Π.Κονδύλης και C.Schmitt

Φεβρουαρίου 5, 2009 § 12 Σχόλια

Τρια αποσπασματα για τη διανοητικη συγγενεια Κ. Σμιτ και Π. Κονδύλη. (Στο πρωτο σχολιο ο Γ. Κυριακος παραθέτει το πλήρες κείμενο της σχετικής θέσης του Π. Κονδύλη)

Α.
του Μ. Βασιλάκη, 10 χρόνια από την εθνικιστική κρίση των Ιμίων

Η «διδασκαλία του Schmitt» κυριολεκτικώς μετακενώθηκε στην ελληνική αριστεροεθνικιστική σκέψη (ίσως και μη σκέψη) μέσα από το έργο του μαθητή του Π. Κονδύλη είτε με μεταφράσεις, άλλοτε με απροκάλυπτο κι άλλοτε με υπόρρητο θαυμασμό και πάντως χωρίς την υπογράμμιση του ναζιστικού παρελθόντος του, το οποίο προσπερνά με τριάντα όλες κι όλες ουδέτερες λέξεις αντί της ενημέρωσης ποιος είναι ο Schmitt και ποιες οι συνέπειες της εφαρμογής των κραυγαλέα ανεπιστημονικών ιδεών και δοξασιών του. Άλλο το θαυμαστό λογοτεχνικό χάρισμα και η ευρυμάθεια του Schmitt και άλλο η επιστημονική σκέψη• ούτε αυτή τη διάκριση δεν μπορούσε να κάνει ο Κονδύλης. Δεν είμαστε αντίθετοι στη δημοσίευση οιωνδήποτε απόψεων, όμως όταν πρόκειται για κατασκευές που διαδραμάτισαν τόσο αιματηρό ρόλο στην ιστορία, οφείλει κανείς όχι να τον «μαρκάρει» με ένα μικρό σύμβολο (Ν, δηλαδή ναζί), όπως εκείνος τους εβραίους επιστήμονες, αλλά εξ αρχής να διευκρινίσει ότι δεν είναι απλώς ένας «συντηρητικός» και «ρομαντικός» στοχαστής, όπως αποκαλείται ο Schmitt από όλους τους σύγχρονους αναθεωρητές της ιστορίας. Να προτάξει ότι είναι αυτός που έγραψε λ.χ. το «Ο Φύρερ προστατεύει τον νόμο» και μετά ας δημοσιεύσει τα άπαντά του και ας εκδηλώσει τον θαυμασμό του και ας ψιττακίζει τις ιδέες του.

Αν πρόκειται να διαβάσει κανείς τις φλύαρες και ανεπιστημονικές θεωρίες απόφασης και πολέμου του Κονδύλη, είναι προτιμότερο να διαβάσει τον μεγάλο στυλίστα δάσκαλό του Carl Schmitt. Αυτά εν ολίγοις για τον «πνευματικό» τού «φιλόσοφου» Κονδύλη. Στη σκέψη του (και ιδίως στα επιστημονικοφανή έργα του «Ισχύς και Απόφαση», «Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία» –στα οποία σκοπίμως απέφυγε να παραθέσει βιβλιογραφία-, «Θεωρία του Πολέμου» αναγνωρίζει κανείς την καταλυτική επίδραση του Schmitt άχρις ψιττακισμού, τη διάκριση «εχθρού-φίλου», την έννοια της «απόφασης», του decisionism, παρά τα σχετικά άλλοθι που δημιουργεί, την αλλεργία του προς τις «φιλελεύθερες» έννοιες. Ιδίως της «απόφασης» να καταφέρουμε το πρώτο πλήγμα στον «εχθρό» που «διακρίνει» ότι είναι «ο Τούρκος». Αναγνωρίζεται ακόμη εύκολα η σκέψη του Schmitt στην επίθεση στην «ουτοπία» του δυτικού «κράτους δικαίου», όπως το χαρακτηρίζει ο Κονδύλης, και στα «ανθρώπινα δικαιώματα», με ακαταμάχητο επιχείρημα τη σκέψη του Schmitt! Που είναι ένας μεγαλοφυής… «συντηρητικός. Αναγνωρίζει ότι το «φιλοσοφικό» έργο του Κονδύλη είναι μια Schmittiana χωρίς το λογοτεχνικό χάρισμα του Schmitt (απενοχοποίηση, γενίκευση και αναγωγή αυτών που ο Schmitt θεωρούσε νόμους της ιστορίας ή της πολιτικής σε φυσικούς νόμους, σε νόμους καθολικής ισχύος. Όσο για τη «θεσμική ομαλότητα», τη «>“δημοκρατική” ομαλότητα», την οποία σέβεται η σύγχρονη ελληνική κοινοβουλευτική αριστερά, ο «φιλόσοφος» Κονδύλης της κάνει σφοδρή επίθεση γι’ αυτό: «τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία… με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους “θεσμούς” και ζήλου για την “απρόσκοπτη λειτουργία” τους». Αν τέτοιες απόψεις δημοσιεύονταν όταν η φρίκη ήταν νωπή, τις δεκαετίες του 1950 και του ’60, ο συγγραφέας τους θα χαρακτηριζόταν νοσταλγός του ναζισμού ή του φασισμού και δεν θα είχε τόπο να σταθεί, τρεις δεκαετίες όμως αργότερα γίνονταν αποδεκτές προς ακαδημαϊκή συζήτηση!… Ένα «περιγραφικό» κυνικό και μικρομηδενιστικό συνονθύλευμα μιας σμιττιανο-κλαουζεβιτσο-νιτσεϊκής σαλάτας με σως Weber, Hegel, Marx και ορισμένα άλλα φιλοσοφικά καρυκεύματα και βεβαίως έκδηλο θαυμασμό στη σταλινική «ουτοπία» είναι η «φιλοσοφία» του και το πολεμικό πνεύμα της.

ΠΗΓΗ: http://www.sitemaker.gr/antiethnikistik/page_GREEK_2.htm

Β.
του Π. Κονδύλη, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης
Προσωπικά δεν χρειάστηκε να μάθω τίποτε από τον C. Schmitt, το οποίο να μη γνώριζα ήδη από τη μελέτη της ιστορίας του παρελθόντος και του παρό­ντος ή από πολιτικούς στοχαστές όπως ο Θουκυδίδης, ο Machiavelli ή ο Max Weber. Διάβασα άλλωστε τον C. Schmitt πολύ αργότερα από αυτούς, και μολονότι, όπως κάθε καλαίσθητος αναγνώστης, εκτιμώ εξαιρε­τικά το θαυμάσιο ύφος του, πολύ γρήγορα είδα ότι κάτω από τις αστραφτερές διατυπώσεις του κρύβονται λογικά κενά ή σφάλματα……Σε διάφορες εργασίες μου (π.χ. στο βιβλίο μου για τον συντηρητισμό και προ παντός σ’ ένα ειδικό κείμε­νο, πού δημοσιεύθηκε ελληνικά ως επιλεγόμενα στη μετάφραση της Πολιτικής Θεολογίας) έδειξα τίς ανε­πάρκειες των αντιλήψεων του Schmitt και σε μια σειρά άλλων προβλημάτων: στο πρόβλημα της κυριαρχίας και της έκτακτης κατάστασης, στο πρόβλημα των γνω­στικών ορίων της νομικής επιστήμης ή στο πρόβλημα του πολιτικού ρομαντισμού. Δεν χρειάζεται να επανα­ληφθούν αυτά εδώ. Επιθυμώ να επισημάνω γενικότε­ρα ότι, όπως οι έννοιες του φίλου και του εχθρού διό­λου δεν είναι δημιουργήματα του Schmitt, έτσι και η έννοια της απόφασης ούτε επινοήθηκε ούτε καθιερώ­θηκε απ’ αυτόν. Ως γνωστόν, στη σύγχρονη φιλοσοφία την εισηγήθηκε ό Kirkegaard, και συνδέθηκε με ποικίλα περιεχόμενα, π.χ. όσοι την εγκολπώθηκαν διόλου δεν ήσαν όλοι φίλοι του έθνικοσοσιαλισμού, όπως νο­μίζουν διάφοροι αδαείς, αλλά πολλοί υπήρξαν συνεπείς εχθροί του (π.χ. Jaspers, Earth).Μόνον πολύ επιφανειακοί αναγνώστες μπορούν ν’ ανακαλύπτουν ουσιώ­δη κοινά σήμερα ανάμεσα στο έργο του Schmitt και στις δικές μου αναλύσεις, δηλαδή αναγνώστες, των οποίων τα εξαρτημένα αντανακλαστικά αντιδρούν σε ορισμένες συνθηματικές λέξεις, ενώ το μυαλό εργάζε­ται με βραδύτατους ρυθμούς. Εχοντας παρακολουθή­σει από πολύ κοντά τις συζητήσεις γύρω από τον Schmitt στη Γερμανία, αποκόμισα την εντύπωση ότι έγινε κάτι παράδοξο: υπερτιμήθηκε ως στοχαστής ακριβώς γιατί οι εχθροί του, τονίζοντας τη σχετικά σύντομη συνεργασία του με τους έθνικοσοσιαλιστές και ανάγοντας – εσφαλμένα – το σύνολο του έργου του σ’ αυτήν, τον μετέβαλαν σε περίπου δαιμονική προσωπι­κότητα. Έτσι κατάφεραν το αντίθετο απ’ ό,τι επε­δίωκαν, δηλαδή έστρεψαν τη γενική προσοχή επάνω του και τον κατέστησαν περίπου κλασσικό συγγραφέα. Ας μου επιτραπεί να παραμείνω νηφαλιότερος: ούτε υπερτιμώ τον Schmitt ούτε τον θεωρώ ασήμαντο, δεν είμαι, για να εκφρασθώ στη γλώσσα του, ούτε φίλος του ούτε και εχθρός του.

ΠΗΓΗ:
http://xoirovoskos.blogspot.com/2006/07/carl-schmitt.html#comments, όπου και συζήτηση (Πλήρες απόσπασμα στο 1. σχόλιο, παρακάτω) 

Γ.
του Κ. Κουτσουρέλη , Π. Κονδύλης. Πώς τον υποδέχτηκαν στην Ελλάδα

[…] η υποτιθέμενη εξάρτηση του Κονδύλη από τον Καρλ Σμιττ. Η οπισθοβουλία αυτής της επιχειρούμενης ταύτισης είναι βεβαίως διάφανη. Για να μιμηθώ εδώ τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απαντούσε σε τέτοιες αιτιάσεις, εξωτερικά το πράγμα παίρνει συνήθως τη μορφή του ακόλουθου συλλογισμού: O Σμιττ έγραψε περί αποφάσεως, ο Κονδύλης έγραψε περί αποφάσεως, άρα ο Κονδύλης αντιγράφει τον Σμιττ. Ή, σε επόμενο στάδιο: ο Σμιττ υπήρξε πολέμιος του φιλελευθερισμού και της ανοιχτής κοινωνίας, ο Κονδύλης έχει επηρεαστεί από τον Σμιττ, άρα οι πολιτικές τοποθετήσεις του Κονδύλη δεν μπορεί παρά να είναι ύποπτες. Ότι ο ίδιος ο Κονδύλης υπήρξε από τους οξυδερκέστερους κριτικούς του Σμιττ, οι επικριτές του προτιμούν να το αγνοούν.

Φυσικά, η σχέση του Κονδύλη με τον Σμιττ είναι απείρως περιπλοκότερη απ’ όσο οι εύκολοι αναγωγισμοί αυτού του είδους υπαινίσσονται. Τόσο μάλιστα, ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων που βρίσκονται στους αντίποδες της γνώμης που εδώ σ’ εμάς θεωρείται συχνά αυτονόητη και κοινή. Αντί άλλου τεκμηρίου, αντιγράφω μερικές παρατηρήσεις του Γερμανού φιλοσόφου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, Φόλκερ Γκέρχαρτ. Το γεγονός ότι προέρχονται από το στόμα ξένου και όχι Έλληνα μελετητή, τις κάνει διπλά ενδιαφέρουσες:

«Όποιος γνωρίζει στ’ αλήθεια τους δύο συγγραφείς, δεν θα έβλεπε ούτε κατά διάνοια παραλληλίες ανάμεσα στην περιπλανώμενη εμβρίθεια του ερασιτεχνικώς φιλοσοφούντος νομικού και στη σοβαρή σκέψη ενός φιλοσόφου. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί πώς ο Σμιττ, μόνο και μόνο για να μπορέσει να ασκήσει πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού, πλαστογραφεί μια ιστορικοσυστηματική αντίθεση μεταξύ «δημοκρατίας» και «αντιπροσώπευσης». Στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός της εγγύτητας των θέσεων των Κονδύλη και Σμιττ έχει το έρεισμά της σε δυο-τρεις έννοιες κοινές και στους δύο. Σ` αυτές συγκαταλέγεται η έννοια της απόφασης, εκείνη του συντηρητισμού και πρωτίστως η διάκριση εχθρού-φίλου. Όλα τ’ άλλα, όσα στον Κονδύλη θυμίζουν Σμιττ, πρέπει να αναχθούν στον Νίτσε.»

Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό μιας απορίας. Πόσοι από τους διανοούμενούς μας θα αποτολμούσαν να παραβάλλουν ευθέως έναν από τους διασημότερους Ευρωπαίους στοχαστές του 20ού αιώνα με έναν Έλληνα συνάδελφό του; Και πόσοι απ’ αυτούς θα μπορούσαν να αποφανθούν με ισόποση έμφαση ότι προκρίνουν τον δεύτερο; Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Ένα τέτοιο διάβημα προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία αξιοσημείωτη και οριστική απαλλαγή από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξ ου και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, προκειμένου να υπερασπιστεί τις ιδέες του. Οι επιχώριοι σχολιαστές του που αντί να αντιμετρηθούν με αυτές ακριβώς τις ιδέες, καμώνονται ότι τις ξεπέρασαν επειδή δήθεν ταυτίζονται με τα λεγόμενα του ενός και του άλλου, τι πράγμα ακριβώς υπερασπίζονται, και τι ακριβώς καταδικάζουν; Γιατί σοβαρή κριτική έργου πρωτότυπου με επιχειρήματα δανεικά δεν γίνεται.
 
ΠΗΓΗ: http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1226138234&archive=&start_from=&ucat=6

Advertisements

§ 12 Responses to Π.Κονδύλης και C.Schmitt

  • Ο/Η Γιάννης Κυριακός λέει:

    Από την, ιδιαίτερα χαμηλού ποιοτικού επιπέδου, πολεμική διατύπωση της τελευταίας πρότασης του αποσπάσματος από κείμενο του δημοσιογραφίσκου Βασιλάκη – ο οποίος μάλλον ανήκει στην κατηγορία εκείνων των, όπως διατυπώνεται από τον Κονδύλη, πολύ επιφανειακών αναγνωστών που μπορούν ν’ ανακαλύπτουν ουσιώδη κοινά σημεία ανάμεσα στο έργο του Schmitt και στις δικές μου αναλύσεις, δηλαδή αναγνώστες, των οποίων τα εξαρτημένα αντανακλαστικά αντιδρούν σε ορισμένες συνθηματικές λέξεις, ενώ το μυαλό εργάζεται με βραδύτατους ρυθμούς – μπορούμε να διαπιστώσουμε την ασυνείδητη και αθέλητη έμπρακτη επίρρωση των θέσεων του Κονδύλη, όπως αυτές διατυπώνονται στο Ισχύς και Απόφαση.
    Η σχέση Κονδύλη και Schmitt, με την παράθεση ολόκληρων των απαντήσεων του Κονδύλη στις ερωτήσεις του Σπύρου Κουτρούλη από Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης, φωτίζεται αρκετά:

    O Carl Schmitt στην Έννοια του Πολιτικού εμφάνισε την σύγκρουση «εχθρός-φίλος» ως προσδιοριστική της έννοιας του πολιτικού. Ουσιαστικό δε ρόλο λαμβάνει στην πολιτική θεωρία του ο υπαρξιακός χαρακτήρας της απόφασης. Στο έργο σας Ισχύς και Απόφαση διαβάζουμε (ελληνική έκδοση, σ. 213): «Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες, πού αγωνίζονται για την αυτοσυντήρηση τους και μαζί αναγκαστικά για την διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλος ή ως εχθρός και αλλάζουν τους φίλους και τους εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα για την αυτοσυντήρηση τους και την διεύρυνση της Ισχύος τους». Αντιμετωπίζουμε εδώ την επιστημολογική διεύρυνση της έννοιας «εχθρός-φίλος»; Πώς συσχετίζετε το έργο σας με τό έργο του C. Schmitt;

    Η περικοπή από το έργο μου Ισχύς καί Απόφαση, την οποία παραθέσατε, αναφέρεται, όπως άλλωστε λέγεται ρητά, σε ολόκληρη την έκταση της κοινωνικής πραγματικότητας, εδώ πρόκειται δηλαδή για μιαν απόφανση της κοινωνικής οντολογίας και όχι για μια προσπάθεια ορισμού του πολιτικού στοιχείου. Θα ήταν ουσιώδες λογικό καί πραγματολογικό σφάλμα να νομίσει κανείς ότι μια απόφανση της κοινωνικής οντολογίας μπορεί νά προκύψει ως απλή διεύρυνση ενός ορισμού της πολιτικής με βάση τη σχέση φίλου και εχθρού. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: επειδή η σχέση φίλου-εχθρού είναι μέγεθος της κοινωνικής οντολογίας, δεν μπορεί να χρησιμέψει, μα την ειδοποιό έννοια, ως κριτήριο για τον ορισμό του πολιτικού στοιχείου. Δεν επιχειρώ εγώ, λοιπόν, μιαν επιστημολογικά ανεπίτρε πτη διεύρυνση ενός πολιτικού κριτηρίου προς την κατεύθυνση της κοινωνικής οντολογίας, αλλά απεναντίας ο C. Schmitt επεχείρησε μιαν επιστημολογικά ανεπίτρεπτη στένωση μιας παραμέτρου της κοινωνικής οντολογίας για να πορισθεί έτσι τον ορισμό του πολιτικού στοιχείου. Μου φαίνεται σχετικά εύκολο να κατανοήσουμε γιατί σφάλλει ο C. Schmitt. Το πεδίο της κοινωνικής οντολογίας, δηλαδή η κοινωνική πραγματικότητα στο σύνολό της, συνίσταται σε κοινωνικές σχέσεις, όμως οι σχέσεις αυτές δεν είναι όλες δημόσιες και πολιτικές, αλλά επίσης ιδιωτικές και ως τέτοιες πολιτικά αδιάφορες. Όπως ξέρουμε όλοι, φιλία και έχθρα υπάρχουν, σε διαφορετικές πάντα διαβαθμίσεις, τόσο στον δημόσιο-πολιτικό όσο και στον ιδιωτικό-απολιτικό χώρο• η σχέση φιλίας και έχθρας χαρακτηρίζει την κοινωνική σχέση στο σύνολό της κι όχι μονάχα την πολιτική σχέση. Η πολιτική σχέση είναι κοινωνική σχέση, όμως δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις πολιτικές. Κάνοντας ένα λογικό άλμα, ο C. Schmitt ταυτίζει ουσιαστικά την πολιτική και την κοινωνική σχέση, δηλαδή παίρνει μιά σχέση με καθολικό κοινωνικό βεληνεκές και τη χρησιμοποιεί για να ορίσει ένα πεδίο στενότερο από το συνολικό πεδίο της κοινωνίας. Όμως η ειδοποιός διαφορά του ευρύτερου γένους δεν μπορεί να συμπίπτει λογικά με την ειδοποιό διαφορά του στενότερου γένους• το άλογο έχει πράγματι την ιδιότητα να είναι τετράποδο ζώο, αν όμως το ορίσουμε αποκλειστικά με βάση αυτήν του την ιδιότητα τότε δεν διαφέρει σε τίποτε από έναν σκύλο. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον ορισμό της πολιτικής: εντός της υφίστανται σχέσεις φίλων καί εχθρών, όμως αυτές υφίστανται και έκτος της, άρα το ειδοποιό γνώρισμα της πολιτικής πρέπει ν’ αναζητηθεί αλλού.
    Τώρα, η ύπαρξη φίλων και εχθρών καί εντός της πολιτικής είναι διαπίστωση εντελώς ανεξάρτητη από τις ηθικές μας προτιμήσεις και ευχές. Είναι δηλαδή εμπειρικά πασίγνωστο ότι, σε όλα τα επίπεδα, τα πολιτικά υποκείμενα ομονοούν με τους δε και μάχονται εναντίον των δε, ενδεχομένως με αιματηρά μέσα. Επίσης είναι προφανές ότι η διατύπωση «φιλία-έχθρα» δεν μιλά μόνον για έχθρα, όπως την ερμηνεύουν πολλοί διαστρεβλώνοντάς την, αλλά εξ ίσου θεωρεί και τη φιλία ως όρο άσκησης της πολιτικής. Με βάση αυτά τα αναμφισβήτητα δεδομένα, όταν εγώ αντικρούω τον ορισμό του C. Schmitt για την πολιτική, αντικρούω συνάμα και τις θέσεις εκείνων που απορρίπτουν τον ορισμό του όχι γιατί είναι λογικά εσφαλμένος (άλλωστε κανείς απ’ αυτούς δεν έχει αντιληφθεί το λογικό σφάλμα), αλλά γιατί θέλουν να πιστεύουν ότι τόσο από την πολιτική όσο και από τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις μπορεί να εξαλειφθεί το στοιχείο της έχθρας και η διηνεκής δυνατότητα μετεξέλιξης του στοιχείου αυτού σε θανάσιμη σύγκρουση. Στην αφελή αυτή πίστη μπορούν να αντιταχθούν, με βάση τις προηγούμενες παρατηρήσεις, τα εξής: α) αν απορρίψουμε τον ορισμό της πολιτικής με βάση το διπλό κριτήριο της φιλίας και της έχθρας, τότε ο εξοβελισμός της έχθρας από τον ορισμό αυτό θα πρέπει λογικά να συνεπιφέρει και τον εξοβελισμό της φιλίας• β) η ύπαρξη έχθρας (ή φιλίας) στην πολιτική και ο ορισμός της πολιτικής με βάση τη φιλία και την έχθρα είναι δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά. Για τούτο και αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι απορρίπτοντας τον ορισμό του C. Schmitt θα «εξανθρωπίσουν» την πολιτική.
    Όπως ήδη υπενόησα, δεν χρειάζεται να είναι κανείς οπαδός του C. Schmitt για να γνωρίζει ότι στην πολιτική υπάρχουν εχθροί καί φίλοι. Πρόκειται για εμπειρία τόσο παλιά όσο και ο κόσμος, εμπειρία αποτυπωμένη από αρχαιοτάτων χρόνων σε κάθε είδους παροιμιώδεις, φιλοσοφικές ή νομικές ρήσεις• ας θυμίσω μόνο τη στερεότυπη έκφραση κατά τη σύναψη συμμαχιών στην αρχαία Ελλάδα: «τόν αυτόν εχθρόν καί φίλον νομίζειν». Προσωπικά δεν χρειάστηκε να μάθω τίποτε από τον C. Schmitt, το οποίο να μη γνώριζα ήδη από τη μελέτη της ιστορίας του παρελθόντος και του παρόντος ή από πολιτικούς στοχαστές όπως ο Θουκυδίδης, ο Machiavelli ή ο Max Weber. Διάβασα άλλωστε τον C. Schmitt πολύ αργότερα από αυτούς, και μολονότι, όπως κάθε καλαίσθητος αναγνώστης, εκτιμώ εξαιρετικά το θαυμάσιο ύφος του, πολύ γρήγορα είδα ότι κάτω από τις αστραφτερές διατυπώσεις του κρύβονται λογικά κενά ή σφάλματα. Εξήγησα γιατί είναι εσφαλμένος ο ορισμός του για την πολιτική (απ’ όσο γνωρίζω, είμαι ο πρώτος που επικρίνει τον Schmitt από αυτήν την άποψη), όμως εξ ίσου αντίθετο με βρίσκει ο τρόπος, με τον οποίο ο Schmitt ορίζει μιαν άλλη κεντρική του έννοια, την έννοια της απόφασης. Ο προσεκτικός αναγνώστης του βιβλίου μου Ισχύς και Απόφαση γνωρίζει ότι εκεί ασκείται έντονη και διεξοδική κριτική σε ό,τι ονομάζω «στρατευμένη θεωρία της απόφασης», στην οποία αντιπαραθέτω την «περιγραφική θεωρία της απόφασης». Η πρώτη συνδέει τον Schmitt με την υπαρξιακή φιλοσοφία του μεσοπολέμου και τον υποχρεώνει να συμμερίζεται τις λογικές και πραγματολογικές της ατέλειες ή παρανοήσεις. Ο υπαρξισμός, παρά την πολεμική του εναντίον του φιλελεύθερου-καντιανού ηθικισμού, θεώρησε και ο ίδιος την απόφαση κατ’ ουσίαν ηθικά-κανονιστικά, δηλαδή την αναγόρευσε σε «γνήσια» έκφραση της «γνήσιας» ύπαρξης, σε αντίθεση με τους αυτοματισμούς που διέπουν τη ζωή της «αναυθεντικής» ανώνυμης μάζας ή του αλλοτριωμένου προσώπου. Όμως καμμιά θεωρία για την απόφαση δεν μπορεί να είναι θεωρητικά επαρκής, αν δεν διαστέλλει ανάμεσα στην απόφαση με την έννοια της εξ αρχής συγκρότησης μιας κοσμοθεωρίας και μιας ταυτότητας, και στην απόφαση με την έννοια της επιλογής μεταξύ ήδη διαμορφωμένων εναλλακτικών λύσεων πάνω στη βάση μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας και ταυτότητας. Αν δούμε έτσι τα πράγματα, τότε διαπιστώνουμε ότι κάθε υποκείμενο αποφασίζει, εφ’ όσον κανένα υποκείμενο δεν μπορεί να προσανατολισθεί μέσα στον κόσμο χωρίς κοσμοθεωρητική τοποθέτηση και χωρίς ταυτότητα. Η απόφαση γίνεται έτσι αντιληπτή ως περιγραφική έννοια, δηλαδή διαπιστώνεται απλώς ότι κάθε υποκείμενο αποφασίζει αναπόδραστα έτσι κι αλλιώς, και όχι ως έννοια κανονιστική-στρατευμένη, ήτοι δεν υποδεικνύεται στο υποκείμενο μιά «ορθή» απόφαση ως «ορθή» επιλογή μεταξύ εναλλακτικών λύσεων. Το λάθος της στρατευμένης θεωρίας της απόφασης, την οποία πρεσβεύει ο Schmitt μαζί με υπαρξιστές θεολόγους και φιλοσόφους, είναι ότι, ταυτίζοντας την απόφαση με τη «γνήσια» απόφαση, χωρίζει τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα σε όσα λαμβάνουν αποφάσεις και σε όσα αρνούνται να λάβουν. Όμως έτσι απλώς διαιωνίζονται οι ορθολογιστικές προκαταλήψεις, εναντίον των οποίων εκστράτευσε ο υπαρξισμός, γιατί λαμβάνονται στην ονομαστική τους αξία οι αποφάνσεις των διαφόρων υποκειμένων για τον εαυτό τους και θεωρείται ότι όποιος κηρύσσεται θεωρητικά υπέρ της μεγάλης απόφασης την πραγματοποιεί περισσότερο ή καλύτερα από όποιον κηρύσσεται θεωρητικά εναντίον της, θέλοντας να παρουσιάσει τη δική του τοποθέτηση όχι ως απόρροια υπαρξιακών, άρα πιθανώς αυθαιρέτων αποφάσεων, αλλά ως επιταγή υπερπροσωπικών και αντικειμενικών αρχών (Λόγος, Ιστορία, Θεός, Φύση κ.λπ.). Όμως το αν θα ταχθεί κάποιος υπέρ ή κατά της απόφασης στο φιλοσοφικό, θεολογικό ή πολιτικό επίπεδο δεν σημαίνει τίποτε για το τι κάνει ο ίδιος, παρά εξαρτάται από τη συγκεκριμένη συγκυρία στο μέτωπο των ιδεών, δηλαδή από το τι υποστηρίζουν οι αντίπαλοί του. Οι φιλελεύθεροι υπεράσπισαν, ενάντια στην «απόφαση», τη δήθεν αυτοπαραγόμενη διηνεκώς νομοτέλεια του «κράτους δικαίου», στο πλαίσιο της πολεμικής τους εναντίον των αυθαιρεσιών του μονάρχη ή, αργότερα, εναντίον των εκρήξεων της επαναστατικής βούλησης• και οι εχθροί του φιλελευθερισμού επιστράτευσαν με τη σειρά τους την «απόφαση» και την «εξαίρεση» εναντίον της αυτοκατανόησης του φιλελευθερισμού.
    Σε διάφορες εργασίες μου (π.χ. στο βιβλίο μου για τον συντηρητισμό και προ παντός σ’ ένα ειδικό κείμενο, που δημοσιεύθηκε ελληνικά ως επιλεγόμενα στή μετάφραση της Πολιτικής Θεολογίας) έδειξα τις ανεπάρκειες των αντιλήψεων του Schmitt και σε μια σειρά άλλων προβλημάτων: στο πρόβλημα της κυριαρχίας και της έκτακτης κατάστασης, στο πρόβλημα των γνωστικών ορίων της νομικής επιστήμης ή στο πρόβλημα του πολιτικού ρομαντισμού. Δεν χρειάζεται να επαναληφθούν αυτά εδώ. Επιθυμώ να επισημάνω γενικότερα ότι, όπως οι έννοιες του φίλου και του εχθρού διόλου δεν είναι δημιουργήματα του Schmitt, έτσι και η έννοια της απόφασης ούτε επινοήθηκε ούτε καθιερώθηκε απ’ αυτόν. Ως γνωστόν, στη σύγχρονη φιλοσοφία την εισηγήθηκε ο Kirkegaard, και συνδέθηκε με ποικίλα περιεχόμενα, π.χ. όσοι την εγκολπώθηκαν διόλου δεν ήσαν όλοι φίλοι του εθνικοσοσιαλισμού, όπως νομίζουν διάφοροι αδαείς, αλλά πολλοί υπήρξαν συνεπείς εχθροί του (π.χ. Jaspers, Barth). Μόνον πολύ επιφανειακοί αναγνώστες μπορούν ν’ ανακαλύπτουν ουσιώδη κοινά σημεία ανάμεσα στο έργο του Schmitt και στις δικές μου αναλύσεις, δηλαδή αναγνώστες, των οποίων τα εξαρτημένα αντανακλαστικά αντιδρούν σε ορισμένες συνθηματικές λέξεις, ενώ το μυαλό εργάζεται με βραδύτατους ρυθμούς. Έχοντας παρακολουθήσει από πολύ κοντά τις συζητήσεις γύρω από τον Schmitt στη Γερμανία, αποκόμισα την εντύπωση ότι έγινε κάτι παράδοξο: υπερτιμήθηκε ως στοχαστής ακριβώς γιατί οι εχθροί του, τονίζοντας τη σχετικά σύντομη συνεργασία του με τους εθνικοσοσιαλιστές και ανάγοντας —εσφαλμένα— το σύνολο του έργου του σ’ αυτήν, τον μετέβαλαν σε περίπου δαιμονική προσωπικότητα. Έτσι κατάφεραν το αντίθετο απ’ ό,τι επεδίωκαν, δηλαδή έστρεψαν τη γενική προσοχή επάνω του και τον κατέστησαν περίπου κλασσικό συγγραφέα.Ας μου επιτραπεί να παραμείνω νηφαλιότερος: ούτε υπερτιμώ τον Schmitt ούτε τον θεωρώ ασήμαντο, δεν είμαι, για να εκφρασθώ στη γλώσσα του, ούτε φίλος του ούτε και εχθρός του.

    Ο C. Schnitt υποστηρίζει ότι «όλες οι μεστές έννοιες της σύγχρονης πολιτειολογίας είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες». Λαμβάνοντας το γεγονός τούτο ως δεδομένο, μπορεί η πολιτική θεωρία να μεταφερθεί αυτούσια σε άλλους πολιτισμούς με διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις;

    Οί δομικές αντιστοιχίες μεταξύ των θεολογικών και πολιτικών εννοιών δεν ήσαν κάποια ρηξικέλευθη ανακάλυψη του Schmitt. Άλλωστε ο ίδιος παρέπεμψε ρητά και αναλυτικά σε αντεπαναστάτες θεωρητικούς του 18ου και του 19ου αιώνα, προ παντός τους Bonald καi Donoso Cortes, οι οποίοι είχαν επισημάνει επαρκέστατα τις παραλληλίες της εννοιολογικής δομής, αλλά και τις πολιτικές οσμώσεις μεταξύ απολυταρχίας καί θεϊσμού, φιλελευθερισμού και ντεϊσμού, δημοκρατίας και πανθεϊσμού ή αθεϊσμού. Η μαρξιστική ανάλυση των κοινωνικών ιδεολογιών έφτασε σε παραπλήσια πορίσματα, δείχνοντας σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα ότι οι κοινωνίες παριστάνουν τον κόσμο των θεών σε αναλογία προς την ιεράρχηση των κοινωνικών σχέσεων ή πάντως έτσι, ώστε η αντίληψη για το Εκείθεν να νομιμοποιεί οντολογικά και ηθικά όσα συμβαίνουν στο Εντεύθεν. Τώρα, ο Schmitt και οι αντεπαναστάτες εμπνευστές του δίνουν στο θεολογικό επίπεδο το προβάδισμα, δηλαδή αντλούν τις πολιτικές αποφάσεις από τις θεολογικές (ενώ η μαρξιστική ανάλυση μεθοδεύεται αντίστροφα), γιατί ενδιαφέρονται γενικότερα να κρατήσουν υψηλά το κύρος της θεολογίας, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον του αστικοφιλελεύθερου ορθολογισμού. Όπως είναι γνωστό, όχι μόνον κατά τοόν 19ο, αλλά και κατά τον 20ό αιώνα ο αστικός φιλελευθερισμός ή η μαζικοδημοκρατική του μετεξέλιξη χτυπήθηκαν τόσο από «αριστερά», όσο και από «δεξιά», και ενα μέρος των «δεξιών» εχθρών του ανέσυρε τα ιδεολογικά του όπλα από το προαστικό παρελθόν, συγχωνεύοντας ωστόσο τα θεολογικά μοτίβα με αισθητικά και εκσυγχρονίζοντάς τα έτσι, ενώ ένα άλλο μέρος κατέφυγε σε μιαν ανανέωση παγανιστικών μυθολογημάτων (εθνικοσοσιαλισμός, φασισμός). Καθώς ο Schmitt δέχεται, για τους λόγους αυτούς, τo πρωτείο της θεολογίας, θεωρεί κακώς τα εκκοσμικευμένα ιδεολογικά σχήματα ως απλά παράγωγα ή ως χλωμές ανταύγειες εκείνης. Όμως η χρονολογική προτεραιότητα της θεολογίας διόλου δεν αποδεικνύει τη δομική εννοιολογική της προτεραιότητα. Μάλλον η δομική αντιστοιχία θεολογικών και εκκοσμικευμένων ή κοσμικών εννοιών οφείλεται στην κοινή υπαγωγή και των δύο σε υπέρτερες και γενικότερες δομές σκέψης σύμφυτες με ανθρωπολογικές και πολιτισμικές σταθερές• η διάκριση Εκείθεν και Εντεύθεν είναι δεδομένη ως εννοιολογική δομή ήδη με την πίστη στο νόημα της ζωής ανεξαρτήτως των θεολογικών ή μη εκλογικεύσεων της. Ωστόσο η διερεύνηση ενός τέτοιου προβλήματος, του οποίου και μόνη η διατύπωση ξεπερνά τον ορίζοντα του C. Schnitt, θα μας οδηγούσε πολύ μακριά. Έρχομαι στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος σας. Η δυνατότητα μεταφοράς μιας πολιτικής θεωρίας σε πολιτισμούς με διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις εξαρτάται από το ποιόν της εκάστοτε θεολογικής παράδοσης, το ποιόν του τόπου και το ποιόν του χρόνου. Όταν μιλάμε για την επίδραση και τη διάδοση ιδεών, θα πρέπει να μη μένουμε προσκολλημένοι σε μηχανιστικά σχήματα, σύμφωνα με τα οποία μιά ιδέα δεν μπορεί να εκδιπλωθεί επιτυχώς σε χώρους άλλους από το λίκνο της. Οι ιδέες είναι πολύ εύπλαστα εργαλεία και όπλα, υπάρχουν και δρούν μονάχα ερμηνευόμενες και μεθερμηνευόμενες. Διόλου δεν αποκλείονται λοιπόν— όπως και διόλου δεν είναι πάντοτε δυνατές— συζεύξεις πολύ διαφορετικών θεολογικών και πολιτικών παραδόσεων. Για να τις αποκλείσει κανείς, θα έπρεπε να αντιλαμβάνεται ταν πολιτική θεολογία τόσο μονομερώς όσο ο C. Schmitt ή ο κλασσικός μαρξισμός. Βεβαίως, είναι δύσκολο να φαντασθούμε πως η ειδωλολατρική πολιτική θεολογία θα ενοφθαλμιζόταν στον χριστιανικό Μεσαίωνα ή στη νεώτερη φιλελεύθερη Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη παγκόσμια κοινωνική πραγματικότητα, όπου η χοάνη της μαζικής δημοκρατίας έχει ισοπεδώσει κάθε άλλη ιεραρχία εκτός εκείνης του πλούτου, προβάλλεται σε μιαν εξ ίσου επίπεδη κοσμοεικόνα, όπου κυριαρχούν οι κοσμικές αντιστοιχίες της οριζόντιας καί κάθετης κοινωνικής κινητικότητας, ήτοι οι συνεχείς γενέσεις και καταλύσεις των ποικιλότερων συνδυασμών• γι’ αυτό είναι σήμερα τόσο δημοφιλείς —και τόσο αυτονόητες— οι θεωρίες περί «χάους». Μπορώ θαυμάσια να φαντασθώ ότι, κάτω από την πίεση των μαζικοδημοκρατικών συνθηκών σε παγκόσμιο επίπεδο, προς μια τέτοια κοσμοεικόνα, ευνοούμενη από τη σύγχρονη επιστήμη και τεχνική, μπορούν να συγκλίνουν λαοί με πολύ διαφορετικές θεολογικές παραδόσεις, καθώς μάλιστα το θεολογικό στοιχείο με την παραδοσιακή και ειδοποιό έννοια του όρου έχει αποδυναμωθεί ή πάντως ουσιωδώς μεταμορφωθεί. Καθώς όμως η παγκοσμιότητα της μαζικής δημοκρατίας διόλου δεν θα συνεπιφέρει την παγκόσμια αρμονία ιδεών και συμφερόντων, οι ιδιαίτερες θεολογικές παραδόσεις πιθανότατα θα επιβιώσουν μέσα σε πολιτισμικά μορφώματα, τα οποία θα χρησιμεύουν ως ιδεολογικά όπλα στον μεγάλο αγώνα για την κατανομή των πόρων του πλανήτη, αγώνα πού θα σημαδέψει τον 21ο αιώνα. Αυτά τα μορφώματα δεν θα «αντικατοπτρίζουν» κάποια κοινωνική ιεραρχία, όπως κάποτε η ουράνια ιεραρχία «αντικατόπτριζε» την επίγεια, όμως θα αναλάβουν ζωτικές λειτουργίες στη φιλική ή εχθρική αντιπαράθεση των συλλογικών υποκειμένων. Τούτο γίνεται εύκολα αντιληπτό, αν αναλογισθούμε π.χ. ότι οι επιβιώσεις ή οι μεταπλάσεις της βυζαντινής θεολογίας στον σημερινό νεοελληνικό χώρο εκπληρώνουν προς τα μέσα και προς τα εξω ουσιωδώς διάφορες λειτουργίες απ’ ό,τι πρίν χίλια χρόνια. Το πράγμα έχει ακόμα μιά πλευρά, την οποία δεν μπορώ να αναλύσω εδώ, αλλά οφείλω να θίξω. Εννοώ τις θεολογικές προϋποθέσεις της οικονομικής δραστηριότητας, οι οποίες διαμεσολαβούνται με τη διαμόρφωση ορισμένης ηθικής ως κινήτρου των οικονομικών υποκειμένων. Αυτό ως γνωστόν ήταν το μεγάλο θέμα του Max Weber. Είχα πάντοτε ζωηρές αμφιβολίες σ’ ό,τι αφορα τήη αιτιώδη σχέση, πού ήθελε να δεί ο Weber ανάμεσα σε θεολογία και οικονομία. Αν υπήρξε η σχέση αυτή, υπήρξε σε ορισμένες κοιτίδες της γένεσης του καπιταλισμού, σίγουρα όχι σε όλες καί σίγουρα όχι πάντα σε αυστηρή μορφή. Όμως άλλο πράγμα είναι η γένεση και άλλο η υιοθέτηση και η εξάπλωση του καπιταλισμού. Η δεύτερη μπορεί να επιτελείται στη βάση ποικίλων θεολογικών παραδόσεων, αν οι κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές πιέσεις είναι αρκούντως ισχυρές. Τότε μεθερμηνεύονται ή εμπλουτίζονται ή εξυδαρούνται οι θεολογικές παραδόσεις.

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Δε συμμερίζομαι το «δημοσιογραφίσκος» βέβαια. Θα έλεγα ότι η αντιπαράθεση των δύο πρώτων κειμένων θυμίζει πιο πολύ κουνούπι που επιτίθεται σε νταλίκα που τρέχει με 150 στην εθνική. Το τρίτο κείμενο μαζεύει με νηφαλιότητα τα συντρίμμια.

    Ευχαριστώ πολύ για το παράθεμα. Παίρνω την ελευθερία να του προσθέσω μαύρα και πλάγια.

  • […] επίσης: Για τη διανοητική συγγένεια Κ. Σμιτ και Π. Κονδύλη Posted in: άρθρα Κονδύλη ← Ουτοπία […]

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Ο Κονδύλης φαίνεται να έχει δίκαιο όταν στο πολιτικό κι ο άνθρωπος ορίζει το πολιτικό ως τη διάδραση των διαδράσεων (δεν το χω μπροστά μου τώρα) κι όταν αντιλαμβάνεται ότι η σχέση φίλου εχθρού υπάρχει παντού άρα δεν μπορεί να είναι η ουσία του πολιτικού.

    αλλά, ο σμιττ φαίνεται να έχει επίσης δίκαιο όταν δίνει σημασία στην δημόσια ένταση της έχθρας/φιλίας, όταν υποστηρίζει ότι η ουσία του πολιτικού είναι η διάκριση φίλου-εχθρού κι ότι πόλεμοι για καθαρά οικονομικούς, θρησκευτικούς κ.λπ. λόγους είναι αδύνατοι. και διαχωρίζει την δημόσια από την ιδιωτική έχθρα (λ.χ. η αγάπη των χριστιανών του μεσαίωνα προς τους μουσουλμάνους δεν τους έκανε να παραδώσουν την ευρώπη).

    είναι ένα θεωρητικό δίλημμα που έχω τις τελευταίες μέρες αλλά όχι νύχτες: είναι το πολιτικό κάτι το θεμελιώδες, όπως λέει ο κονδύλης, ή σημασία έχει το δημόσιο/συλλογικό της φιλίας-έχθρας;

  • Ο/Η σ.μ. λέει:

    Ο Σμιτ αντιλαμβανόταν τη διάκριση από τη σκοπιά του ηγεμόνα – ή, έστω, είχε κατά νου τη δικαιολόγηση του ολοκληρωτισμού – τουλάχιστον σύμφωνα με άρθρα της βικιπαιδειας για τον Σμιτ.
    Δεν ξέρω αν αυτό βοηθά να ξεπεράσεις αυτά τα αιρετικά διλήμματα ;-)

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Αντιγράφω από το η έννοια του πολιτικού του σμιττ, εκδ. Κριτική (τα έντονα δικά μου):
    «Η ειδικά πολιτική διάκριση, στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις και τα πολιτικά κίνητρα είναι η διάκριση Φίλου και Εχθρού» (σ. 60)

    «Εχθρός δεν είναι λοιπόν ο ανταγωνιστής ή ο αντίπαλος γενικά. Εχθρός δενε ίναι επίσης ο ιδιωτικός αντίπαλος τον οποίο μισεί κανείς με αισθήματα αντιπάθειας. Εχθρός είναι μόνο μια, τουλάχιστον ενδεχομένως, δηλαδή κατά πραγματική δυνατότητα μαχόμενη ολότητα ανθρώπων η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια άλλη ακριβώς τέτοια ολότητα. Εχθρός είναι μόνο ο δημόσιοςεχθρός, διότι καθετί το οποίο αναφέρεται σε μια τέτοια ολότητα ανθρώπων, ιδίως σε έναν ολόκληρο λαό, γίνεται έτσι δημόσιο. Εχθρός είναι hostis, όχι inimicus με το ευρύτερο νόημα. πολέμιος, όχι ἐχθρός» (σ. 64-5)

    «Κάθε θρησκευτική, ηθική, οικονομική ή άλλη αντίθεση μεταμορφώνεται σε μια πολιτική αντίθεση, όταν είναι αρκετά ισχυρή για να κατατάξει αποτελεσματικά τους ανθρώπους σε Φίλους και Εχθρούς. Το Πολιτικόν δεν έγκειται στη σύγκρουση καθαυτήν, η οποία…έχει τους δικούς της ιδιαίτερους..νόμους, αλλά σε μια από αυτήτην πραγματική δυνατότητα σύγκρουσης καθορισμένη συμπεριφορά, στη σαφή επίγνωση της κατ’ αυτό τον τρόπο καθορισμένης κατάστασης και στην υποχρέωση να διακρίνεις ορθά μεταξύ Φίλου και Εχθρού» (σ. 77)

    «Το Πολιτικόν μπορεί να πάρει τη δύναμή του από τις πιο διαφορετικές περιοχές της ανθρώπινης ζωή, από θρησκευτικές, οικονομικές, ηθικές και άλλες αντιθέσεις. δεν χαρακτηρίζει μια δική του περιοχή, αλλά μόνο το βαθμό έντασης μιας σύνδεσης ή αποσύνδεσης ανθρώπων» (σ.79)

    Για τον Κονδύλη τα πράγματα είναι διαφορετικά (Το πολιτικό και ο άνθρωπος τ. 1):
    «Υπάρχουν τρεις παράγοντες ή δυνάμεις που έχουν την εγγενή ιδιότητα να διατάσσονται έτσι και να αλληλοσχετίζονται πρωταρχικά: η κοινωνική σχέση, το πολιτικό και ο άνθρωπος…..Η κοινωνία διαφέρει από τις σχέσεις ανάμεσα σε χωριστά θεωρούμενους ανθρώπους, όπως και από το απλό άθροισμα τέτοιων σχέσεων, καθόσον παρέχει ένα ανοιχτό πεδίο για διαδράσεις που δεν είανι ανάγκη να σχετίζονται άμεσα με τα άτομα, αλλά αποσκοπούν στη δημιουργία ενός κατά βάση δεσμευτικού πλαισίου για όλες τις άλλες διαδράσεις….Το πολιτικό αποτελεί τρόπον τινά τη διάδραση όλων των διαδράσεων…Με την κοινωνία δεν ταυτίζεται υπό την ίδια έννοια όπως το άθροισμα των διαδράσεων, αλλά υπό την έννοια ότι η εμβέλειά του αγγίζει τα όρια της κοινωνίας ή ακόμη και τα σημαδεύει κάθε φορά, όση και αν είανι η έκταση της διάδρασης στην οποία βασίζεται και από την οποία ξεκινά….» (σ. 276-7)

    «Δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις πολιτικές, μολονότι το πολιτικό μπορεί να είναι μόνο κοινωνική σχέση…Το πολιτικό είναι εκείνη η ιδιαίτερη κοινωνική σχέση που κάνει αντικείμενό του το κοινωνικό ως ένα όλον που πρέπει να αποκτά τάξη και συνοχή. Ανήκει λοιπόν στην κοινωνία υπό μια πιο ειδική έννοια, όχι απλώς όπως η διάδραση γενικά, αφού στην κοινωνία όλα είναι διάδραση, δεν είναι όμως όλα πολιτικά, και ακριβώς αυτό που από την έκτασή του δεν ταυτίζεται με ολόκληρη την κοινωνία κάνει (τουλάχιστον δυνητικά) ολόκληρη την κοινωνία αντικείμενό του» (σ. 279-80)

    και η υποσημείωση 252 (ό.π.)
    «Αν το φάσμα του πολιτικού έχει την ίδια έκταση με το φάσμα της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή και τα δύο εκτείνονται ανάμεσα στα δύο άκρα, τη φιλία και την εχθρότητα, από αυτό προκύπτει ότι η διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού δεν είναι ειδικό γνώρισμα του πολιτικού και έτσι δεν διέπει τον ορισμό του, μολονότι το πολιτικό, όπως και η κοινωνική σχέση, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη φιλία και την εχθρότητα. Το λογικό λάθος του C. Schmitt, ο οποίος θέλησε να ορίσει το πολιτικό -χωρίς βέβαια να γνωρίζει την κοινωνικοοντολογική διάστασή του- βάει του κριτηρίου «φίλος-εχθρός», συνίστατο στη σύγχυση της κοινωνικής σχέσης γενικά με το πολιτικό. Το πολιτικό είναι ασφαλώς κοινωνική σχέση και ως τέτοια περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής σχέσης γενικά, μαζί με τα δύο ακραία όριά του, αλλά δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις πολιτικές, μολονότι έχουν το ίδιο φάσμα όπως οι πολιτικές»

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Κατά ένα τρόπο, οι σμιττ και κονδύλης έχουν διαφορετικό ορισμό του εχθρού, με τον πρώτο να κάνει διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου εχθρού και να ορίζει το πολιτικό βάσει του φάσματος «(δημόσιος)φίλος-(δημόσιος) εχθρός» .

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Για τη διάκριση ιδιωτικού-δημόσιου εχθρού κάνει λόγο κι ο κονδύλης (ό.π., σ. 343) αλλά δεν έχω βρεί (έχω κάποιο καιρό που το διάβασα) τη σύνδεση ανάμεσα στο πολιτικό και στο φάσμα της δημόσιας σχέσης (δημόσιος φίλος-δημόσιος εχθρός), ώστε να δω αν χρησιμοποιεί αδιαφοροποίητα το φίλος-εχθρός (και γι’ αυτό δεν ορίζει το Πολιτικό έτσι) σε αντίθεση με τον σμίττ.

  • Ο/Η ks λέει:

    Όντας πολύ πιο κοντά στο μέσο αναγνώστη και όχι ειδικός, οφείλω να δηλώσω εδώ -προς τον κ. Κυριακό- ότι μετά από την προσεκτική ανάγνωση αρκετών έργων του Π. Κονδύλη, την οποία και απήλαυσα, κατά καμία έννοια δεν δηλητηριάστηκα πνευματικά προς κάτι πιο απάνθρωπο, αν και κατέστην πολύ περισσότερο προβληματισμένος σε σχέση με τη σχετικότητα εννοιών που πριν, ήταν από εμένα αποδεκτές αξιωματικά.
    Η εισαγωγή αμφιβολιών απέχει πολύ από το να θεωρηθεί προπαγάνδα και σίγουρα προπαγανδιστική δεν υπήρξε η επίδραση σε κάποιον του οποίου η εμβάθυνση στην κοινωνιολογία ξεκίνησε και ενθαρρύνθηκε ακριβώς με το έργο του Κονδύλη.

  • Ο/Η Mike λέει:

    Kondylis = greek-style obscurantism. Ο τύπος δεν είχε ιδέα όχι μόνο από διεθνή πολιτική, αλλά ούτε από οικονομικά. Στο «πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο» έχει πολλά μαργαριτάρια.

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    ό,τι πεις, μάικ

  • Ο/Η Georges λέει:

    Mike = neogreek style καφενείο. Ούτε ένα επιχείρημα, μόνο φράπα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

What’s this?

You are currently reading Π.Κονδύλης και C.Schmitt at Π.Κονδυλης (Kondylis).

meta

Αρέσει σε %d bloggers: