Δύο αναγνώσεις του Θουκυδίδη

Ιανουαρίου 7, 2012 § 10 Σχόλια

Ο Κ. Κουτσουρελης αντιπαραβαλλει (2006) τις αποψεις των Κ. Παπαϊωαννου και Π. Κονδύλη για το Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, το γνωστό επεισόδιο του Πελοποννησιακού Πολέμου:

Αποσπάσματα

«[…] ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ σελίδες του Θουκυδίδη που προσφέρονται ιδιαίτερα για να μετρήσουμε την απόσταση που χωρίζει τους δύο στοχαστές. Πρόκειται για τον περίφημο Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, τον οποίο σχολιάζουν αμφότεροι: ο μεν Κώστας Παπαϊωάννου στο βιβλίο του Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, που πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γαλλία το 1972, ο δε Παναγιώτης Κονδύλης στον πρόλογο της ανθολογίας Ο φιλόσοφος και η ισχύς, την οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε στην Γερμανία είκοσι χρόνια αργότερα, το 1992.

Στα μάτια του Παπαϊωάννου, ο διάλογος αυτός είναι «η τελευταία αισχύλεια τραγωδία που μας κληροδότησε η κλασική εποχή» και μας παρέχει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε «σε ποιο βαθμό μηδενισμού είχε φτάσει η δίψα των Αθηναίων για την απόκτηση ισχύος». Ο «στυγνός ρεαλισμός» που κηρύσσουν οι Αθηναίοι και ο οποίος δεν γνωρίζει άλλη οδό παρά την άνευ όρων υποταγή των Μηλίων ή την ανελεή εξολόθρευσή τους, είναι για τον Παπαϊώαννου σημείο δηλωτικό της κατάρρευσης των κλασσικών αθηναϊκών ιδεωδών της εποχής του Σόλωνα και του Αισχύλου.

Το έστι δίκης οφθαλμός, η κλασσική ελληνική αντίληψη που έβλεπε την ανθρώπινη δικαιοσύνη ως κομμάτι αναπόσπαστο της ευρύτερης κοσμικής τάξης, καταρρέει την στιγμή κατά την οποία οι Αθηναίοι πρέσβεις διεκδικούν για λογαριασμό τους την εύνοια των θεών, και διακηρύσσουν ότι ο θείος νόμος ταυτίζεται με τον φυσικό νόμο της επικράτησης του ισχυρού επί του ασθενέστερου. Τη στιγμή αυτή, την έννοια του κλασσικού μέτρου, του εξανθρωπισμένου κόσμου της τραγωδίας, διαδέχεται η παλινδρόμηση στον κόσμο της φυσικής βίας. Για τον Παπαϊωάννου, η άλωση της νησιωτικής πολιτείας και ο επακόλουθος παραδειγματικός εξανδραποδισμός των υπερασπιστών της συνιστά «θρίαμβο της ύβρεως». Η μετέπειτα παράδοση του αθηναϊκού δήμου στον λαϊκιστικό τυχοδιωκτισμό ενός Αλκιβιάδη, η σικελική καταστροφή και η τελική ήττα της πόλης δεν είναι παρά «η τιμωρία που θα έλθει με την αμείλικτη σκληρότητα του τιμωρού πεπρωμένου».

Η ερμηνεία του Κονδύλη δεν θα μπορούσε να είναι διαμετρικότερα αντίθετη. Αν για τον Παπαϊωάννου «ο πόλεμος φέρνει στην επιφάνεια τους παλιούς δαίμονες της ύβρεως και της παραφροσύνης που ο πολιτισμός καλύπτει με έναν λεπτό υμένα», για τον Κονδύλη ο πόλεμος, και ο Θουκυδίδης ως εξηγητής της παθολογίας του, φέρνει στην επιφάνεια την πραγματική και βαθύτερη φύση των ανθρώπων, αποκαλύπτει «τι κινεί εκείνους και την ιστορία». Με τις ομιλίες των Αθηναίων κηρύκων «καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται στο άψε-σβήσε», «τα ιερά δεσμά της ηθικής και της θρησκείας καταρρακώνονται αιφνίδια». Όμως αυτό ακριβώς αποδεικνύει ότι πρόκειται για τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι για γεννήματα της φύσης.

