Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα

Δεκέμβριος 27, 2008 § 9 Σχόλια

του Φωτη Τερζακη

Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα.
Μια κριτική αντιπαράθεση με αφετηρία την αντίθεση σ’ έναν απολιθωμένο και εξουσιαστικό μαρξισμό.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά.
Παλιά και Νέα θεότητα. Μια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Π. Κονδύλη και το περιοδικό «Σημειώσεις»
«ΕΡΑΣΜΟΣ» ΣΕΛ. 102.

Ολη αυτή η βλακώδης φασαρία που γίνεται στις ημέρες μας γύρω από το όνομα του Παναγιώτη Κονδύλη, η άκριτη μεγέθυνσή του από ημιμαθείς οπαδούς όσο και η άσκοπη δαιμονοποίησή του από μια κατηγορία ηθικιστών της πολιτικής έχει συσκοτίσει το πραγματικό περιεχόμενο μιας σκέψης που κατ’ αρχάς μπορεί να θεωρηθεί εύληπτη και διόλου δυσανάγνωστη, πολύ περισσότερο όμως έχει συγκαλύψει το πραγματικό κλίμα ζυμώσεων, συζητήσεων και αντιπαράθεσης των ιδεών σε ορισμένους κύκλους της αιρετικής αριστεράς, περιβάλλον μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε και χωρίς το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί πραγματικά. Διότι ο Κονδύλης, παρ’ ότι ο ίδιος υιοθετούσε ένα ηρωικό και επιθετικά εξατομικευμένο ύφος, δεν ήταν βέβαια ούτε ο «διανοητικός γίγαντας» (που φάνταζε στα μάτια των πνευματικών νάνων της εγχώριας διανόησης) ούτε ο κομήτης που έπεσε από το γερμανικό Πανεπιστήμιο (ή όποιον άλλο μυθικό τόπο καταγωγής, για τους επαρχιώτες λογίους που πιστεύουν ότι η αληθινά φιλοσοφική σκέψη έρχεται πάντα από «αλλού»), αλλά γνήσιο προϊόν ενός γόνιμου, μολονότι περιθωριοποιημένου, διαλόγου που ξεκινάει στους κόλπους της αποκλίνουσας τροτσκιστικής ομάδας του Σπύρου Στίνα μετά τον πόλεμο και καταλήγει στον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» από τη Μεταπολίτευση και μετά.

Η παρούσα έκδοση έτσι επιτελεί μια διπλή κριτική επανόρθωση: πρώτον, διορθώνει το ατόπημα εκδοτικού οίκου ο οποίος προσφάτως περιέλαβε δύο από τα κείμενα αυτής της συζήτησης αποκομμένα συμφραζομένου σε ένα συμπίλημα άρθρων τού από πενταετίας νεκρού στοχαστή με τίτλο «Μελαγχολία και πολεμική» (στο κάτω κάτω αυτή η κατόπιν εορτής κατασκευή ενός διανοητικού «αστέρα» γίνεται, έστω σε μικρή κλίμακα, κερδοφόρα)· δεύτερον, δείχνει ανάγλυφα την ιστορική γένεση αυτής της σκέψης μέσα στο αληθινό της συμφραζόμενο, που δεν είναι διόλου μικρότερης σημασίας και βαρύτητας από την ίδια (παρ’ ότι για διάφορους λόγους δεν προσφέρεται για αντίστοιχη καταναλωτική συσκευασία). Συγκεκριμένα, πρόκειται για την τεκμηρίωση ενός διαλόγου που έγινε από τις σελίδες των «Σημειώσεων» (τ. 13-14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον Παναγιώτη Κονδύλη και τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, πλαισιωμένου από δύο ακόμα κείμενα, του Μάριου Μαρκίδη και του Στέφανου Ροζάνη. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν του Αντώνη Λαυραντώνη: όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο έναυσμα της όλης συζήτησης, μια κριτική του Μ. Μαρκίδη στον Εριχ Φρομ δημοσιεύτηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για το λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εδώ απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε απ’ αυτό τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Σπ. Στίνα, τον οποίον άλλωστε -σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες- προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση. Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Π. Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους πρακτικούς και άλλους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση ανοίγει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο του Μ. Μαρκίδη, όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο-αισιόδοξος ανθρωπισμός του Εριχ Φρομ, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη. Υποβάλλεται μάλιστα μια εξωιστορική διάσταση του πράγματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή του σαρδόνιου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, προκαλεί μια εκτενή παρέμβαση του Π. Κονδύλη με τίτλο ακριβώς αυτόν που φέρει σήμερα ως τίτλο η έκδοση. Η απάντηση του Γ. Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που ο τελευταίος συμμερίζεται με τον Μανόλη Λαμπρίδη, παλαιότερο συνομιλητή του Λαυραντώνη αλλά και του Στίνα), προκαλεί δεύτερη επίθεση του Π. Κονδύλη, με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές των οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο του Στ. Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας», το οποίο, περισσότερο φιλολογικό και χωρίς να προεκτείνει επιχειρηματολογικά τα προηγηθέντα, παρ’ ότι δεν αναφέρεται ονομαστικά, γράφτηκε, εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

Κοινό θεωρητικό έδαφος

Το να συνοψίσει κανείς εν σμικρώ την αντιπαράθεση Κονδύλη-Λυκιαρδόπουλου δεν είναι κάτι απλό, δεδομένου του εύρους των θεμάτων που θίγονται και της εννοιολογικής εκλέπτυνσης στην οποία προχωρούν όλο και περισσότερο οι δύο συνομιλητές. Εν πρώτοις, μοιράζονται μεγάλο μέρος κοινού θεωρητικού εδάφους, και αυτό μπορεί να συνοψιστεί σε δύο τουλάχιστον σημεία: πρώτον, τη μαρξιστική θεωρητική παράδοση της κριτικής στην ιδεολογία (ως «ψευδή συνείδηση» που συγκαλύπτει υλικές ανισότητες και βλέψεις κυριαρχίας), δεύτερον, την απέχθεια για τις «πραγματώσεις» του σοσιαλισμού σε νέες γραφειοκρατικές ή ολοκληρωτικές δομές κυριαρχίας. Και οι δύο είναι πρόθυμοι να στρέψουν τη μαρξιστική κριτική της ιδεολογίας εναντίον ενός απολιθωμένου και εξουσιαστικού «μαρξισμού», αλλά με εντελώς διαφορετική πρόθεση, η οποία σταδιακά διερύνεται σε αληθινό χάσμα: ο Κονδύλης, σε κάτι που μοιάζει με «προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική ιδεολογία», θα προσπαθήσει να δείξει την οντολογική -όπως ο ίδιος πιστεύει- δομή ενός παιχνιδιού που επαναλαμβάνεται ατέρμονα μέσα στην ιστορία, όπου οι σημερινοί απελευθερωτές μεταβάλλονται σε αυριανούς δυνάστες, κάτι το οποίο δεν επηρεάζεται από το θρησκευτικό ή κοσμικό πρόσημο των ιδεολογιών, διαφεύγει των συνειδητών προθέσεων των ίδιων των ιστορικώς δρώντων και, αν διαβαστεί σωστά, υποβάλλει μια ορισμένη άποψη για την ανθρώπινη φύση που ελάχιστα διαφέρει από την πεσιμιστική ανθρωπολογία του Τόμας Χομπς (ενισχυμένη εδώ, καθώς φαίνεται, από σαφείς νεοδαρβινιστικούς επιτονισμούς). Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, αντίθετα, οδηγώντας σε αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής του συγκεκριμένου» αλλά και όλη την κληρονομιά της κιρκεγκοριανής διαλεκτικής, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας, του οράματος της απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «διά ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική του μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση του Π. Κονδύλη σε μιαν ατέρμονα κινητική και ουσιωδώς ανοιχτή σκέψη που θα την καταδείξει ως ανησυχητικά συγγενή με την ίδια την αστική ιδεολογία του «εσαεί αμετάτρεπτου» της παρούσας ιστορικής πραγματικότητας.

Λατρεία της επιστημονικότητας

Η έσχατη επιλογή ανάμεσα στις δύο θέσεις παραμένει βεβαίως μη αποφασίσιμη, και υποψιάζεται κανείς ότι είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένη από κοινωνικούς ή ιδιοσυγκρασιακούς παράγοντες που συγκαθορίζουν αναπόδραστα την αξιολόγηση. Δεδομένου ότι αυτό, ως περιορισμός εντός του οποίου και μέσω του οποίου ασκείται ακατάπαυστα η σκέψη, θα έπρεπε να είναι απολύτως εν γνώσει και των δύο συνομιλητών, η πιο εξωφρενική ιδέα που εμφανίζεται εδώ είναι ακριβώς η αξίωση του Π. Κονδύλη για «επιστημονική αντικειμενικότητα» -ή, όπως το θέτει ο επιστημονιστικός αρχοντοχωριατισμός που έγινε διανοητικός συρμός στον εικοστό αιώνα, για χωρισμό των «περιγραφικών» από τις «αξιολογικές κρίσεις»…

Αυτή η παιδαριώδης λατρεία της επιστημονικότητας είναι στην πραγματικότητα το πλέον αυταρχικό και καταπιεστικό στοιχείο στη σκέψη του Π. Κονδύλη, και προαναγγέλλει με ακρίβεια την εργαλειοτεχνική ωμότητα των ύστερων αναλύσεών του στα γνωστά έργα της ωριμότητάς του. Ευγλωττότερη μαρτυρία περί αυτού είναι η βάναυση διάκριση που κάνει -τον υπόρρητο αξιακό χαρακτήρα της οποίας θα του επισημάνει άλλωστε με ενάργεια ο συνομιλητής του- ανάμεσα σε «αυνανισμό» των διανοουμένων και σε πρακτικό ρεαλισμό των διαφόρων «Λένιν, Στάλιν και Μάο» (σ. 51).

Επιστημονικός θετικισμός και πολιτικός ολοκληρωτισμός (στη φασιστική είτε στη σταλινική είτε ακόμα στη σημερινή αμερικανιστική εκδοχή) βαστάζονται χέρι χέρι στη σύγχρονη ιστορία, και το να λαμβάνουμε υπόρρητα (όπως ατυχώς έκανε ο ίδιος ο Μαρξ) ως μοντέλο για την κριτική των ιδεολογιών την αντίθεση θρησκεία-επιστήμη σημαίνει ότι κλείνουμε με τυφλότητα τα μάτια μπροστά στην τρομακτικότερη και την πιο εφιαλτική μορφή ιδεολογίας που γέννησε ο σύγχρονος κόσμος: ακριβώς, την ιδεολογία της τεχνοεπιστήμης.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 08/08/2003

Advertisements

Tagged:

§ 9 Responses to Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Προφανώς ο Τερζάκης θεωρεί ότι η επιστημονική αντικειμενικότητα είναι αδύνατον να υπάρξει. Θα ταίριαζε γι’ αυτόν, όπως γράφει ειρωνικά ο Π.Κ. στο «Οφειλόμενες Απαντήσεις», ότι όσοι γοητεύονται από τη θέα του έναστρου ουρανού είναι οι καλύτεροι αστρονόμοι.

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Η αντίληψη του Τερζάκη όσο και του Λυκιαρδόπουλου (όσο και άλλων) τόσο αναφορικά με την «απαισιόδοξη αντίληψη» για τη φύση του ανθρώπου ή την συγκατάβαση προς την εξουσία της παρούσας πραγματικότητας είναι από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα του πόσο δεν κατάλαβαν τίποτα από την οπτική του Π. Κονδύλη – ειδικά ο Τερζάκης, ο οποίος σχολιάζει 30 χρόνια μετά.

  • Ο/Η Herr K. λέει:

    Στη συνέντευξη στον Terpstra που περιέχεται στο βιβλίο «Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης» ο Κονδύλης απαντά λιτά και καίρια στα περί επιστημονικής αντικειμενικότητας.

    Δεν ξέρω για το Λυκιαρδόπουλο, δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Πολλοί όντως θεωρούν την περιγραφή της πραγματικότητας από τον ΠΚ ως ηθική-αξιολογική κρίση επί της πραγματικότητας (πολύ ανθρώπινο). Ο Τερζάκης εδώ ακολουθεί αυτή τη γραμμή. Οι πολλοί αυτοί δείχνουν να διαισθάνονται και συνάμα να φοβούνται ότι η περιγραφή οδηγεί ντουγρού στον πολιτικό συντηρητισμό – εξ ου και ο «εξορκισμός» του ΠΚ στα γραπτά τους.

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    Herr K,
    Στο «ισχύς και απόφαση» (ι.α.) o ΠΚ αναφέρει ότι η κατηγορία για «απαισιοδοξία» (θεώρηση του ανθρώπου ως κακού) και προτροπή για την καταστροφή του κόσμου δεν εξάγονται απαραίτητα από την θεωρία του:

    «[οι εκπρόσωποι της κανονιστικής θεώρησης] δεν είναι ικανοί να βάλουν με τον νού τους κάτι εντελώς απαλλαγμένο από κανονιστικές συνέπειες ή προϋποθέσεις, γι’ αυτό αναγκαστικά φαντάζονται ότι η θέση, πως ο κόσμος κι ο άνθρωπος δεν έχουν αντικειμενική αξία ούτε αντικειμενικό νόημα, εμπεριέχει την εντολή της καταστροφής τους• η ανάμιξη του Είναι με το Δέον, η οποία στις πιο διαφορετικές δοσολογίες και στους διαφορετικότερους συνδυασμούς διέπει τον κανονιστικό τρόπο σκέψεις, μεταφέρεται έτσι με αντεστραμμένα πρόσημα στην αξιολογικά ελεύθερη περιγραφική θεωρία της απόφασης έτσι ώστε αυτή να παρουσιαστεί ως ανορθολογικό αποκύημα τυφλών ενστίνκτω και να κινητοποιηθεί εναντίον της η πάντα άγρυπνη ορμή αυτοσυντήρησης των ανθρώπων, και προ παντός των «μορφωμένων». Στην πραγματικότητα όμως η αξιολογικά ελεύθερη περιγραφική θεωρία της απόφασης δεν μπορεί να συνηγορήσει υπέρ της καταστροφής τού κόσμου και του ανθρώπου χωρίς να παραβιάσει τις δικές της θεωρητικές αρχές, δηλαδή χωρίς να μετατραπεί η ίδια σε (αρνητική) κανονιστική θεώρηση. Γιατί το Δέον της καταστροφής παραμένει κι αυτό ένα Δέον όπως οποιοδήποτε άλλο, και όποιος το προβάλλει είναι υποχρεωμένος να θεωρήσει ως απαξίες όσα θέλει να καταστραφούν, δηλαδή να εκφέρει αξιολογικές κρίσεις. Από τη βολική σκοπιά των εκπροσώπων της κανονιστικής θεώρησης φαίνεται βέβαια να ισοδυναμεί η θέση, πως ο κόσμος κι ο άνθρωπος δεν έχουν αξία, με τη θέση πως αποτελούν απαξίες – και αυτό πάλι επειδή οι ίδιοι με την έννοια της αξίας συνδέουν κάτι θετικό, οπότε φαίνεται ότι ο παραμερισμός της αναγκαστικά συνεπάγεται μια ενεργή άρνηση. Όμως, από σκοπιά αξιολογικά ελεύθερη, κάτι δίχως αξία δεν αποτελεί το αντίθετο της αξίας (το αντίθετο τούτο ονομάζεται «απαξία»), αλλά στερείται εξ ίσου αξίας και απαξίας, δηλαδή συμπεριφέρεται ουδέτερα απέναντι σε κάθε αξιολογική σκέψη και κρίση. Αν λοιπόν ο κόσμος και ο άνθρωπος από τη σκοπιά τούτη δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως αξίες ούτε ως απαξίες, τότε αναφορικά μ’ αυτούς η επιταγή της καταστροφής είναι το ίδιο ανίσχυρη όσο και η επιταγή της συντήρησης ή της εξύμνησης. Οι οπαδοί της κανονιστικής θεώρησης μπορούν βέβαια να αντιτείνουν ότι όποιος αρνείται αξία στον κόσμο και στον άνθρωπο προετοιμάζει στο επίπεδο της θεωρίας την καταστροφή τους, έστω κι αν δεν την κηρύσσει απερίφραστα. Όμως την καταστροφή δεν την καλύπτει θεωρητικά η άρνηση αξίας, αλλά η απόδοση απαξίας, κι επί πλέον στην παραπάνω αντίρρηση μπορεί να δοθεί μια αποστομωτική ιστορική απάντηση: οι πρόξενοι των μεγαλύτερων καταστροφών και συμφορών στην ίσαμε τώρα ιστορία δεν ήσαν οι σχετικιστές, οι σκεπτικιστές και οι μηδενιστές, παρά οι ηθικιστές – και μάλιστα στο όνομα της «μόνης» αληθινής θρησκείας, της «μόνης» ορθής πολιτικής ή της «μόνης» κυρίαρχης» φυλής. (…) Η αυτοματική της σκέψης τους τους ωθεί να πιστεύουν ότι ο ρητός και συνεπής χωρισμός Είναι και Δέοντος λίγο-πολύ εκφράζει κάποιαν επιθυμία να παρεμποδισθεί η πραγμάτωση του Δέοντος. Η ανιμιστική προϊστορία της σύμφυρσης Είναι και Δέοντος διαφαίνεται εδώ μέσα στον φόβο μπροστά στην μαγική δύναμη της λέξης και της κατάρας: όποιος λέει κάτι κακό, το επιθυμεί κιόλας και συμβάλλει eo ipso στην πραγματοποίησή του» (ΙΑ, σ. 223-227).

    ενώ στις «Οφειλόμενες Απαντήσεις» (ο.α.) αναφέρει ότι «ο μεν κ. Γεωργίου θεωρεί πως η περιγραφική μου θεωρία των ανθρωπίνων πραγμάτων επιτάσσει πρακτικά την επιδίωξη ισχύος, ενώ ο κ. Βιρβιδάκης πιστεύει αντίθετα ότι η λογικά αναγκαία πρακτική της απόληξη είναι η παραίτηση από τη ζωή και τη δράση»: τόσο προφανής και λογικά αναπόδραστη είναι η απαισιοδοξία στον Π.Κ.

    Όσον αφορά στον Γ. Λυκιαρδόπουλο, αυτός ισχυρίζονταν στο Παλιά και Νέα Θεότητα ότι με την επισήμανση, από τον Π.Κ., του στοιχείου του εξουσιασμού σε κάθε ουτοποία-όραμα, γίνεται υπεράσπιση της σημερινής εξουσίας, στο οποίο ο Π.Κ. απαντά πως η επισήμανση του εξουσιασμού δεν συνιστά και ισχυρισμό ότι σημερινή εξουσία είναι καλύτερη

  • Ο/Η Γιάννης λέει:

    από το Παλιά και Νέα Θεότητα, σ. 80

    «Πουθενά επίσης δεν προδίδει το κείμενό μου την τάση «αποδοχής της αυθεντκής και πραγματωμένης εξουσίας». Και πάλι ο Γ.Λ. συγχέει δύο διαφορετικά πράγματα, δηλ. τη διαπίστωση, ότι η εξουσία γενικά στάθηκε αναπόδραστη στην ιστορία ίσαμε σήμερα, με το παράγγελμα αποδοχής τής εκάστοτε εξουσίας. Όπως από τη θέση, πως η εξουσία γενικά δεν καταργείται, διόλου δεν συνάγεται ότι κάποιος οφείλει να καταφάσκει την τωρινή. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ότι όποιος δεν πιστεύει στην κατάργηση κάθε εξουσίας γίνεται περισσότερο πειθήνιος από όποιον την πιστεύει. … δεν γνωρίζω καμιά αξιολογική κλίμακα, με βάση την οποία θα μπορούσα να αποφανθώ, ποιος είναι «καλύτερος»»

    Ωραίοι διάλογοι εκείνοι. Τουλάχιστον ο Λυκιαρδόπουλος ζει ακόμη..
    Το βιβλίο είναι πολύ καλό ως εισαγωγή στην Ισχύ και Απόφαση, που εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα.

  • Ο/Η Herr K. λέει:

    Γιάννη, σ’ευχαριστώ για τα καλοδιαλεγμένα αποσπάσματα

    Πάντως, να ληφθεί υπόψη και η φράση με την οποία ο ΠΚ κλείνει την εισαγωγή του στο βιβλίο του Μπέρναμ: «μια βαθύτερη διαίσθηση του ότι πολλές φορές η ορθή γνώση υπονομεύει τις ψυχολογικές πηγές της δράσης, ενώ αντίθετα η “ιδεολογία” τις αναζωογονεί.»
    Οχι ότι οι περισσότεροι πολέμιοί του κόπτονται για «δράση» – μάλλον θιασώτες της αδράνειας είναι.

    ΥΓ:
    «Τουλάχιστον… ζει ακόμη» Την ίδια σκέψη κάναμε, προφανώς

  • Ο/Η Herr K. λέει:

    Συνιστώ επ’αυτών το οξυδερκές άρθρο του γλωσσολόγου Σ. Μοσχονά (1995) με αντικείμενο (ουσιαστικά) την εριστικότητα του ΠΚ.

  • Ο/Η κ. λέει:

    Ο κ.Τερζάκης κατάφερε να συνδέσει τον Κονδύλη με την ιδεολογία της τεχνοεπιστήμης….η βλακώδης ειρωνεία άνευ ουσιαστικών επιχειρημάτων μαρτυρά τα κόμπλεξ κατωτερότητας του σχολιαστή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

What’s this?

You are currently reading Ιδεολογία, θρησκεία και επαναστατικό όραμα at Π.Κονδυλης (Kondylis).

meta

Αρέσει σε %d bloggers: