της 25.1.98 να παρουσιάσω την τουρκική πολεμική μηχανή όπως αυτή εμφανίστηκε κατά την εισβολή στην Κύπρο το 1974. Επιχείρηση που διαφημίστηκε ως πρότυπο οργάνωσης και εκτέλεσης, τα δε στοιχεία που παρέθεσα βασίστηκαν στις εκθέσεις υπευθύνων ηγετών, Ελλήνων και Τούρκων. Η όλη επιχείρηση κρίθηκε ως σύγχρονη για την εποχή της και αξιολογήθηκαν βασικά τομείς όπως η εφαρμογή των σχεδίων, η χρήση των μέσων, η οργάνωση και η ευψυχία των μαχητών. Αλλωστε, η Τουρκία ήταν μέλος του ΝΑΤΟ από εικοσαετίας και πλέον (1952) και διέθετε σύγχρονες για την εποχή ΕΔ, για τη μαχητική ικανότητα και το μέγεθος των οποίων επαίρετο όπως και σήμερα.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν υπάρχει έκτοτε άλλη παρόμοια επιχείρηση για να αξιολογηθεί, εκτός εκείνων που διεξάγει εναντίον των κούρδων αυτονομιστών, αλλά αυτές δεν προσφέρονται για εκτίμηση των δυνατοτήτων ενός τακτικού στρατού· αν και το ότι αυτός ο πόλεμος, του Γολιάθ εναντίον του Δαβίδ, διαρκεί πάνω από δέκα χρόνια θα πρέπει να μας οδηγεί σε συμπεράσματα όχι κολακευτικά για την τουρκική πλευρά. Το γεγονός ότι από το 1974 πέρασαν 24 χρόνια και σίγουρα θα υπάρχουν βελτιώσεις στους τομείς που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι αναμφισβήτητο, αλλά δεν πρέπει να έχουν αλλάξει πολλά, αν λάβουμε υπόψη μας ότι στην Ανατολική Τουρκία υπάρχουν ακόμη πρωτόγονοι οικισμοί.

Και για εκείνους που ισχυρίζονται ότι οι πόλεμοι σήμερα δεν έχουν σχέση με αυτούς του παρελθόντος, διότι διεξάγονται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα συναφή, η απάντηση είναι ότι οι πόλεμοι σήμερα κερδίζονται με μυαλό, τόλμη και ευψυχία· τα υπόλοιπα ανάγονται στη σφαίρα της θεωρίας. Και ακόμη, αν ελαμβάνετο υπόψη μόνο το γεωπολιτικό δυναμικό των αντιπάλων, όπως ορισμένοι επιμένουν, τότε οι αρχαίοι πρόγονοί μας δεν θα έπρεπε να είχαν τολμήσει να αντιπαρατεθούν με τις στρατιές των Περσών στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Ούτε ο Μέγας Αλέξανδρος θα έφθανε ποτέ στις Ινδίες ούτε η επανάσταση του 1821 θα έπρεπε να είχε γίνει ούτε το «Οχι» του 1940 να είχε ειπωθεί και άλλα πολλά. Βεβαίως παραθέτοντας τα ανωτέρω πρόθεσή μου δεν είναι να υποτιμήσω την τουρκική πολεμική μηχανή, η οποία είναι μια σημαντική και αξιόλογη δύναμη, αλλά να διαλύσω τον μύθο του θηρίου που θα μας κατασπαράξει χωρίς να πληγεί και αυτό θανάσιμα ή κατ’ ελάχιστον να ακρωτηριασθεί, όπως επιμένει να μας παρουσιάζει η τουρκική προπαγάνδα.

Το ζητούμενο όμως είναι πώς θα αποτρέψουμε τον πόλεμο και όχι πώς θα τον αποφύγουμε, όπως σοφά λέει και ο τέως υπουργός κ. Παπαθεμελής στο άρθρο του της 1.2.98 («Το Βήμα»). Και θα τον αποτρέψουμε μόνον όταν οι Τούρκοι αντιληφθούν ότι το τίμημα που θα πληρώσουν θα είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσουν. Και όχι ακολουθώντας την πολιτική του κατευνασμού που σίγουρα οδηγεί σε πόλεμο, όπως συνέβη και το 1939, όταν η υποχωρητικότητα του Τσάμπερλεν απεθράσυνε τον Χίτλερ και οδήγησε την ανθρωπότητα στο σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποτροπή επιτυγχάνεται με ισχυρές ΕΔ, ικανές να επιφέρουν θανατηφόρο πλήγμα στον αντίπαλο, με αιχμή του δόρατος την Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ), αλλά και την ακλόνητη απόφασή μας να υπερασπίσουμε την εδαφική μας ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, όπως αυτά προκύπτουν από τις συνθήκες ειρήνης και το διεθνές δίκαιο. Και ευτυχώς, παρά τα λάθη και τις παραλείψεις που διεπράχθησαν στον εκσυγχρονισμό των ΕΔ τα τελευταία χρόνια, αυτές εξακολουθούν να βρίσκονται σε θέση να επιφέρουν ισχυρό πλήγμα στον αντίπαλο, αν και η ισορροπία δυνάμεων έχει φθάσει στα όρια της ανατροπής, κατάσταση που είναι δυνατόν από κακή εκτίμηση του αντιπάλου να οδηγήσει σε σύρραξη. Γι’ αυτόν τον λόγο από δεκαετίας και πλέον, μετά τη λανθασμένη επιλογή, κατά την πολυδιαφημισθείσα αγορά του αιώνα (1985), ζητώ επίμονα ενίσχυση της ΠΑ, προτού είναι πλέον αργά.

Τελειώνοντας, επιθυμώ να τονίσω ότι το να υποτιμά κανείς τον αντίπαλο είναι μέγιστο λάθος που ούτε ένας πρωτοετής εύελπις ­ ναυτικός δόκιμος ή ίκαρος ­ επιτρέπεται να διαπράξει, ενώ αντίθετα η γνώση του αντιπάλου και ιδιαίτερα των αδυναμιών του είναι λίαν επιβεβλημένη προκειμένου να επιτευχθεί είτε η αποτροπή είτε η νίκη στην περίπτωση που η σύρραξη καταστεί αναπόφευκτη. Και συνεπώς για την προσπάθεια που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση ο κ. Κονδύλης θα πρέπει να χαίρεται, αντί να λυπάται, όπως λέει στο άρθρο του τής 8.2.98 («Το Βήμα»).

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ (βλ. ανωτέρω)

Πολεμική Σωμερίτη – Κονδύλη 1997

Νοέμβριος 24, 2008 § 11 Σχόλια

Παρακάτω αναδημοσιεύεται από «ΤΟ ΒΗΜΑ» η ανταλλαγή 5 άρθρων (με χρονολογική σειρά) μεταξύ Ρ. Σωμερίτη και Π. Κονδύλη το Δεκέμβριο του 1997.  Αφορμή η προ-δημοσίευση δοκιμίου (https://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/ ) του Κονδύλη για τα ελληνοτουρκικά.

 

Παιχνίδια πολέμου

Ο Ριχ. Σωμερίτης σχολιάζει τις απόψεις του Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ
Το εύκολο λογοπαίγνιο θα ήταν ότι αποκτήσαμε στρατηγό Κονδύλη τον νεότερο. Στο λογοπαίγνιο αυτό μας οδήγησε η προδημοσίευση, στο «Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου, μεγάλου αποσπάσματος του επίμετρου στην ελληνική του έκδοση ενός έργου πολιτικής φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, διανοουμένου και όχι καραβανά, για τη θεωρία του πολέμου που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1988. Το επίμετρο αυτό εξετάζει τις διάφορες παραμέτρους μιας υποθετικής ελληνοτουρκικής σύρραξης.

Σύμφωνα με τον Κλεμανσό, τον πολιτικό που οδήγησε τη Γαλλία στη νίκη του 1918, ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον εμπιστευτείς σε στρατηγούς. Τι θα έλεγε ο Κλεμανσό για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές; Η απάντηση είναι δύσκολη διότι ο Κλεμανσό δεν πρόλαβε να διαβάσει Κονδύλη. Το πολύ να είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς, τον θεωρητικό του πολέμου που τόσο αναστάτωσε με τη δόξα του, περισσότερο και από τους σπουδαστές των διαφόρων σχολών πολέμου, διαφόρους διανοουμένους και καθηγητές Πανεπιστημίου. Μερικοί από αυτούς θεωρούν καθήκον τους να προσθέτουν στο βιογραφικό τους και κάποιες ιδέες για το πώς σκοτώνεις επιτυχώς τους αντιπάλους σου. Ευτυχώς, τις ιδέες αυτές δεν τις πειραματίζονται ούτε και μέσα στα πανεπιστήμια. Δυστυχώς, εκτός πανεπιστημιακής θαλπωρής, οι ιδέες αυτές μπορούν όμως να επηρεάσουν όσους ήδη διακατέχονται από ανάλογες φαγούρες. Κοντολογίς, ο κ. Κονδύλης έρχεται με το πόνημά του να προσφέρει επιστημονική και μάλιστα (σύμφωνα με τις φήμες) προοδευτική κάλυψη σε όλους τους ελληνόψυχους καλαμαράδες της καθ’ ημάς Ανατολής.

Με δυο λόγια, η θέση του κ. Κονδύλη είναι η ακόλουθη: Η κατανομή του χώρου (συμπαγής γεωγραφικά Τουρκία, κατακερματισμένη Ελλάδα) δίνει στην Τουρκία προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα. Αν μας χτυπήσει πρώτη, μπορεί να μας αποσπάσει κάτι, το μικρό ή το σημαντικό, αλλά πάντως το σχετικά απομονωμένο και συνεπώς ανυπεράσπιστο, διότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε τα πάντα. Ετσι, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιλέξει τα σημεία που είναι κομβικά για την άμυνα (στόχος κάθε πολέμου είναι η καταστροφή του κυρίου όγκου των αντιπάλων δυνάμεων) και ταυτόχρονα να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη. Αυτά είναι λίγα: η Ιμβρος και η Τένεδος και περισσότερο ακόμη η Θράκη, δηλαδή τα ευρωπαϊκά τουρκικά εδάφη. Που πρέπει να πάρουμε αντιμετωπίζοντας το όποιο κόστος για να έχουμε αντάλλαγμα στις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.

Βεβαίως η χώρα μας πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας για να είναι η άμυνά της αποτρεπτική. Αυτά όμως δεν αρκούν. Το κλειδί του πολέμου είναι ο αιφνιδιασμός. Ετσι, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Δηλαδή επίθεση και μάλιστα αιφνίδια; Ναι και όχι, διότι, όπως μας εξηγεί ο καλός κ. Κονδύλης, που τον θαυμάζουν στη Γερμανία, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται· «συνεπώς» ο επιτιθέμενος με… «την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία». Ετσι, ακόμη κι αν εμείς εισβάλουμε σε τουρκικά εδάφη, ουφ, αναπνέουμε: οι κακοί παραμένουν οι άλλοι.

Ενα βιβλίο και μάλιστα πανεπιστημιακού επιπέδου δεν είναι Ζαχαράτος της παλιάς καλής εποχής, όταν διάφοροι επί τιμή έλυναν εκεί τα προβλήματά μας γευόμενοι τον βαρύ-γλυκύ τους. Και με δεδομένη τη διαρκή ελληνοτουρκική κρίση είναι βέβαιο ότι η κάθε λέξη και η κάθε ιδέα μπορούν να οδηγήσουν στα όσα δεν θα θέλαμε. Είναι επίσης γεγονός ότι στην εποχή μας αυτά που γράφουμε στην Αθήνα διαβάζονται και στην Αγκυρα και ναι μεν ο πρόεδρός μας θεωρεί ότι ο τουρκικός λαός δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό (φαντάσου ο κ. Ντεμιρέλ να έλεγε κάτι το παρεμφερές για μας…) όμως οι τούρκοι στρατηγοί κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν από στρατηγική. Ερώτημα: Θα περιμένουν να προχωρήσουμε στις τεράστιες στρατιωτικές παραγγελίες μας και στην επικράτηση των ιδεών του κ. Κονδύλη για να αντιδράσουν;

Αυτό όμως είναι επιχείρημα συγκυρίας: με ποια λογική και με ποια στοιχεία ο κ. Κονδύλης προδικάζει ότι το μόνο που μας περιμένει είναι ο πόλεμος με την Τουρκιά και ότι το καθήκον μας είναι πώς να τον χάσουμε με το μεγαλύτερο δυνατόν κόστος για τον αντίπαλο που, μας το υπογραμμίζει, έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα;

Η θεωρία του κ. Κονδύλη μάς προσφέρει πράγματι, και αυτό είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστικό, τις πιο μελανές ιδέες: να επιτεθούμε πρώτοι, να χάσουμε χιλιάδες παιδιά και εθνικά εδάφη, να υποστεί η Κύπρος τραγικότερες ακόμη συνέπειες και όλα τούτα για να έχουμε επιχειρήματα σε μια μελλοντική μεταπολεμική διαπραγμάτευση. Γιατί όμως να μην αρχίσουμε από αυτήν με τα επιχειρήματα και τις δυνάμεις που έχουμε, χωρίς το βάρος μιας μερικής έστω ήττας; Πώς αντιμετωπίζονται τα μικροπροβλήματα της όποιας συντήρησης των δυνάμεών μας με όπλα και πυρομαχικά, προφανώς και με καύσιμα και ανταλλακτικά, όταν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια ορισμένων δυνάμεων και, όσο ανεξάρτητοι αποφασίσουμε ότι θέλουμε να είμαστε, πολεμική βιομηχανία που να καλύπτει τις ανάγκες μας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μήτε να κατασκευάσουμε ανταλλακτικά ούτε και να βρούμε καύσιμα. Για να μην προσθέσουμε και τις επικοινωνίες…

Το να πεις «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε» είναι κάτι το σχεδόν αυτονόητο και ως ένα βαθμό γίνεται με χίλιες αντιφάσεις και δυσκολίες, με κυριότερη αντίδραση τις εσωτερικές ιαχές, εδώ και απέναντι, των πολεμοκάπηλων που μάλλον βρήκαν τον θεωρητικό τους. Το να διδάσκεις όμως τα όσα διαβάσαμε με την υπογραφή Κονδύλης είναι μια άλλη συζήτηση με επιχειρήματα απίστευτης ελαφρότητας, εξωπραγματικά και σαφώς επικίνδυνα. Κυρίως που, στη συνέχεια της εργασίας του, ο κ. Κονδύλης λίγες ελπίδες αφήνει για τη χώρα, τους ανθρώπους της, το μέλλον, οικονομικό, πολιτικό, ευρωπαϊκό. Θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Ας ελπίσουμε πάντως ότι ο καλός διανοητής δεν θα βρεθεί αξιωματούχος της παλλαϊκής άμυνας σε συνοριακή περιοχή…

Το ΒΗΜΑ, 23/11/1997 , Σελ.: B04

 

Ο πόλεμος και τα «λεβέντικα γιουρούσια»

Ο Π. Κονδύλης απαντά στον Ρ. Σωμερίτη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 30 Νοεμβρίου 1997

Στο λιβελογράφημα που μου αφιέρωσε ο Ρ. Σωμερίτης («Το Βήμα», 28.11) έκανε δύο ατοπήματα που ακόμη και στη ­ ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα ­ Ελλάδα μας θα έπρεπε να θεωρούνται βαρύτατα: παρεβίασε τον κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων και μίλησε από καθέδρας για πράγματα για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Τον ευχαριστώ ωστόσο γιατί με αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντας και τον πικραμένο να γελάσει. Επειδή τα υφολογικά του επιτεύγματα τα απήλαυσαν, όπως μαθαίνω, πολλοί αναγνώστες, δεν χρειάζεται να τα σχολιάσω. Αλλά έχω την υποχρέωση απέναντι στο κοινό μας να αναλύσω λεπτομερέστερα τα ατοπήματά του.

1 Ο κώδικας τιμής σε μια συζήτηση επιβάλλει να αποδίδονται τα επιχειρήματα κάθε πλευράς χωρίς πλαστογραφίες και αφού καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για την κατανόησή τους και την ένταξή τους στο πλαίσιο όπου ανήκουν. Ο Ρ.Σ. στήριξε την πολεμική του σε μια ξεκομμένη προδημοσίευση («Το Βήμα», 9.11), όπου συνοψίζονται οι τέσσερις στρατηγικές προϋποθέσεις για μιαν ελληνική νίκη σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου. Η ανάλυση αυτή δεν λέει ότι η Ελλάδα οφείλει να κάνει πόλεμο, αλλά ΤΙ θα όφειλε να κάνει ΑΝ γινόταν πόλεμος. Προφανώς ο Ρ.Σ. δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες λογικές διακρίσεις. Αλλά την επομένη κιόλας κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου», και όποιος ενδιαφέρεται να κατανοήσει και όχι να υβρίσει, θα μπορούσε να το ανοίξει και να διαβάσει τα συμφραζόμενα. Εδώ λέγεται σαφώς ότι τις στρατηγικές προϋποθέσεις μιας νίκης η Ελλάδα δεν τις συγκεντρώνει σήμερα και ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος θα οδηγούσε σε ελληνική συντριβή (τη λέξη «συντριβή» τη χρησιμοποιώ στη σ. 410). Παραθέτω προς χάριν του αναγνώστη την περικοπή που ακολουθεί αμέσως το κείμενο της προδημοσίευσης:

«Στα παραπάνω τέσσερα σημεία συνοψίσαμε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέμε ότι είναι σε θέση να το κάμει ή ότι θα το κάμει· λέμε μόνον ότι, ΑΝ το πετύχει, μπορεί να το πετύχει υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις και μόνο. Με τη σειρά τους, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγματα, δηλαδή ορισμένο στρατιωτικό δυναμικό, ορισμένη δύναμη πυρός και ορισμένη δόμηση των ενόπλων δυνάμεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάμεων δεν έχει καμιάν αξία, όταν οι δυνάμεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγμα επίσης δεν αποφέρει μεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις μ’ ένα κυνηγετικό όπλο ­ γι’ αυτό άλλωστε και η υπογράμμιση της στρατηγικής σημασίας του πρώτου πλήγματος διόλου δεν εμπεριέχει κάποιαν έμμεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεμο από λεβεντιά και στα καλά καθούμενα· σημαίνει μόνον ότι, ΑΝ ένας εμπόλεμος διαθέτει επαρκή μέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγμα, πρέπει να τα χρησιμοποιήσει, εφ’ όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεμο με δεδομένες τις σύγχρονες και υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Αφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναμικό, τίθεται το ερώτημα σε ποιαν κατάσταση βρίσκεται σήμερα η ελληνική πλευρά… Στα ερωτήματα αυτά η απάντηση σήμερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή μέσα αποτροπής, εάν ορίσουμε την αποτροπή ­ όπως οφείλουμε να την ορίσουμε ­ ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγμα και να παραλύσεις για μακρό χρονικό διάστημα τον εχθρό» («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398-399).

2 Ηδη το παράθεμα αυτό καταρρίπτει τη μομφή ότι προτρέπω σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας: πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάμω, όταν ο ίδιος προβλέπω ότι με τον σημερινό συσχετισμό δυνάμεων η Ελλάδα θα συντριβεί; Ο Ρ.Σ. άντλησε τη μομφή αυτή από τη συζήτησή μου για την αποφασιστική σημασία του πρώτου πλήγματος. Και ακριβώς στο σημείο αυτό καταφαίνεται η χονδροειδής του άγνοια σε ζητήματα στρατηγικής, η οποία δυστυχώς συνοδεύεται από την ανικανότητά του να καταλαβαίνει τι διαβάζει. Ας υπενθυμίσω πρώτα πρώτα ότι το πρόβλημα του πρώτου πλήγματος βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής συζήτησης από την εποχή της εφεύρεσης των βαλλιστικών πυραύλων, ιδιαίτερα όμως από το 1967, όταν οι Ισραηλινοί, ακριβώς χάρη σ’ ένα αριστοτεχνικό πρώτο πλήγμα, κέρδισαν τον Πόλεμο των Εξι Ημερών. Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται από πανεπιστημιακούς αργόσχολους, όπως φαντάζεται ο δημοσιογραφικώς πολυάσχολος Ρ.Σ., αλλά στα κέντρα λήψεως των ουσιαστικών πολιτικοστρατιωτικών αποφάσεων. Ισως ο Ρ.Σ. άκουσε μόλις τώρα να γίνεται λόγος για τέτοια πράγματα και γι’ αυτό τρόμαξε. Ας είναι όμως βέβαιος ότι το ζήτημα τούτο έχει εκ των πραγμάτων απόλυτη προτεραιότητα για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς τόσο του τουρκικού όσο και του ελληνικού Γενικού Επιτελείου. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτό ποτέ δεν μπορεί να δηλωθεί δημόσια από καμιά ηγεσία.

Καθώς διευκρινίζεται στο παραπάνω παράθεμα, το πρώτο πλήγμα δεν έχει καμία σχέση με λεβέντικα γιουρούσια. Είναι ζήτημα που το θέτει ­ δυστυχώς ­ η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Η δύναμη, η ακρίβεια και η ταχύτητα του πυρός έχουν αυξηθεί σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εναρκτήρια φάση του πολέμου ­ σε αντίθεση με την αθώα εποχή του: «Οι κκ. Αγγλοι ας πυροβολήσουν πρώτοι» ­ έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία, όπως πλέον γνωρίζει κάθε πρωτοετής μιας στρατιωτικής σχολής. Γιατί το πρώτο (μαζικό) πλήγμα στις πρώτες ώρες ενός εκτεχνικευμένου πολέμου σκοπεύει να αχρηστεύσει μεταξύ άλλων τα πληροφορικά και επικοινωνιακά κέντρα, χωρίς τα οποία η συνεκτική στρατηγική χρήση των νεότατων οπλικών συστημάτων είναι αδύνατη. Οποιος υποστεί στην εναρκτήρια φάση τέτοιες απώλειες, δεν έχει σοβαρές πιθανότητες ανάκαμψης. Ο Ρ.Σ. μας λέει ότι αν μας επιτεθούν πρώτοι οι Τούρκοι, τότε, και μόνον τότε, «εμείς θα πολεμήσουμε». Τον πληροφορώ ότι μερικές ώρες αφού η, ισχυρότατη σήμερα, τουρκική δύναμη πυρός καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα εναντίον των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δεν θα υπάρχει κανείς και τίποτε για να πολεμήσει. Ετσι θα εκλείψει αυτόματα και ο παράγοντας με τον οποίο ο Ρ.Σ. νομίζει ότι θα εκφοβίσει τους Τούρκους: ότι ένας πόλεμος θα στοιχίσει και σ’ αυτούς μεγάλες απώλειες. Γιατί κεντρικός σκοπός του αποφασιστικού πρώτου πλήγματος είναι ακριβώς να ελαχιστοποιήσεις τις απώλειές σου. Ακριβώς όποιος θέλει να αποφύγει μεγάλες απώλειες καταφεύγει στο πρώτο πλήγμα. Και αν περιμένεις να το δεχθείς, είναι προτιμότερο, για να γλιτώνεις και τα περιττά έξοδα, τα στείλεις από τώρα τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες στα σπίτια τους.

3 Σημαίνουν όλα αυτά ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα χωρίς να υπάρχει casus belli; Κάθε άλλο. Σήμερα δεν μπορεί να το κάμει έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν έχει τα μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι τα είχε. Στην περίπτωση αυτή θα όφειλε να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα μόνο αν είχε πιεστικούς λόγους να πιστεύει ότι επίκειται ένα μαζικό πρώτο πλήγμα του εχθρού. Διότι ασφαλώς δεν είναι το κάθε θερμό επεισόδιο καταλύτης ενός γενικευμένου πολέμου ­ και η γενίκευση ενός τοπικού θερμού επεισοδίου είναι ανόητη, αν είσαι ο πιο αδύνατος, όπως έτσι κι αλλιώς θα είναι πάντοτε η Ελλάδα έναντι της Τουρκίας. Το αν επίκειται γενικός πόλεμος ή όχι είναι θέμα στάθμισης της συγκεκριμένης κατάστασης, και η στάθμιση αυτή απαιτεί ύψιστη ευαισθησία και ευθυκρισία. Γι’ αυτό άλλωστε η δουλειά της υπεύθυνης ηγεσίας σε κρίσιμες ώρες είναι τόσο δύσκολη ­ τόσο δυσκολότερη από την ανέξοδη δημοσιογραφική ρητορεία.

Οπως τονίζω στο βιβλίο μου, η δυνατότητα να καταφέρεις το πρώτο πλήγμα δεν είναι μέσο επίθεσης, αλλά (για την πιο αδύνατη Ελλάδα) μέσο αποτροπής. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση: το πρώτο πλήγμα δεν είναι παρά η προσπάθεια να χτυπήσεις στον αέρα ένα χέρι που πάει να σε μαχαιρώσει (Αλήθεια: αν κάποιος ριχνόταν στον Ρ.Σ. με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχτεί τη μαχαιριά; Μήπως θα περίμενε να τη δεχτεί πρώτα, φοβούμενος ότι θα τον πουν πολεμοκάπηλο; Αλλά πώς θα ήξερε ότι, έχοντας δεχτεί τη μαχαιριά, θα διέθετε κατόπιν αρκετή δύναμη για να αμυνθεί;). Ο εχθρός αποτρέπεται μόνο όταν γνωρίζει ότι έχεις τη δυνατότητα αυτή, ενώ αν γνωρίζει ότι δεν την έχεις ­ όπως το γνωρίζει από καιρό η Τουρκία για μας ­ αυξάνει την πίεσή του όχι απλώς στο στρατιωτικό, αλλά και στο διπλωματικό πεδίο. Κανείς δεν είναι τόσο ανόητος ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη. Αλλά υπάρχουν πολλοί ανόητοι που αρνούνται να δουν τη στενότατη συνάφεια ανάμεσα σε διπλωματική διευθέτηση και στρατιωτική αποτροπή. Τη φύση της τελευταίας δεν την καθορίζουν όμως οι επιθυμίες μας αλλά η φύση των σύγχρονων οπλικών συστημάτων, που υπακούουν στη λογική του πρώτου πλήγματος.

4 Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί κοινοτοπία για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη εξοικείωση με τη σύγχρονη στρατηγική. Σε μια χώρα όπου αναγκάζεται να εξηγήσει κανείς κοινοτοπίες, το επίπεδο των συζητήσεων και των προβληματισμών είναι προφανώς πολύ χαμηλό. Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μια μεγάλη και νηφάλια συζήτηση για προβλήματα στρατηγικής. Η έλλειψή της είναι μια πρόσθετη ένδειξη του αυχμηρού πνευματικού μας επαρχιωτισμού και της ανικανότητάς μας για πειθαρχημένη λογική σκέψη, που νομίζουμε ότι την ξεπερνάμε αναμασώντας κούφιες παρόλες ­ είτε εθνικιστικές είτε ειρηνιστικές και οικουμενιστικές. Το πλάτος και το βάθος των αντίστοιχων συζητήσεων στην Αγγλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία (και ας αφήσουμε τις ΗΠΑ) θα έπρεπε να μας παραδειγματίσει. Και αυτό θα συνιστούσε ουσιώδη συμβολή τόσο στον «εξευρωπαϊσμό» όσο και στην ελεύθερη και αξιοπρεπή επιβίωσή μας.

Υ.Γ. Από τους πολλούς ονειδισμούς που μου απευθύνει ο Ρ.Σ. («στρατηγός Κονδύλης ο νεότερος», «θεωρητικός των πολεμοκαπήλων», «καθηγητής») σίγουρα δεν αξίζω τον χειρότερο ίσως απ’ όλους: δεν είμαι καθηγητής.

 

Περί Πολέμου και Κονδύλη

Ο Ριχ. Σωμερίτης ανταπαντά για τη λογική του «πρώτου πλήγματος» σε ενδεχόμενη σύρραξη με την Τουρκία

ΡΙΧ.ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι φυσικά υποχρεωμένος να αναφερθώ ξανά στον κ. Κονδύλη, τόσο η απάντησή του στην κριτική που του άσκησα, και που χαρακτηρίζει «λιβελογράφημα» ενώ ο ίδιος αυτοδυσφημείται, είναι σε μερικά σημεία αποκαλυπτική και σε άλλα ανακριβής.

Διάβασα ­ και το γνωρίζει ­ ολόκληρο το «επίμετρο» του βιβλίου του. Το αναφέρω αυτό ρητά στο δημοσίευμά μου. Ποιος «κώδικας τιμής» του επιτρέπει να βεβαιώνει το αντίθετο; Οπως δεν τον γνωρίζω, θα μπορούσε να μου δώσει τα σχετικά βιβλιογραφικά στοιχεία;

Περί ήθους: θεώρησε ότι τον «έθιξα». Τα βάζει όμως συνολικά, βρίζοντάς την, με τη «ραγδαία εξευρωπαϊζόμενη και πάντα βλαχοφέρνουσα Ελλάδα», για το μέλλον της οποίας τόσο υποφέρει στη Γερμανία. Σε τι «φταίει» η έρημη για δικό μου «λάθος»; Ποιος «κώδικας τιμής» το επιτρέπει αυτό;

Επί της ουσίας: Το απόσπασμα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος μέσω του εκδότη του. Αναφέρεται στη βασική του επιλογή, που με τόσο πάθος υποστηρίζει και στην απάντησή του: ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος διότι η Τουρκία είναι επεκτατική· η γεωπολιτική μας θέση είναι κακή, συνεπώς πρέπει να επιτεθούμε πρώτοι. Στη συνέχεια, και όπως το σημείωσα,· θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Εφόσον σε αντίθεση με εμένα γνωρίζει ανάγνωση, αυτά πρέπει να τα διάβασε. Μου καταλογίζει συνεπώς ανύπαρκτη παραποίηση των απόψεών του. Να υποψιαστώ κάποιον εγωκεντρισμό ή έλλειψη εντιμότητας;

Μου προσάπτει χονδροειδή άγνοια για ζητήματα στρατηγικής. Στην ουσία βαφτίζει άγνοια την αυτονόητη καταδίκη από κάθε πολιτισμένο άνθρωπο της αρχής του προληπτικού επιθετικού πολέμου. Θαυμάζει το Ισραήλ του 1967. Αναφέρεται στον προβληματισμό που προκάλεσε η υπόθεση των βαλλιστικών πυραύλων στην Ευρώπη, που ήταν όμως ενταγμένοι στη στρατηγική ενός θερμοπυρηνικού πολέμου και τη διπλωματία αποτροπής του. Γιατί δεν αναφέρεται και στη χιτλερική στρατηγική του 1939; Δεν το γνωρίζω. Διαπιστώνω όμως ότι αναφέρεται στις αμυντικές δαπάνες μας. Θεωρεί και το νέο πρόγραμμα περίπου σαν «τίποτε». Απαιτεί την υποταγή του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας στην πολύπλευρη οργάνωση της άμυνας – επίθεσης. Θεωρεί όλους τους συμπατριώτες του «αφελείς». Αποδίδει τα πάντα στον «καταναλωτικό παρασιτισμό»· των άλλων φυσικά. Ολη του η σκέψη οδηγεί στο να μετατραπεί η Ελλάδα σε παράδεισο των εμπόρων όπλων, που κανονικά θα έπρεπε να τον ευλογούν. Και όλα τούτα με βάση το δόγμα, λες και δεν υπάρχει ανάμεσα σε πολλά άλλα και το γαλλο/γερμανικό προηγούμενο, ότι η Τουρκία είναι ανεπανόρθωτα επεκτατική, ότι οι Τούρκοι, Τούρκοι είναι και Τούρκοι θα παραμείνουν, ότι όλοι την Τουρκία στηρίζουν και εμάς κανείς. Με συνέπεια, μόνη μας ελπίδα, να είναι «μια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία (που) θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια». Δηλαδή η Ρωσία που ονειρεύεται ο Ζιρινόφσκι. Ακουσε ποτέ ο κ. Κονδύλης τι σημαίνει και για μας πανσλαβισμός; Και τι θα εσήμαινε για τους Ρώσους ένα καθεστώς Ζιρινόφσκι;

Θα παραλείψω πολλά από το «επιστημονικό» παραλήρημά του (μεταξύ άλλων, τα περί μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων δημογραφικών και οικονομικών εξελίξεων) και θα σημειώσω μόνο τα εξής: «Πράγματι, γράφει (σελ. 410-411), το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση (σ.σ.: έτσι το αποφάσισε!) και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή (επίσης έτσι το αποφάσισε!). Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον οποίο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι δεν διαθέτει τα κότσια. Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ­ ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξάγουν έναν πόλεμο».

Ολα τούτα ο κ. Κονδύλης τα θεωρεί επιστημονικά, μη «δημοσιογραφικά» (α, πα, πα, η κακιά λέξη)… και μη λιβελογραφικά. Να πιστέψουμε ότι θα μπορούσε να προτείνει και «σατιρική» εκπομπή στην τηλεόραση;

Τέλος, θα υπενθυμίσω στον παντογνώστη και εθνικώς ανησυχούντα συγγραφέα, που ήδη απέσπασε τους επαίνους του κ. Στέλιου Παπαθεμελή (και συγγνώμη στους καθηγητές που τον ανέφερα σαν συνάδελφό τους, αν και για να τους μισεί τόσο πρέπει κάποτε να τον πλήγωσαν…) ότι το 1974 το μέγα σχέδιο της Χούντας του Ιωαννίδη ήταν, σε συνδυασμό με το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική απόβαση, να επιτεθούν στη Θράκη και να φτάσουν στην Πόλη. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

 

Πολεμοκάπηλοι και αερολογούντες «εθνικιστές»

Ο Π. Κονδύλης ανταπαντά στον Ρ. Σωμερίτη για τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 1997

 

 

Η ενασχόληση με τα γραφόμενα του Ρ. Σωμερίτη δεν θα άξιζε τον κόπο αν αυτά δεν αποτύπωναν κατά τρόπο τυπικό μια πνευματική σύγχυση διάχυτη σήμερα στον τόπο μας, προπαντός σε κύκλους «προοδευτικών» διανοουμένων, και μιαν αντίστοιχη τάση φυγής μπροστά σε πραγματικότητες αμείλικτες. Αν η ωραιολογία δεν μπορεί να σβήσει τις πραγματικότητες αυτές, πολύ λιγότερο μπορεί να τις επικαλύψει η υβρεολογία του Ρ.Σ. Αν ανταπαντώ, το κάνω αποκλειστικά με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις μου θα βοηθήσουν όχι τον ίδιο αλλά τους σκεπτόμενους αναγνώστες.

1 Ο Ρ.Σ. («Το Βήμα», 7.12) επιμένει στην πλαστογράφηση των απόψεών μου και στην παραβίαση του κώδικα τιμής των ευπρεπών συζητήσεων όταν ­ παρά τις αναλυτικές διευκρινίσεις μου («Το Βήμα», 30.11) και χωρίς να υπεισέρχεται σε αυτές ­ εξακολουθεί να ταυτίζει τη στρατηγική αναγκαιότητα του πρώτου πλήγματος με την προτροπή προς επιθετικό πόλεμο. Επαναλαμβάνω: το πρώτο πλήγμα το καταφέρει ο αμυνόμενος όταν ήδη υφίσταται ο casus belli και όταν ήδη επίκειται άμεσα η επίθεση της εχθρικής πλευράς. Και επαναλαμβάνω επίσης το ερώτημα που, όπως και τόσα άλλα, άφησε αναπάντητο ο Ρ.Σ.: Αν κάποιος του ριχνόταν με ένα μαχαίρι, αυτός θα αντιδρούσε προτού ή αφού δεχθεί τη μαχαιριά; Καθώς ο Ρ.Σ. δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ζητήματα στρατηγικής (είναι τόσο ανίδεος ώστε χαρακτηρίζει τους πυραύλους που ανέπτυξε το ΝΑΤΟ στην Ευρώπη το 1984 ως «βαλλιστικούς»!!!), καταφεύγει προς αντιστάθμιση της αγνοίας του σε συκοφαντικά υπονοούμενα, παρομοιάζοντας τη στρατηγική του πρώτου πλήγματος με τους πολέμους του Χίτλερ. Ο Χίτλερ όμως δεν αμύνθηκε με ένα πρώτο πλήγμα εναντίον δυνάμεων που απειλούσαν τη Γερμανία, αλλά έκανε ο ίδιος επιθετικό πόλεμο. Τον ρόλο του Χίτλερ ­ αν επιτρέπονται εδώ οι παραλληλισμοί ­ δεν τον παίζει η Ελλάδα αλλά η Τουρκία. Μήπως ο κ. Τσοχατζόπουλος, που ορθά το επεσήμανε αυτό, είναι κατά τον Ρ.Σ. πολεμοκάπηλος;

2Για δεύτερη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου όταν λέει ότι θεωρώ τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αναπόφευκτο. Κάθε άλλο. Οι αναλύσεις μου υποδεικνύουν τι θα όφειλε να κάμει η ελληνική πλευρά ΑΝ γινόταν πόλεμος, διόλου δεν ισχυρίζονται ότι ΘΑ γίνει πόλεμος. Κάθε Γενικό Επιτελείο ­ και το ελληνικό ­ έχει στα συρτάρια του σχέδια πολέμου. Σημαίνει αυτό ότι θεωρεί τον πόλεμο επιθυμητό ή αναπόδραστο; Κατά την εκτίμησή μου, η πιθανότερη εξέλιξη στο προβλεπτό μέλλον δεν είναι ο πόλεμος αλλά η περαιτέρω γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδας και η βαθμιαία μετατροπή της σε γεωπολιτικό δορυφόρο της Τουρκίας (με τη βοήθεια των ΗΠΑ και της «Ευρώπης»). Η πρόβλεψή μου αυτή αιτιολογείται λεπτομερώς στο βιβλίο μου «Θεωρία του Πολέμου».

3Για τρίτη φορά ο Ρ.Σ. πλαστογραφεί τις απόψεις μου λέγοντας ότι θεωρώ τον πόλεμο αναπότρεπτο επειδή «οι Τούρκοι παραμένουν Τούρκοι». Στο κείμενο, που ισχυρίζεται ότι διάβασε ο Ρ.Σ., τονίζεται επανειλημμένα ότι η διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας δεν έχει καμία σχέση με φυλετικούς και πολιτισμικούς παράγοντες ­ όπως διατείνονται αερολογούντες έλληνες «εθνικιστές» ­ αλλά οφείλεται αποκλειστικά στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Ρητά και συχνά επικρίνω όσους στηρίζουν την πολιτική τους επιχειρηματολογία στη θέση ότι η Τουρκία είναι «οθωμανική», «βάρβαρη» κλπ. Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα («Θεωρία του Πολέμου», σ. 398).

4 Ο Ρ.Σ. μού προσάπτει ότι υπερασπίζω τα προγράμματα των εξοπλισμών και επομένως τους εμπόρους όπλων κλπ. Ο ίδιος όμως δήλωσε («Το Βήμα», 23.11) ότι, αν οι Τούρκοι επιτεθούν, τότε «όλοι μας θα πολεμήσουμε». Τον ερωτώ: Με ποια όπλα προτίθεται να πολεμήσει; Με ανεπαρκή και απαρχαιωμένα; Οποιος τάσσεται εναντίον του εκσυγχρονισμού των ενόπλων δυνάμεων ουσιαστικά ζητεί την κατάργησή τους. Γιατί είτε ανεπαρκή οπλισμό έχει ένας στρατός είτε μια χώρα είναι άοπλη, πρακτικά σημαίνει το ίδιο πράγμα. Αφού ο Ρ.Σ. δεν μπορεί να καταλάβει όσα γράφω εγώ, ας διάβαζε τουλάχιστον όσα σαφέστατα έγραψε σε παραπλήσια στήλη ο κ. Πλωρίτης για το ζήτημα των εξοπλισμών («Το Βήμα», 7.12). Απ’ όσα γνωρίζω, ο κ. Πλωρίτης δεν είναι ούτε σοβινιστής ούτε έμπορος όπλων. Είναι όμως προφανέστατα κατά πολύ οξυδερκέστερος του Ρ.Σ.

5Ως αδιάσειστο επιχείρημα για τον «εθνικιστικό» χαρακτήρα των θέσεών μου ο Ρ.Σ. αναφέρει ότι τις επιδοκίμασε ο κ. Παπαθεμελής. Εχω την αίσθηση ότι το εγκώμιο του κ. Παπαθεμελή δεν θα ήταν τόσο ανεπιφύλακτο αν υπεισερχόταν στα όσα γράφω για τα κεφαλαιώδη σφάλματα των «εθνικιστών» στον χειρισμό του Μακεδονικού. Αν τα διάβασε αυτά και, παρά τη διαφωνία του μαζί μου, επαινεί το βιβλίο μου, οφείλω να του αναγνωρίσω πνευματική ανωτερότητα και ιπποτισμό που ασφαλώς στερείται ο Ρ.Σ. Και αν ο Ρ.Σ. μού ζητεί να βγάλω τα συμπεράσματά μου από το γεγονός ότι με επαινεί ο κ. Παπαθεμελής, από την πλευρά μου του ζητώ να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα από τον τρόπο με τον οποίο ο αθηναϊκός Τύπος σχολίασε την αντιπαράθεση Σωμερίτη – Κονδύλη. Παραθέτω κατά χρονολογική σειρά: «Η υψηλή ποιότητα του βιβλίου δεν προσφέρεται βεβαίως για αστειάκια και ευτελή ειρωνικά σχόλια από την πλευρά εκείνων που (δικαίωμά τους) μπορεί να διαφωνούν με το πνεύμα με το οποίο ο Π. Κονδύλης προσεγγίζει το θέμα του. Το βιβλίο μπορεί να αντιμετωπισθεί έτσι μόνο από εκείνους που είναι παγιδευμένοι σε δογματικές απόψεις ή από εκείνους που προχειρολογούν εξ ανάγκης μη έχοντας τη δυνατότητα να αναπτύξουν ουσιαστικά επιχειρήματα απέναντι σε μια σοβαρή εργασία, το βάρος της οποίας τους ξεπερνά κατά πολύ» («Η Καθημερινή», 27.11). «Ψύλλος εναντίον ελέφαντα, βέβαια, αλλά μια και τα εκδοτικά ήθη επιβάλλουν απάντηση, ο κ. Ρ. Σωμερίτης μάλλον θα μπορέσει να προσθέσει στο βιογραφικό του ότι έτυχε της προσοχής του Παναγιώτη Κονδύλη» («Το Παρόν», 30.11). «Ο Παναγιώτης Κονδύλης, καίριος και δηκτικός, αποφλοιώνει και κεραυνοβολεί. Ε, κάποτε έρχεται ο καιρός και αποδίδεται πραγματικά, δίχως ψιμύθια και φήμη δανεική, το πρόσωπο όλων ημών των δημοσιολογούντων» («Ελευθεροτυπία», 1.12).

Το άχαρο αυτό θέμα κλείνει εδώ. Ελπίζω τώρα να ανοίξει μια γονιμότερη συζήτηση. Αν η αναζήτηση μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής καταπνιγεί από παροξυσμούς εθνικιστικής ή ειρηνιστικής υστερίας, τότε σίγουρα το μέλλον του τόπου μας δεν προδιαγράφεται ευοίωνο.

 

Ο Ριχ. Σωμερίτης απαντά για τρίτη (και τελευταία) φορά στον Π. Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

Τι θα θυσιάσουμε στον βωμό της πολεμικής μηχανής;

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ | Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 1997

Είμαι ηθικά υποχρεωμένος για τρίτη και ύστατη φορά να αναφερθώ στον κ. Κονδύλη. Αρχίζω με μια υπενθύμιση. Σύμφωνα με αυτόν (που κάποιος τον χαρακτήρισε «νηφάλιο»!!) «το σημερινό δίλημμα (της χώρας) είναι αντικειμενικά και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη (με την Τουρκία) σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή». Γιατί; Ουσιαστικά, διότι έτσι το αποφάσισε. Με απόλυτο τρόπο για την ειρήνη. Με λιγότερο απόλυτο για τον πόλεμο: η καθυπόταξη των πάντων στις πολεμικές δαπάνες διαμέσου μιας οικονομίας που θα τις εξυπηρετούσε και συνεπώς η κατάργηση του «καταναλωτικού ευδαιμονισμού» θα επέτρεπε ίσως τη σωτηρία. Γεωπολιτικά η Τουρκία υπερτερεί από κάθε άποψη. Μας απομένει η προετοιμασία της δυνατότητας του «πρώτου πλήγματος» και των «κερδών» που αποφέρει, γνωρίζοντας ότι πρέπει να θυσιάσουμε τότε σημαντικά εδάφη (νησιά και ενδεχομένως την Κύπρο) για να εξασφαλίσουμε όμως εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία και καταστρέφοντας σε σημαντικό βαθμό τον κεντρικό όγκο της πολεμικής μηχανής του εχθρού. Ομως, τα χάλια μας είναι τέτοια (λαού και ηγεσίας) που σύμφωνα με τον κ. Κονδύλη «βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας».

Οποιος δεν συμμερίζεται αυτές τις «υπεύθυνες», «επιστημονικές» και «σοβαρές» απόψεις, είναι κατά τον κ. Κονδύλη αγράμματος και αφελής. Εξάλλου, όπως το σημείωσε, η Ελλάδα είναι «βλαχοφέρνουσα» γενικώς. Η υποψία ότι ευθύνη σημαίνει να γράφεις πράγματα που αν είχες εξουσία θα μπορούσες να προωθήσεις δεν φαίνεται να τον αγγίζει. Προφανώς, ο αυτονόητος αυτός κανόνας δεν περιλαμβάνεται στους «κώδικες» που κατασκευάζει και αναφέρει όταν δεν έχει άλλο επιχείρημα, μεταξύ μιας βρισιάς και μιας έκφρασης επηρμένης εγωπάθειας. Ποιος όμως θα ψήφιζε Κονδύλη αν ζητούσε εξουσία για να προωθήσει τις προτάσεις του, γνωρίζοντας ότι, με δέλεαρ ένα στοίχημα που μπορεί να χαθεί, οδηγούν σε πένθη, καταστροφές και χαμένες πατρίδες αποσπασμένες από τον σημερινό εθνικό γεωγραφικό κορμό;

Οταν ο θαυμάσιος επιστήμονας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα περί πρώτου πλήγματος που δεν είναι επίθεση αλλά άμυνα, χρησιμοποιεί για να πείσει παραδείγματα υποκόσμου που φαίνεται ότι γνωρίζει αλλά που προσωπικά δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να με απασχολήσουν: αν κάποιος μου ριχνόταν με ένα μαχαίρι, τι θα έκανα· δεν θα χτύπαγα πρώτος; Προσθέτει τα περί «casus belli», προφανώς … αυτοκαθοριζόμενο ή τα περί «επικείμενης επίθεσης» (σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες;) οπότε προλαβαίνεις και χτυπάς πρώτος και να που το πρώτο σου πλήγμα δεν είναι επίθεση είναι άμυνα. Υπενθύμιση, διότι προφανώς δεν το θυμάται ο κ. «ειδικός»: Το κόλπο το έπαιξε και ο Χίτλερ.

2. Ισχυρίζεται (και ένας – δυο τον πίστεψαν διαβάζοντας την ξεκάρφωτη και στη συνέχεια ανατρεπόμενη παράθεση κειμένου που περιέλαβε στην πρώτη απάντησή του) ότι «πλαστογραφώ τις απόψεις του» όταν λέω ότι θεωρεί τον ελληνοτουρκικό πόλεμο αναπόφευκτο. Την απάντηση την ανθολογώ από τον μπαχτσέ του: «ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία» (σελ. 398)· «Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεών τους, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο» (σελ. 406)· «Στη σημερινή Τουρκία δρουν αχαλίνωτες στοιχειακές δυνάμεις, που ωθούν τις εσωτερικές αντιφάσεις προς επέκταση» (σελ 386)· «Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι (σ.σ.: Ελληνες) εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας Ελλάδας είναι αγεφύρωτη…» (σελ. 404). Φτάνουν αυτά;

3. Κάθε αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει τα εξής: ότι, κακώς ίσως, δεν χρησιμοποίησα ούτε μία φορά, για τον κ. Κονδύλη, τη λέξη «εθνικιστής»· ότι σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες σημείωσα ότι θεωρεί και το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα ανεπαρκές και όχι ότι δεν πρέπει να υπάρχει εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων· ότι φρόντισε να μην αναφέρει τα ονόματα αυτών που τον επαίνεσαν σε ορισμένες εφημερίδες (ντρέπεται; και πώς αντιδρά τώρα στα νεότερα αρνητικά γι’ αυτόν δημοσιεύματα μεταξύ άλλων της «Αυγής» και της «Ελευθεροτυπίας»;)· ότι δεν απαντά σε κανένα από τα βασικά επιχειρήματα· ότι τα κείμενά μου, επιθετικά όσο και τα δικά του, δεν περιλαμβάνουν βρισιές σε πλήρη αντίθεση με τα δικά του (αλλά εφόσον ξέρει για μαχαιροβγάλτες, τίποτε το περίεργο…)· και κυρίως, ότι ο άνθρωπος αυτός, για λόγους που τον αφορούν, προσπαθεί με πάθος να πείσει ότι δεν έγραψε τα όσα έγραψε αλλά, ταυτοχρόνως, ότι τα όσα έγραψε είναι σωστά.

Συμπέρασμα: κατάλαβα γιατί βρίσκεται εκτός Πανεπιστημίου. Ετσι, τελεία και παύλα…

 

 

 

Where Am I?

You are currently browsing the διάλογοι Κονδύλη category at Π.Κονδυλης (Kondylis).