«Το αληθινό πρόσωπο της φύσης», σημειώνει ο Κονδύλης, «είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν», «η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου». Η επίκληση της δικαιοσύνης, στην οποία προσφεύγουν οι Μήλιοι είναι ένα μοιραίο σφάλμα, η πίστη τους «στην υπερίσχυση των ηθικών κανόνων γεννά απλώς φρούδες ελπίδες» και τους «ωθεί σε απελπισμένες και αυτοκαταστροφικές ενέργειες. Η πράξη θα όφειλε να προσανατολίζεται στους κανόνες της φρόνησης, οι οποίοι πάλι πρέπει να υπηρετούν τη φυσική επιταγή της αυτοσυντήρησης. Βεβαίως», συμπληρώνει ο Κονδύλης, «η αυτοσυντήρηση έχει διαφορετικό νόημα για τον ισχυρό, ο οποίος μπορεί να διατηρήσει την ισχύ του μονάχα διευρύνοντάς την συνεχώς, και για τον αδύνατο, ο οποίος σώζεται ανταποκρινόμενος στις επιθυμίες του ισχυρότερου».

Οι δύο αυτές αντίμαχες αναγνώσεις του Θουκυδίδη αντιπροσωπεύουν με μεγάλη ακρίβεια τις διεθνώς κρατούσες σήμερα ερμηνείες του Αθηναίου ιστορικού, και για τον λόγο αυτό παραμένουν στο ακέραιο επίκαιρες. Η πρώτη από αυτές, που αντιστοιχεί στη γνώμη του Κονδύλη, πιστεύει ότι ο Θουκυδίδης δίνει δίκαιο στους Αθηναίους και άδικο στους Μηλίους για την στάση τους στη μεταξύ τους διένεξη. Η έκβαση της εκστρατείας, η κυρίευση του νησιού, το αποδεικνύει εν τοις πράγμασι. Επιπλέον, οι Αθηναίοι έχουν δίκιο και για έναν άλλο, ακόμη κρισιμότερο λόγο. Στο γενικότερο πλαίσιο της αντιπαράθεσής τους με τους Λακεδαιμόνιους, οποιαδήποτε ταλάντευσή τους στο ζήτημα της Μήλου, θα ερμηνευόταν ως έλλειψη αποφασιστικότητας και αδυναμία. Αυτή πάλι με τη σειρά της θα ενθάρρυνε την αποσκίρτηση και άλλων δυσαρεστημένων συμμάχων των Αθηνών, και θα οδηγούσε στην τελική κατάρρευση της Αθηναϊκής συμμαχίας έναντι των αντιπάλων της. Οι Αθηναίοι, συνεπώς, δεν επέλεξαν ελαφρά τη καρδία την ολοκληρωτική εξόντωση των αδύναμων νησιωτών, ήταν οι ζωτικές ανάγκες του πόλεμου, εν ολίγοις η δική τους επιβίωση, που τους την επέβαλαν.

Αντιρρητική προς αυτήν την γνώμη, η άλλη κύρια ερμηνεία του διαλόγου, εντάσσει τα γεγονότα της Μήλου στο ευρύτερο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Έτσι τονίζει ότι ο Θουκυδίδης ξεκινά την εξιστόρηση της Σικελικής Εκστρατείας αμέσως μετά από την έκβαση εκείνης κατά της Μήλου. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να υπογραμμίσει παραστατικότερα την από μέρους των Αθηναίων αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους, που στην περίπτωση των Σικελικών θα τους οδηγήσει στον όλεθρο και, αργότερα, στην οριστική ήττα και την ιστορική δύση της ηγεμονίας τους. Αυτή η αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνάμεών τους είναι εν προκειμένω ό,τι ο Παπαϊωάννου ονόμαζε «θρίαμβο της ύβρεως» […]»

ΠΗΓΗ: ιστολόγιο Κ. Κουτσουρέλη, όπου και βιβλιογραφική αναφορά

Advertisements

Tagged:

§ 10 Responses to Δύο αναγνώσεις του Θουκυδίδη

  • Ο/Η Ange-ta λέει:

    «η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου”
    Αν αυτό ήταν αληθινό, η εξέλιξη θα είχε σταματήσει εν τη γενέσει της.
    Η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα συμβίωσης και ανοχής των όντων του πλανήτη ολάκαιρου.

    Όποιος δεν το βλέπει, έχει απλώς διαποτιστεί βαθιά από τις αντιλήψεις του νεότερου κόσμου, ο οποίος επειδή ακριβώς πιστεύει σ αυτήν την αρχή, οδηγεί τον πλανήτη σε καταστροφή.
    Έχουν περάσει 4 δις χρόνια από την εμφάνιση της ζωής και δεν επεκράτησε ο ισχυρότερος αλλά ξαπλώθηκε στον πλανήτη σε μια άπειρη και πανέμορφη ποικιλία.
    Ο Παπαϊωάννου έχει πολύ δίκιο όταν βλέπει την ύβρη και την Νέμεση σ αυτή την στάση των Αθηναίων.

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Ange-ta,
    ο ΠΚ εδώ αντιπαραβάλλει ισχύ και «ηθικό νόμο», τονίζοντας ότι η επίκλησή του δεν βοηθά σε κάτι. Το «δίκιο» των Αθηναίων εν προκειμένω είναι ότι γνωρίζουν ότι μπορούν να επιβληθούν. Το «άδικο» των Μηλίων πάλι είναι ότι εναποθέτουν φρούδες ελπίδες στην ηθική.

    Επίσης δεν λέει κάπου ότι η εχθρότητα ή ο εκμηδενισμός του αντιπάλου αποτελεί μόνιμη ανθρώπινη συμπεριφορά.

  • Ο/Η Ange-ta λέει:

    «Επίσης δεν λέει κάπου ότι η εχθρότητα ή ο εκμηδενισμός του αντιπάλου αποτελεί μόνιμη ανθρώπινη συμπεριφορά:

    Το λέει αλλιώς, εξ ίσου δυνατά και δογματικά.

    «η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου»

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Το χωρίο δεν μιλάει για την κοινωνική συμβίωση γενικά, μιλάει για πόλεμο.

    Ορίστε και ολόκληρη η παραπομπή:
    «Όταν καθιερωμένοι θεσμοί και παμπάλαια έθιμα παραμερίζονται, στο άψε-σβήσε, όταν τα ιερά δεσμά της θρησκείας και της ηθικής καταρρακώνονται αιφνίδια, όταν ακόμα και οι λέξεις αλλάζουν τη σημασία τους — τότε γίνεται ηλίου φαεινότερον ότι όλα αυτά είναι τεχνητές κατασκευές και θεσμίσεις, όχι γεννήματα της Φύσης. Πίσω από το σκισμένο προσωπείο των θεσμίσεων προβάλλει τώρα το αληθινό πρόσωπο της Φύσης: είναι το πρόσωπο των Αθηναίων όταν ζητούν από τους Μηλίους να υποταγούν. Δεν το ζητούν με τη συνείδηση τους βεβαρυμένη, δεν πιστεύουν ότι έτσι παραβιάζουν τη θεία τάξη, γιατί η θεία ή φυσική τάξη, ο εσώτερος νόμος του Όντος είναι ακριβώς ο νόμος του ισχυρότερου.»

  • Ο/Η Ange-ta λέει:

    Είτε για πόλεμο μιλάει είτε για ειρήνη αυτό που δηλώνει είναι ότι στον άνθρωπο υπερτερεί ο Νόμος του ισχυρότερου.
    Ε, και γω λέω ότι αυτή η άποψη δεν στέκει. Ισχύει στον εκφυλισμένον άνθρωπο της καπιταλιστικής κοινωνίας, που όπως λέει ο Καστοριάδης, ο Μισεά και άλλοι είναι μια αφύσικη πραγματικότητα. Μια αδύνατον να υπάρξει τάξη πραγμάτων. Το γεγονός ότι υπάρχει συμβαίνει γιατί ο καπιταλισμός κληρονόμησε ανθρωπολογικούς τύπους περασμένων εποχών που δρούν λόγω αδράνειας. Όταν επέλθει η νέα ισορροπία, δηλαδή η πλήρης επικράτηση του καπιταλισμού, ο κόσμος θα οδηγηθεί στο τέλος της Ιστορίας του, όχι το τέλος όπως ο εννοεί ο Φουκουγιάμα.

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Δεν νομίζω ότι ο ΠΚ θα επικροτούσε την άποψη ότι ο άνθρωπος υπό καπιταλισμό είναι εκφυλισμένος – άσχετα με το αν η περιγραφή του της μαζικής δημοκρατίας έχει μια οσμή περιφρόνησης – αλλά αυτό είναι μια υποκειμενική ερμηνεία.

  • Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Είναι ενδιαφέρουσα, μολονότι χαρακτηριστικά μονότονη, η επιμονή των ηθικιστών να επιρριπτουν κάθε φορά δυσάρεστες σε αυτούς διαπιστώσεις στην επενέργεια απρόσωπων υπεριστορικών δυνάμεων. Έτσι διαβάζουμε από παραπάνω σχόλιο πως ο νόμος της ισχύος επικρατεί τάχα στον καπιταλιστικό κόσμο που κατά τον συντάκτη ταυτίζεται με το «αφύσικη πραγματικότητα», τον «εκφυλισμό» κλπ.Αν όμως πράγματι είναι τόσο αφύσικος, τότε για ποιό λόγο ο καπιταλισμός αποτελεί εδραίο φαινόμενο τουλάχιστον για μισή χιλιετία; Τάχα υπάρχουν εξωανθρώπινες δυνάμεις που τον κινούν (θεός η καλλίτερα διάβολος)ή άνθρωποι με συμφέροντα και επθυμίες; Άλλά και πάλι τα επιχειρήματα αυτά δεν έχουν ίσως μεγάλη αξία αν σταθούμε σε μια απλή παραδοχή. Ο νόμος της ισχύος, ακόμη και ως θεωρητική αποτύπωση, υπήρξε πολύ πριν από την εμφάνιση του καπιταλισμού-όπως διδάσκει ο Θουκιδίδης- και
    θα συνεχίσει να υπάρχει κατά πάσα πιθανότητα και μετά από αυτόν («εώς αν η αυτή φύσις ή», σύμφωνα με τον μέγιστο των ιστορικών). Τώρα, το ότι δήθεν η επικράτηση του δικαίου της ισχύος οφείλεται στην παραδοχή εκ μέρους του καπιταλισμού
    ανθρωπολογικών σταθερών, υποθέτω «αμαρτωλών» εκ μέρους του
    συντάκτη, μου φαίνεται τελείως αστεία ως ερμηνεία. Δηλαδή, η ανθρωπολογική θεώρηση οδήγησε τους ανθρώπους σε μια συγκεκριμένη ανθρωπολογική πρακτική (επιδίωξη κέρδους,
    δόξας κλπ), ή το αντίστροφο, ήτοι η καθόλα φυσική τάση του ανθρώπου για αυτοσυντήρηση και ισχύ έστρεψε ομάδες και κοινωνίες στον εξορθολογισμό και στην θεωρητικοποίηση της; Οι ιδέες και οι θεωρητικές κατασκαευές δεν κληροτούνται τυχαία σαν θεία δημιουργήματα αλλά γεννιούνται, αναπτύσσονται,ερμηνεύνονται και παραφράζονται από ανθρώπους. Όλα τα άλλα ανήκουν στην σφαίρα θεολόγων η θεολογούντων φιλοσόφων, συχνά μάλιστα άθεης κοπής (βλ. Καστοριάδης, Παπαιωάννου, για να μην αναφέρουμε πιο πρωτότυπους και σημαντικότερους), οι οποίοι βέβαια ουδόλως
    παραιτούνται από τον αγώνα για ισχύ, μολονότι φαίνεται
    εκ πρώτης όψεως να τον περιφρονούν. Με λίγα λόγια, θέλουν να μας υποδείξουν ένα νέο αγνό κόσμο, τον οποίον βέβαια μονάχα αυτοί γνωρίζουν και προκαταβολικά έχουν δώσει στον εαυτό τουςκαι την περίοπτη θέση του προφήτη. Άλλοτε ως παράδεισο, άλλοτε ως αταξική κοινωνία, άλλοτε ως ειρηνική
    οικουμένη. Ο καθείς και η ισχύς του, ή μάλλον καλύτερα η έλλειψη ισχύος του.
    Α.Γ.

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Πράγματι, έτσι είναι.
    Δεν συμφωνώ πάντως με την απαξίωση Καστοριάδη, Παπαιωάννου και, για να περιοριστώ στο θέμα μας, δεν έχω την εντύπωση ότι εσχατολογούν, τουλάχιστον όχι τόσο εξώφθαλμα όσο ο μαρξισμός. Αν παρανόησα και τους προσάπτετε όχι εσχατολογία αλλά κανονιστικές διαθέσεις, μάλλον θα είχατε δίκιο – αυτό όμως αφορά το σύνολο σχεδόν της φιλοσοφικής παράδοσης

  • Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Βεβαίως, δεν θα διαφωνήσω καθόλου με την παρατήρησή σας, αξίζει ίσως κάποια επιπλεον διευκρίνιση. Ο κανονιστικός χαρακτήρας, που πολύ ορθά επισημάνατε, στην σκέψη των Καστοριάδη και Παπαιωάννου δεν είναι άμεπτος εσχατολογικών αναφορών και προθέσεων. Ήδη ο Κονδύλης είχε επισημάνει την κοινή εννοιολογική δομή μεταξύ κανονιστικης σκέψης και εσχατολογίας (βλ. αναλυτικότερα «Η παλαιά και η νέα θεότητα». Το ιδιαίτερο όμως στοιχείο στην περίπτωση των παραπάνω νεομαρξιστών φιλοσόφων, και φυσικά γενικότερα του συναφούς φιλοσοφικού κλίματος, είναι πως ενώ αμβλύνουν τις ηρωικές και μεγαλεπήβολες εσχατολογικές συνθέσεις της μαρξιστικής ουτοπίας, διατηρούν ανόθευτη την μαρξιστική ανθρωπολογία μεταθέτοντας το κέντρο βάρους γύρω από το π ζήτημα της «αλλοτρίωσης» του ανθρώπου.Πρόκειται φυσικά για τις συνήθεις νεορομαντικές κραυγές απόγνωσης διανοουμένων του μεταπολεμικού κόσμου, σε μια εποχή μεγάλων ιδεολογικών εκπτώσεων, υπαρξιακής απόσυρσης και καταναλωτικού ευδαιμονισμού. Τούτο εξηγεί και την γοητεία που οι ιδέες αυτές άσκησαν στις αναίμακτες «πολιτισμικές επαναστάσεις» του 1960/70. Υπό την έννοια αυτή, η σκέψη τους μάλλον ελάχιστα ουτοπικά χαρακτήρα είχε αλλά πρωτίστως ιδεολογικο, δηλαδή επικυρωτικό της καταναλωτικής μαζοδημοκρατίας στην Δύση. Για τον λόγο αυτό, στις τεταμένες συνθήκες του σήμερα, αναμένεται και η ληξιαρχική πράξη θανάτου τους. Είναι ανεπίκαιρες.
    Α.Γ.

  • […] θυμηθούμε εδώ και τον Κ. Κουτσουρέλη που αντιπαραβάλλει τις απόψεις Κ. Παπαϊωάννου και Π. […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

What’s this?

You are currently reading Δύο αναγνώσεις του Θουκυδίδη at Π.Κονδυλης (Kondylis).

meta

Αρέσει σε %d bloggers: