Νέα προσέγγιση των κοινωνικών δομών

Νοέμβριος 25, 2008 § 1 σχόλιο

του Μιχαλη Παπανικολαου

Προδημοσίευση από το ανέκδοτο στην ελληνική γλώσσα δίτομο έργο του σπουδαίου σύγχρονου στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη

Εννιά χρόνια μετά τον ξαφνικό θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» σε ελληνική μετάφραση το τελευταίο –και ημιτελές, μολονότι δίτομο στην ελληνική έκδοση– βιβλίο του φιλοσόφου. Με σχεδόν ολόκληρο το έργο του γραμμένο στα Γερμανικά, ο Κονδύλης (1943-1998) υπήρξε ένας από τους γνωστότερους και σημαντικότερους σύγχρονους Ελληνες διανοητές.

Εκτός από τα έργα του για τη διαλεκτική, τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό Διαφωτισμό, τη θεωρία της ισχύος, το συντηρητισμό, τη θεωρία του πολέμου, την κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, την παρακμή του αστικού πολιτισμού, την πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο και το ημιτελές έργο του για την κοινωνική οντολογία, η έρευνα τού οφείλει εργασίες για τον Μοντεσκιέ και τον Μαρξ, τον Μακιαβέλι και τον Καρλ Σμιτ, καθώς και επιμέρους μελέτες για ζητήματα της ιστορίας των ιδεών. Για το έργο του είχε τιμηθεί με το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολτ.

Στο τελευταίο του έργο («Το Πολιτικό και ο Ανθρωπος – Βασικά Στοιχεία μιας Κοινωνικής Οντολογίας»), ο φιλόσοφος επιχειρούσε να διατυπώσει τη γενική του θεωρία για τον άνθρωπο και τις κοινωνικές σχέσεις. Τα παρακάτω αποσπάσματα προέρχονται από το πρώτο μέρος, το μοναδικό που πρόλαβε να ολοκληρώσει. Κύριοι συνομιλητές του εδώ είναι κοινωνικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι της κοινωνίας, σε κριτική αντιπαράθεση με τους οποίους αναπτύσσει τρία μεγάλα θέματα: Τη δομή της κοινωνικής σχέσης, το θέμα της κατανόησης στις επιστήμες του ανθρώπου και το ζήτημα της ορθολογικότητας. Σχολιάζοντας συγγραφείς από τον Αριστοτέλη, τον Χούσερλ, τον Χάιντεγκερ, τον Μπούμπερ και τον Χάμπερμας μέχρι τους Ντυρκέμ, Ζίμελ, Βέμπερ, Πάρσονς και Λούμαν, ο Κονδύλης διεκδικεί μια συνολική προσέγγιση του ανθρώπου και της κοινωνίας ελεύθερη από προκαταλήψεις, προσδοκίες και ιδεολογικές δεσμεύσεις. Η κριτική του σε ό,τι αποκάλεσε ο ίδιος «μαζικοδημοκρατικές ιδεολογίες» κατατίθεται εδώ λεπτομερέστερα από κάθε άλλη φορά. Μολονότι ο φιλόσοφος αποφεύγει τον διάλογο με τον Καρλ Σμιτ, ο τίτλος του βιβλίου και η υπαγωγή κάθε κοινωνικής σχέσης στο εννοιολογικό δίπολο «φίλος-εχθρός» παραπέμπουν τον αναγνώστη στην κεντρική σύλληψη του Γερμανού πολιτειολόγου και θεωρητικού του «πολιτικού».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Μαζική δημοκρατία και εικόνα του ανθρώπου

Η αυτοαντίληψη ενός κοινωνικού σχηματισμού φαίνεται σαν αντικειμενική αυτογνωσία και γνώση της Ιστορίας μόνον ενόσω αυτός ο κοινωνικός σχηματισμός βρίσκεται σε ανοδική πορεία και βγάζει από τη μέση τους αντιπάλους του. Αυτή είναι η περίπτωση της μαζικής δημοκρατίας σήμερα. Αλλά ακριβώς στην πλανητική της ακμή οι ίδιες της οι αντιφάσεις ή ακόμη και οι εκρηκτικές της δυνατότητες, που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτού του κεφαλαίου, γίνονται όλο και πιο ορατές. Για την κοινωνική θεωρία έχουν σημασία, διότι φανερώνουν την επικαιρότητα των κλασικών προβληματισμών. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα στις λεπτομέρειες επιφέρει μια αναγωγή των μεγάλων αποριών σε τύπους αρχαϊκής απλότητας. Μετά την καταστροφή του αστικού ανθρωποκεντρισμού και υπό τις συνθήκες της πλανητικά ανεπτυγμένης, εξαιρετικά μηχανοποιημένης μαζικής δημοκρατίας, το ερώτημα σχετικά με τη φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου τίθεται ακόμη πιο άμεσα και ακριβέστερα από όσο ετίθετο στο κατώφλι των νεώτερων χρόνων στην Ευρώπη. Από τη μια μεριά η ανθρωποεικόνα ενοποιείται όσο ποτέ στο παρελθόν από τη στενή συνύπαρξη ή παράλληλη ύπαρξη πολιτισμών, εθνών και φυλών, ενώ ταυτόχρονα η μειωνόμενη σημασία ιστορικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών για τον καθορισμό της ανθρώπινης ταυτότητας περιστέλλεται κατά παράδοξο αλλά λογικό τρόπο στη σύστασή του ως βιολογικού όντος λόγω της διάδοσης οικουμενιστικών ιδεολογιών· από την άλλη μεριά αυτός ο περισταλμένος απλώς στην ανθρώπινη υπόστασή του άνθρωπος, δηλαδή ο άνθρωπος γενικά και ως τέτοιος, στέκεται απέναντι στη φύση και, σε μια εποχή μεγάλης δημογραφικής και οικολογικής έντασης, πρέπει να αναμετρεί τις δυνάμεις του με τις δυνάμεις της. Το ερώτημα για το ζώο που κατασκευάζει εργαλεία δεν είναι σήμερα λιγότερο οξύ και λιγότερο στοιχειώδες από όσο ήταν πριν από μερικά εκατομμύρια χρόνια στις αφρικανικές σαβάνες, όταν περιφέρονταν ορδές ανθρώπων. Εξίσου οξύ και στοιχειώδες πρέπει να είναι το άλλο μεγάλο κοινωνικοοντολογικό πρόβλημα, εκείνο που αφορά την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική τάξη και θα αναδυθεί στον ορίζοντα, όταν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων θα είναι τόσο πυκνές και εντατικές, που τα όρια κάθε γνωστής από το παρελθόν πολιτικής ενότητας θα είναι διάτρητα ή και θα σπάσουν.

Εχθρότητα και φιλία

Θα έπρεπε να γράψει κανείς ολόκληρη πραγματεία για να εξηγήσει για ποιους λόγους ήδη από τον 18ο αιώνα, προπάντων όμως τον 19ο και τον 20ό, πολλοί κοινωνικοί θεωρητικοί άφησαν πίσω τους την επί χιλιετίες αυτονόητη συνήθεια να θέτει κανείς στο φάσμα της κοινωνικής σχέσης τη φιλία πλάι στην εχθρότητα ως κοινωνικοοντολογικά ισότιμες. Ωστόσο, δεν μπορούμε εδώ να μην επισημάνουμε έναν ιδιαίτερα σημαντικό λόγο. Εννοούμε την εξαιρετικά πολυσχιδή επίδραση της εσχατολογικής φιλοσοφίας της ιστορίας, δεδηλωμένος στόχος της οποίας ήταν ακριβώς να απαλείψει το μισό από το φάσμα της κοινωνικής σχέσης ή τουλάχιστον να περικόψει τον πόλο της εχθρότητας, δηλαδή να δημιουργήσει την προσδοκία για κοινωνικές συνθήκες που θα απέκλειαν τις αιματηρές συγκρούσεις.

Οσο η βασιλεία του θεού δεν ήταν του κόσμου τούτου, ένας χριστιανός μπορούσε να διατηρεί χωρίς αντιρρήσεις το όνειρο της αρμονίας στο τέλος του κόσμου και ταυτόχρονα την πεποίθηση ότι σε τούτον τον κόσμο η μοίρα του αμαρτωλού ανθρώπου είναι (στην καλύτερη περίπτωση) η φιλία και (οπωσδήποτε) η εχθρότητα. Αλλά η μετατόπιση του ονείρου από τον ουρανό στη γη έκανε απολύτως απαραίτητο τον αποκλεισμό από την περιοχή των κοινωνικοοντολογικών σταθερών. Αυτός ο αποκλεισμός έγινε με την επαγγελία της αταξικής κοινωνίας στον μαρξιστικό μεσσιανισμό, με τη βεβαιότητα ότι το εμπόριο θα αντικαταστήσει τον πόλεμο, στον συνεσταλμένο φιλελεύθερο χιλιασμό, καθώς και με άλλα, λιγότερο αποτελεσματικά, πολιτικά ιδεολογήματα, τα οποία, ωστόσο, αντλούσαν τη δύναμη της ακτινοβολίας τους από τα πιο αποτελεσματικά, ακόμη και όταν απέκλιναν λιγότερο ή περισσότερο από αυτά. Σε αυτά ανήκουν προσωποκρατίες που απέβλεπαν σε μια φιλική μυστική ένωση μεταξύ των μελών της κοινωνίας και μέσω αυτής της ένωσης στην υπέρβαση των παραδοσιακών κακών, ή ακόμη και θεωρίες των συστημάτων που από ιδεολογική άποψη φαίνονται άχρωμες, ο τρόπος θεώρησης των οποίων υπερπηδούσε εξαρχής βαθιά εχθρικά χάσματα στο κοινωνικό σώμα· πιο πάνω διαπιστώσαμε ήδη το πισωγύρισμά τους στη φιλοσοφία της ιστορίας. Στη συνέχεια θα δούμε πώς οι εκπρόσωποι τέτοιων ρευμάτων επιχείρησαν να ορίσουν την κοινωνική σχέση αποκλείοντας προγραμματικά την εχθρότητα, αν και η γενική εικόνα δείχνει ότι η επιτυχία τους ήταν μόνο μερική. Η εχθρότητα εξακολουθεί να εμφανίζεται σε πάρα πολλές κοινωνικοθεωρητικές και κοινωνικοψυχολογικές ανακατασκευές του φάσματος της κοινωνικής σχέσης ως ένας από τους πόλους του, και θα σχημάτιζε κανείς μια εντελώς εσφαλμένη για την ιστορία του πνεύματος εικόνα, αν ελάμβανε ως μέτρο αυτό που εδώ και μερικές δεκαετίες προσφέρεται στη Γερμανία και αποτελεί ένα δείγμα απαράμιλλης ηθικής και πολιτικής ορθότητας. Θα ξαναρχίσουμε με την τυπική κοινωνιολογία, η οποία από τις προϋποθέσεις της έπρεπε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και η επίδραση της οποίας ήταν βαθύτερη από όσο μας επιτρέπει να υποθέσουμε η επιρροή των «κλειστών» και των «ανοιχτών» θεωριών των συστημάτων.

Η Μαρξική αντίληψη για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση

Ενα σημαντικό βήμα πέρα από τον Feuerbach και προς την κατεύθυνση της θεμελίωσης μιας κοινωνικής οντολογίας κάνει ο Marx θέτοντας τον άνθρωπο και τη σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο στο πλαίσιο του κοινωνικού όλου, για να την κατανοήσει με αφετηρία την κοινωνία.

Ακριβώς με φόντο το κατάλληλα νοούμενο γεγονός της κοινωνίας δείχνει όμως ότι δεν επιτρέπεται να παγιώνεται ούτε η «κοινωνία» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στο «άτομο» ούτε το «άτομο» ως αφηρημένη έννοια απέναντι στην «κοινωνία». Το άτομο είναι κοινωνικό ον, ακόμη και στις μοναχικές του δραστηριότητες αντλεί το υλικό του (π.χ. τη γλώσσα στην οποία σκέφτεται) από τη συνολική κοινωνική δραστηριότητα και υπό αυτήν την έννοια αντιπροσωπεύει το «σύνολο των κοινωνικών σχέσεων». Η αμοιβαία διαμεσολάβηση ατόμου και κοινωνίας γίνεται λοιπόν μέσα σε διαρκή κοινωνική δραστηριότητα και έτσι την πιο πάνω εξηγηθείσα σχέση ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων και την κοινωνικότητα του ανθρώπου μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως σχέση μεταξύ του κόσμου των αισθήσεων και της πρακτικής δραστηριότητας. Ακολουθεί όμως ένα δεύτερο, όχι λιγότερο σημαντικό βήμα. Η αδιαίρετη τριάδα κόσμος των αισθήσεων, κοινωνικότητα και δραστηριότητα, όπως τη βρίσκουμε συμπυκνωμένη στο γεγονός της κοινωνίας, μας επιτρέπει να σκεφθούμε με συνέπεια, σε στενή συνάρτηση μεταξύ τους, το είναι –στον κόσμο ή το είναι– στη φύση και το ανθρώπινο συνείναι. Ως αισθητός και ον των αισθήσεων ο άνθρωπος είναι φύση, ζει μέσα στη φύση και από τη φύση, καθώς –αφού ως αισθητό ον ζει κοινωνικά– οργανώνει συλλογικά τον αναπόφευκτο αγώνα κατά της φύσης, δηλαδή τον διεξάγει με τα μέσα δραστηριότητας του ανθρώπινου γένους, δηλαδή της κοινωνίας. Αυτός ο αγώνας, με άλλα λόγια η εργασία, έχει συστατική σημασία τόσο για το γεγονός του συνείναι γενικά όσο και για την εκάστοτε ιστορική μορφή του.

Εφόσον ο άνθρωπος δουλεύει τον αντικειμενικό κόσμο ως ον του γένους, δηλαδή με τον τρόπο που απαιτεί η ειδική του σύσταση σε αντιδιαστολή προς τα άλλα ζώα, το αντικείμενο της εργασίας του είναι μια «αντικειμενοποίηση της ζωής του ανθρώπινου γένους». Με τον αγώνα, στον αγώνα και ως αγώνας με τη φύση υπάρχει και συγκεκριμενοποιείται το ανθρώπινο συνείναι, όποια και αν είναι η έκβαση του αγώνα, αν δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί να επιβληθεί σε μεγάλο ή μικρό βαθμό στη φύση: Ο καταμερισμός της εργασίας παραμένει ο σιδηρούς νόμος της κοινωνικής ύπαρξης και οργάνωσης.

Η ίδια η φύση διαμεσολαβείται σε αυτή τη διαδικασία κοινωνικά και κατ’ αυτά ο τρόπος τού συνείναι καθορίζει τις ακριβέστερες συνθήκες του είναι – στον κόσμο· ασφαλώς εξακολουθεί να υπάρχει πάντοτε μια εξωκοινωνική, «εξωτερική» φύση, οι νόμοι της οποίας ισχύουν πλήρως και για την κοινωνικά διαμεσολαβημένη· αυτή η διαπίστωση δεν έχει όμως κοινωνικοοντολογική σημασία, ενδιαφέρει μόνο στον βαθμό που θέλει κανείς να θεωρήσει τον άνθρωπο «ως ξεχωριστόν από την φύση».

ΠΗΓΗ: Καθημερινή, 01.04.2007

Advertisements

Tagged:

§ One Response to Νέα προσέγγιση των κοινωνικών δομών

What’s this?

You are currently reading Νέα προσέγγιση των κοινωνικών δομών at Π.Κονδυλης (Kondylis).

meta

Αρέσει σε %d bloggers: