Η μετάφραση ως πολιτική

Φεβρουαρίου 6, 2012 § Σχολιάστε

του Κωστα Κουτσουρελη

Με τις ιδιότητες που συγκέντρωνε στο πρόσωπό του –του μεταφραστή, του επιμελητή, του υπεύθυνου σειράς–, ο Κονδύλης από το 1970 έως τον θάνατό του πλούτισε συστηματικά την ελληνική βιβλιογραφία. Την υπογραφή του φέρουν συνολικά 73 τίτλοι έργων τυπωμένοι σε 92, συχνά ογκώδεις, τόμους. Κάποιοι από αυτούς θα δουν το φως της δημοσιότητας ακόμη και μετά τον δικό του θάνατο. Αρκετοί από αυτούς ανατυπώθηκαν επανειλημμένα. Μόνο η σειρά της ‘‘Φιλοσοφικής και Πολιτικής Βιβλιοθήκης’’ των εκδόσεων Γνώση φτάνει τους εξήντα παρά έναν τόμους. Δώδεκα παρά έναν τίτλους περιέχει η σειρά του ‘‘Νεώτερου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού’’ της Νεφέλης, δεκαέξι τόμοι είναι μόνο οι νεανικές μεταφράσεις του Κονδύλη για λογαριασμό των εκδόσεων Κάλβος και άλλοι πέντε εκείνοι που κυκλοφόρησαν από τη Στιγμή. Αν τώρα σ’ αυτούς προστεθούν τα δεκάδες βιβλία του ίδιου του Κονδύλη στις ελληνικές και γερμανικές τους εκδόσεις, καθώς και οι δύο φιλοσοφικές ανθολογίες που επιμελήθηκε στη Γερμανία, αποκτούμε την εικόνα μιας εκδοτικής, συγγραφικής και μεταφραστικής εργασίας εντυπωσιακής με όποιο μέτρο και αν κριθεί.

Η μεταφραστική συνεισφορά του Κονδύλη δεν περιορίζεται στα βιβλία που φέρουν την υπογραφή του. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του γνωρίζουν ότι οι θεωρήσεις των μεταφράσεων που ανελάμβανε προσωπικά για τις σειρές των οποίων είχε τη διεύθυνση, ήταν εξαντλητικές, κυριολεκτικά γραμμή προς γραμμή. Εξίσου σημαντική ήταν η μετάφραση των δικών γερμανόγλωσσων έργων στην ελληνική. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η διαμόρφωση ενός κρίσιμου τμήματος της σύγχρονης φιλοσοφικής και επιστημονικής ορολογίας στη γλώσσα μας φέρει την υπογραφή του.

Παρά την έκτασή του, το μεταφραστικό και εκδοτικό έργο του Κονδύλη χαρακτηρίζεται από ορατή συνοχή. Ο Κονδύλης είναι μεταφραστής και εκδότης συστηματικός, προγραμματικός θα έλεγα, με την έννοια ότι τα βιβλία που επιμελείται εξυπηρετούν πάντοτε συγκεκριμένο μέλημα, εντάσσονται σε ορισμένο σκοπό. Παλαιότερα, μιλώντας για τον μεταφραστή Καζαντζάκη είχα αποπειραθεί τη διάκριση μεταξύ μεταφραστή επαγγελματία και μεταφραστή προγραμματικού. Θα μου επιτρέψετε να την επαναλάβω εδώ, γιατί νομίζω ότι ισχύει απολύτως και για τον Κονδύλη, τηρουμένων των αναλογιών. Επαγγελματίας μεταφραστής είναι όποιος δουλεύει κατά κανόνα με ανάθεση, την απασχόλησή του την εγγυάται η αγορά και ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Ακόμη και όταν ο ίδιος προτείνει τα βιβλία που μεταφράζει, ανυπέρθετο κίνητρό του είναι ο βιοπορισμός. Απεναντίας, ο προγραμματικός μεταφραστής, ακόμη και όταν προσδοκά αμοιβή για την δουλειά του, εργάζεται κατά βούληση, σκοπός του είναι να αποδώσει στη μητρική του γλώσσα έργα που ο ίδιος κρίνει κορυφαία και για τα οποία ενδιαφέρεται προσωπικά, είτε γιατί πιστεύει ότι συμπληρώνουν και ενισχύουν το δικό του πρωτότυπο έργο, αν είναι συγγραφέας, είτε επειδή θεωρεί ότι η μετάφρασή τους καλύπτει ένα κρίσιμο βιβλιογραφικό κενό της εθνικής του γραμματείας. Στην πρώτη υποπερίπτωση, του μεταφραστή που είναι συγχρόνως και συγγραφέας ο ίδιος και με τις μεταφράσεις του επιθυμεί να υπογραμμίσει εκλεκτικές συγγένειες και να ευχεράνει την δεξίωση του δικού του πρωτότυπου έργου, ανήκουν ασφαλώς οι μεταφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Έλιοτ του Σεφέρη ή ο Ελυάρ του Ελύτη, για παράδειγμα, καταλέγονται εδώ. Στην δεύτερη υποπερίπτωση ανήκει το μεταφραστικό έργο του Ιάκωβου Πολυλά αλλά και πολλών από τους μεταφραστές του μάχιμου δημοτικισμού, επτανησιώτη τε και αθηναίου. Ο Πολυλάς ως γνωστόν θεωρεί τις λογοτεχνικές μεταφράσεις έργα όχι «μηχανικά, αλλά καλλιτεχνικά και ικανά να συντελέσουν εις εξημέρωσιν και εξευγενισμόν της γλώσσης, και εις μόρφωσιν της καλαισθησίας, κυρίως όταν, εις την φιλολογικήν απορίαν του έθνους, σπανίζουν τα πρωτότυπα δημιουργήματα».

Τώρα είναι προφανές γιατί ο Κονδύλης είναι μεταφραστής προγραμματικός και με τις δύο αυτές έννοιες. Σημαντικό μέρος των μεταφράσεών του, και ιδίως εκείνες που συνοδεύει με εκτενή σχόλια, διευκρινίζουν, προεκτείνουν ή συμπληρώνουν το δικό του προσωπικό, θεωρητικό και ιστορικό έργο. Σ’ αυτές ανήκουν λ.χ. τα Έργα του Ν. Μακιαβέλλι (1971-72), όπου η σχεδόν διακοσιοσέλιδη εισαγωγή του μεταφραστή αποτελεί στην ουσία το πρώτο μείζον θεωρητικό του κείμενο, προδρομικό σε πολλά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Εδώ ανήκουν ασφαλώς οι μεταφράσεις του από τον Μαρξ, της Διαφοράς της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας, από τη μια, και της συλλογής κειμένων των πατέρων του ιστορικού υλισμού Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήτημα, από την άλλη. Επίσης, η Πολιτική θεολογία του Καρλ Σμιττ, που δίνει την ευκαιρία στον Κονδύλη να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Γερμανό στοχαστή, για την οποία έχουν τόσα και τόσα γραφτεί, συχνά δε με τρόπο συγκινητικά επιπόλαιο.

Στις μεταφράσεις αυτές, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλες, πιο ιδιαίτερες, όπως λ.χ. τα τέσσερα τομίδια με αποφθέγματα των Παβέζε, Λίχτενμπεργκ, Σαμφόρ και Ριβαρόλ που βγήκαν στη Γνώση. Εκεί, και ιδίως στα εισαγωγικά δοκίμια του μεταφραστή που τις συνοδεύουν, ανακαλύπτουμε έναν Κονδύλη ενίοτε απρόοπτο, πάει να πει εκφραστικά προσωπικότερο, που χωρίς να αποστρέφει το βλέμμα του από τις γενικές κινήσεις των ιδεών, ξέρει να το προσηλώνει στις στιγμές του ιδίου βίου, με αφορμή πάντα τον αποφθεγματικό λόγο των άλλων. Ιδίως η Εισαγωγή του στον Παβέζε είναι κατά τη γνώμη μου κείμενο όχι βεβαίως εξομολογητικό, όπως ξέρουμε δεν αγαπούσε τον υποκειμενισμό, αλλά πάντως εμμέσως δηλωτικό και για τον ίδιο και τις δικές του βιοτικές επιλογές. Με μια κάποια ελευθερία θα μιλούσα για ένα κείμενο στραμμένο, διά της τεθλασμένης έστω, εις εαυτόν, με στωικό ενίοτε υπόβαθρο. Να προσθέσω ότι και τα αποφθέγματα που ο Κονδύλης έγραψε την ίδια πάνω κάτω περίοδο έχουν πιθανώς την αφετηρία της εμπνεύσεώς τους στα βιβλία αυτά, και προοιωνίζονται έναν συγγραφέα που αν το μέλλον ήταν ευμενέστερο, θα μας επιφύλασσε ίσως εκπλήξεις.

Προγραμματικός μεταφραστής είναι όμως ο Κονδύλης προπάντων με την άλλη έννοια, εκείνη της συστηματικής προσπάθειας να καλύψει με τις εκδοτικές του επιλογές κρίσιμα βιβλιογραφικά κενά της φιλοσοφικής μας γραμματείας. Και είναι αυτή η πλευρά του έργου του, που έχω πρωτίστως υπόψη μου όταν κάνω λόγο για την μετάφραση ως πολιτική.

Εξηγούμαι. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο δημόσιος λόγος περί μεταφράσεως συνήθως μένει εμπράγματα μετέωρος, αιωρείται στη σφαίρα ενός ευγενούς πλην επιπόλαιου ιδεαλισμού. Έτσι περισσεύουν οι αναφορές στη μετάφραση ως μέσο διαλόγου, τόπο διαπολιτισμικής επαφής, αλληλοκατανόησης, αμοιβαίας προσέγγισης κ.τ.τ.

Στην πράξη, η κατάσταση έχει βεβαίως αλλιώς. Ακόμη και στο εσωτερικό του Δυτικού κόσμου, η σχέση μεταξύ των επιμέρους γλωσσών, άρα και ο σχετισμός των γραμματειών τους και οι μεταφραστικές συναλλαγές μεταξύ τους, είναι ως επί το πλείστον ριζικά ανισοβαρείς, εξ αντικειμένου ανισότιμες. Προκειμένου για μια ήσσονος εμβέλειας γλώσσα, όπως η νέα ελληνική, η μετάφραση είναι βεβαίως οδός επικοινωνίας με την αλλοδαπή, ωστόσο δεν αποτελεί μυστικό ότι η οδός αυτή είναι μονοδρομημένη, χρησιμεύει σχεδόν αποκλειστικά ως πόρος εισαγωγής, σπανίως δε ως μέσο εξαγωγής αγαθών, εδώ γραπτών και κειμένων. Η ανισοτιμία αυτή δηλώνεται στατιστικά ήδη στο ποσοστό των μεταφραζόμενων κατ’ έτος βιβλίων στην ελληνική, που συχνά πλησιάζει ή αγγίζει το 50% του συνόλου των εκδιδόμενων τίτλων. Προς σύγκριση: το αντίστοιχο ποσοστό σε γλώσσες όπως η γερμανική ή η γαλλική κυμαίνεται γύρω στο 20% ενώ σε χώρες όπως η Βρεταννία ή οι ΗΠΑ τα μεταφραζόμενα βιβλία είναι μόλις το 4% ή το 2% του συνόλου αντίστοιχα. Αν προσθέσει κανείς το γεγονός ότι τα μεταφραζόμενα έργα στην ελληνική, κατά τα δύο τους τρίτα τουλάχιστον, προέρχονται από τα αγγλικά, αποκτά εικόνα της ριζικής ανισοτιμίας για την οποία μιλήσαμε. Ως γνωστόν, της εξάρτησης από την αγγλική είχε προηγηθεί κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι το 1950 περίπου η εξάρτηση της ελληνικής βιβλιαγοράς από την γαλλική γλώσσα.

Προφανώς το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό. Μαζί με τον όγκο του ξενόγλωσσου υλικού, μια χώρα όπως η νεώτερη Ελλάδα εισάγει επίσης μαζικώς και ανεξέλεγκτα, θέματα και μοτίβα, έννοιες και όρους, μεθόδους και τρόπους του σκέπτεσθαι. Και καθώς δεν διαθέτει αυτοφυή δική της σύγχρονη φιλοσοφική παράδοση ικανή να φιλτράρει τις εισροές, η ποσοτική πλημμυρίδα εύκολα μεταπίπτει σε παθητική κατανάλωση θεωριών και ιδεολογημάτων του συρμού, αν όχι στον χύδην πιθηκισμό. Η πρόσκαιρη και ενθουσιώδης υποδοχή τρίτης και τέταρτης ποιότητας φιλοσοφημάτων από τους ημεδαπούς διανοουμένους είναι ασθένεια περίπου ενδημική. Αρκεί να αναλογιστούμε λ.χ. τις ιδεολογικές μόδες της μεταπολίτευσης και την προβολή ορισμένων από τους κατ’ επάγγελμα εισαγωγείς τους. Ως ιστορικός των ιδεών ο Κονδύλης είχε επισημάνει το φαινόμενο στο παράδειγμα του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο ομότιτλο βιβλίο του είχε δείξει ότι οι φιλοσοφικές ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού μετακενώθηκαν στην Ελλάδα ατελώς, αβαθώς και αποσπασματικά, και ότι οι εγχώριοι οπαδοί τους δεν κατόρθωσαν να συνεισφέρουν κάτι ουσιώδες στην ανάπτυξή τους.

Το ότι επί δυόμισι αιώνες, η χώρα δεν διέθετε μεταφρασμένο στη γλώσσα της το Πνεύμα των Νόμων του Μοντεσκιέ φέρ’ ειπείν, έως το 1994 δηλαδή όταν ο Κονδύλης το μετέφρασε από κοινού με τον Κωστή Παπαγιώργη για τη ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, δείχνει πολλά για τις προτεραιότητες και τις προτιμήσεις αλλά και για το χαμηλό επίπεδο των φιλοσοφικών αναγκών μας. Η κραυγαλέα απουσία από την ελληνική βιβλιαγορά τόσων και τόσων έργων σταθμών της δυτικής σκέψης, την οποία επισημαίνει και πάλι ο Κονδύλης δηκτικά, και η απρόοπτη διάδοση και επιτυχία κάποιων άλλων, αμφίβολης ποιότητας, φωτίζει με τη σειρά της από άλλη οπτική γωνία το πρόβλημα.

Μολονότι ο πειρασμός είναι μεγάλος, δεν θα επιχειρήσω να εφαρμόσω την κονδυλική έννοια της ισχύος στα μεταφραστικά μας πράγματα. Ούτε θα σταθώ στη φαιδρή –το λιγότερο– απόπειρα βαρύγδουπων κρατικών οργανισμών όπως το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου να αντισταθμίσουν το έλλειμμα με τη συμμετοχή σε φαντασμαγορικές Διεθνείς Εκθέσεις και επαρχιώτικα πανηγύρια. Θυμηθείτε εδώ τα 10.000.000 ευρώ που καταδαπανήθηκαν το 2001 για την Έκθεση της Φρανκφούρτης, και το πόσο έπιασαν τόπο. Μου αρκεί προσώρας η έννοια της καχεξίας του αστικού στοιχείου στην Ελλάδα, που ο Κονδύλης επεξεργάστηκε, απότοκο της οποίας είναι η χρόνια εθνική μας υστέρηση και στο πεδίο της ανάπτυξης και της διαπάλης των ιδεών. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο νεοελληνικός πνευματικός παρασιτισμός είναι κομμάτι αναπόσπαστο του μείζονος οικονομικού και πολιτικού μας παρασιτισμού, που στην πιο απτή του μορφή σήμερα αντικατοπτρίζεται στον τερατώδη όγκο του εξωτερικού μας χρέους.

Ως προγραμματικός μεταφραστής ο Κονδύλης μας υπέδειξε έναν άλλο δρόμο. Με τα βιβλία και τους συγγραφείς που εξελλήνισε πρώτα απ’ όλα. Αλλά και με την ανεξάρτητη και κριτική στάση του απέναντί τους. Γιατί δεν είναι μόνο τα μείζονα έργα του Χομπς, του Λοκ, του Μάνχαϊμ, του Ελίας, του Ραιυμόν Αρόν και τόσων άλλων που με τη δική του μεσολάβηση γνωρίσαμε. Ίση σημασία έχει να σταθούμε στην εξομολόγησή του ότι εξέδωσε ενίοτε και συγγραφείς που ο ίδιος τους θεωρούσε μάλλον ελαφρούς αλλά αντικειμενικά διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις. Τέτοιος συγγραφέας ήταν για τον Κονδύλη μετά πάσης βεβαιότητος ο Ντερριντά, πιθανότατα και ο Λυοτάρ, ενώ γνωστή είναι η γνώμη του για τον Χάιντεγγερ. Η ‘‘Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη’’, θυμίζω, φιλοξενεί έργα και των τριών.

Όπως είχα την ευκαιρία να υποστηρίξω και αλλού, μια τέτοια στάση, ανοιχτή αλλά συγχρόνως και κριτικά αδέσμευτη, προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία και πνεύμα απαλλαγμένο από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξού και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, όχι όμως προσπερνώντας ή αποσιωπώντας τις ιδέες τους αλλά προβάλλοντας και συζητώντας τες ευθαρσώς.

Αυτή τη στάση και αυτή την ανεξαρτησία έχω κατά νου επομένως όταν σας μιλώ για μια ‘‘πολιτική της μετάφρασης’’ που προκύπτει από το παράδειγμα του Κονδύλη. Και μια τέτοια στάση θα φανταζόμουν ως βάση μιας θεσμικής παρέμβασης στα μεταφραστικά μας πράγματα, αν αυτή ποτέ θεωρηθεί αναγκαία. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό. Παρά τα πρωτοφανή ποσά που επενδύθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής, συχνά μάλιστα στο όνομα της φιλαναγνωσίας, η χώρα ώς σήμερα εξακολουθεί να μη διαθέτει σύγχρονη Εθνική Βιβλιοθήκη και βιβλιογραφική υπηρεσία. Εξακολουθεί να μη διαθέτει ικανές τον αριθμό σχολικές, δημοτικές και δανειστικές βιβλιοθήκες, και όσες τυχόν υπάρχουν διατρέχουν τον κίνδυνο να κλείσουν. Εξακολουθεί να μη διαθέτει επιστημονικές εκδόσεις των κρίσιμων κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας και αξιόπιστες μεταφράσεις τους στις πλέον διαδεδομένες ξένες γλώσσες, κ.ο.κ. Με αυτή την έννοια, η αισιοδοξία για τα μεταφραστικά μας πράγματα μού φαίνεται τουλάχιστον πρόωρη.

ΠΗΓΗ: Πρώτη δημοσίευση oμιλίας που εκφωνήθηκε στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών, 21 Νοεμβρίου 2011.

Advertisements

Tagged:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

What’s this?

You are currently reading Η μετάφραση ως πολιτική at Π.Κονδυλης (Kondylis).

meta

Αρέσει σε %d bloggers: