Ο Π. Κονδύλης έγινε γνωστός στο ελληνικό ευρύ κοινό όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 αναπτύχθηκε έντονη πολεμική πάνω στις θέσεις του για το ενδεχόμενο ελληνο-τουρκικού πολέμου και τη στρατηγική της Ελλάδας. Οι αντίπαλοί του τον αντιμετώπισαν ως πολεμοχαρή εθνικιστή.

Για να αξιολογήσει ο βιαστικός αναγνώστης την εγκυρότητας του παραπάνω χαρακτηρισμού, παραθέτω μία συρραφή σύντομων αποσπασμάτων από έργα του όπου γίνονται αναφορές στο σύγχρονο ελληνικό εθνικισμό και αντι-εθνικισμό. Να σημειωθεί ότι ο Κονδύλης βασίζεται στην “πολιτική έννοια” του έθνους: “Το πολιτικά φλέγον ερώτημα είναι αν συγκεκριμένα σύνολα έχουν την ανάγκη και τη διάθεση, έστω και επιστρατεύοντας μύθους, να ορίσουν τον εαυτό τους ως έθνος και να ενεργήσουν στο όνομα αυτού του έθνους.” [Βλ. Το έθνος στην πλανητική εποχή (Καθημερινή, 07/04/1996) και σχετική κριτική Ζιάκα: http://www.ardin.gr/node/839 ]

Ι. Εθνικιστές

Οι εθνικιστικές συμπάθειες και αντιπάθειες μου είναι τόσο ξένες ώστε δεν διστάζω να πω καθαρά ότι οι ρόλοι του επιτιθεμένου και του αμυνομένου θα αντιστρέφονταν αν ο ισχυρότερος και συνεχώς ισχυροποιούμενος δεν ήταν η Τουρκία παρά η Ελλάδα

[ Πηγή: http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/someritis/ ]

Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου.

[ Πηγή: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

Eχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενοι γαλανόλευκα ράκη, οπότε το καλεί η περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

Οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ. διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτραφούς χώρας.

[ Πηγή: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από Φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού.

[ Πηγή: http://koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1175587458&archive=&start_from=&ucat=5& ]

ΙΙ. Αντιεθνικιστές

Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες Φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών.

[ Πηγή: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

O,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό»

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

ΙΙΙ. Κοινά στοιχεία εθνικιστών – αντιεθνικιστών

Η ανικανότητα ενός έθνους…θέτει σε κίνηση ένα διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό, ως προσπάθεια να υποκαταστήσει με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις και την παραδοσιολατρεία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’αυτήν την άποψη ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτικός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους.

[ Πηγή: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/25.pdf ]

Όπως ο εθνικισμός, έτσι και ο αντίπαλός του οικουμενισμός και οικονομισμός έχει συγκεκριμένους φορείς, εμπνευστές και προπαγανδιστές, τόσο ιδιοτελείς όσο και αφελείς. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνον η ιδιοτέλεια, αλλά και η αφέλεια των δεύτερων ξεπερνά εκείνη των πρώτων. Έτσι συμβαίνει λ.χ. και ως προς την αποτίμηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση – έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις.

[Πηγή: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf ]

IV. Υπέρβαση εθνικισμού, αντιεθνικισμού

Δεν είμαι “εθνικιστής” και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο.

[ Πηγή: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/25.pdf ]

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης.

Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.).

Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

[ Πηγή: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/ ]

(Για μια εκτενέστερη ιστορική αναδρομή στον ελληνοκεντρισμό, βλ. “Η καχεξία του ελληνικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία”, περίληψη της οποίας είναι αναρτημένη εδώ: http://panosz.wordpress.com/2009/02/28/kondylis/#more-5738 ).


Ο δανδής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως άκρως εκλεπτυσμένη και απολύτως αναντικατάστατη ατομικότητα, και το spleen από το οποίο εμφορείται είναι το αντίτιμο που πρέπει να καταβάλει γι’ αυτήν του την εκλεπτυσμένη και αναντικατάστατη φύση – αντίτιμο το οποίο πληρώνει βέβαια αγόγγυστα. Γιατί το spleen μπορεί μεν να σημαίνει εσωτερική δοκιμασία και ερωτοτροπία με την άβυσσο, συνάμα όμως είναι σήμα κατατεθέν του εκλεκτού και πνευματικός τίτλος ευγενείας, προ πάντων δε είναι οφθαλμοφανέστερο διακριτικό γνώρισμα και μέσο περιχαράκωσης έναντι των πολλών, οι οποίοι είναι ανίκανοι να βιώσουν τέτοια εκλεκτά αισθήματα. Το μελαγχολικό habitus εμπεριέχει κοινωνική αιχμή, και ως εκ τούτου δεν κρύβεται. Καθώς θεωρείται παρεπόμενο και πεμπτουσία της ατομικής εκλέπτυνσης, εκτίθεται σε κοινή θέα, προκειμένου μέσω της αντίθεσης να βάλει το profanum vulgus μπροστά στον καθρέφτη. Όμως, για να αποδώσει η πρόκληση, δεν επιτρέπεται να δοθεί η εντύπωση, ότι η μελαγχολία δεν είναι παρά αδυναμία χαρακτήρα ή φυγή από εκείνους τους αγώνες που απαιτούν μάλλον σκληραγωγία παρά εκλέπτυνση. Γι’ αυτό κάνει την είσοδό της στη σκηνή επιθετικά και εμφανίζεται σε δηκτική ειρωνεία που αστράφτει μεν, παραμένει όμως πάντοτε σε δεύτερο πλάνο – και μόνο ως φόντο της ειρωνείας γίνεται αισθητή. Στον βαθμό που η μελαγχολία χάνει σε ποιότητα προκειμένου να μετατραπεί σε εχθρότητα ή διαμαρτυρία, εκφυλίζεται και η ειρωνεία σε προπετή εριστικότητα. Αυτός ο συνδυασμός γεννά τον σημερινό δημοσιογραφικό κριτικό του πολιτισμού, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως χυδαίος ή μαζικοδημοκρατικός δανδής.

 Από τον δανδή, που αποφεύγει την κοινωνία και αποζητά το σαλόνι, διαφοροποιείται ο αναχωρητής, που απογοητευμένος από την πορεία του κόσμου ανακαλύπτει την σοφία στη φροντίδα του κήπου του ή πάλι αποτραβιέται ως ασκητής και προφήτης στην έρημο και από κει εξαπολύει τους μύδρους του ενάντια στην αμαρτωλή τροπή της ζωής του λαού του. Στην τελευταία περίπτωση, το αντίστοιχο της μελαγχολίας δεν είναι πλέον η καλλιεργημένη πολυσήμαντη ειρωνεία, αλλά ο μελετημένος σαρκασμός που κορυφώνεται σε ιερή οργή, γιατί στη θέση του επιπόλαιου ανηθηκισμού του δανδή κάνει την εμφάνισή του ένας αυστηρός, βαθιά δύσπιστος και μονίμως άγρυπνος ηθικισμός. Καθώς το ηθικό αίτημα είναι απόλυτο, η επαφή με την εκάστοτε συγκεκριμένη ανθρώπινη πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην απελπισία, και το πέρασμα από τη μελαγχολία στην απελπισία συντελείται αυτόματα μαζί με το πέρασμα από την απελπισία στην επιθετικότητα του τιμητή. ΄Όμως τιμητής έχει το δικαίωμα να είναι, βέβαια, μόνο όποιος νοιώθει τη συνείδησή του απαλλαγμένη από βάρη. Γι’ αυτόν τον λόγο ο προφήτης (όσο παραμένει προφήτης, δηλ. όσο αγαπάει την έρημο περισσότερο από την τύρβη της πολιτικής) δεν μπορεί να βρει αυθεντικούς συνοδοιπόρους, και κατά βάθος ούτε και θέλει: η φωνή του ορθού φρονήματος ακούγεται δυνατότερα και καθαρότερα όταν βγαίνει από ένα και μοναδικό στόμα.

Σε αυτό το σημείο χωρίζουν οι δρόμοι του μοναχικού προφήτη από εκείνους του πολιτικού επαναστάτη, ο οποίος είναι αναγκασμένος να στηριχτεί στη συλλογική δράση. Ανάλογα διαφοροποιείται και η κοινωνική αποβλεπτικότητα της μελαγχολίας. Αυτήν δεν τη γεννάει τώρα το θέαμα της γενικής ηθικής κατάντιας, που ενδεχομένως να κατέληγε σε μια εξ ίσου γενική θρηνολογία για την ανθρώπινη διαφθορά, αλλά μάλλον η σύγκριση ανάμεσα σε ό,τι θα μπορούσαν, και μάλιστα όφειλαν να είναι, αν είχαν μπορέσει να εξελιχτούν σύμφωνα με την αληθινή φύση και τον αληθινό προορισμό τους. Η μελαγχολία αντιστοιχεί λοιπόν σε μία απώλεια ή πάντως σε μια έλλειψη, που μελλοντικά θα αντισταθμιστεί, αλλά μέχρι τότε χρησιμεύει ως μέτρο προσφυές για την αποτίμηση της παρουσίας του κακού στην κοινωνία. Εδώ κάνει την εμφάνισή της η τυπική αντιδιαστολή Είναι και Δέοντος, ιδεώδους και πραγματικότητας, ως μοχλός επαναστατικής αλλαγής της τελευταίας. Η πεποίθηση πως κάθε άνθρωπος είναι δυνητικός φορέας του Δέοντος και του ιδεώδους επιτρέπει, ανεξάρτητα από τις γενικόλογες ηθικές αιτιάσεις, τη συγκέντρωση των πυρών της πολεμικής στα συγκεκριμένα κακώς κείμενα της κοινωνίας, και επομένως τη στρατολόγηση συμμάχων ή οργάνων για τη δίκαιη υπόθεση από την πλειοψηφία εκείνων που στηλίτευε ο φλογερός αλλά απολιτικός προφήτης. Στη συλλογική δράση ή, όταν η δράση δεν μπορεί να είναι συλλογική με την έννοια της μαζικής συμμετοχής, στη μέθη απλώς του ακτιβισμού εξαφανίζεται τελικά και η μελαγχολία. Γιατί στην πολιτική απραξία, η απώλεια ή η έλλειψη για τις οποίες κάναμε λόγο γίνονται αισθητές στον μέγιστο βαθμό. Αυτός είναι ο λόγος που η επαναστατική πράξη, η οποία κανονικά θα έπρεπε να είναι απλώς το μέσο της αναίρεσης της απώλειας και της έλλειψης, βιώνεται και θεωρείται η ίδια ως αναίρεση, καθώς συνιστά το αντίθετο της απραξίας.

Από το βιβλίο του Π.Κονδύλη “Μελαγχολία και πολεμική”. Τίτλος, επιλογή αποσπάσματος Κ. Καλφόπουλος. Πηγή εδώ 
Σύντομη συζήτηση έχει γίνει εδώ: http://anagnosmatario.blogspot.com/2007/07/blog-post.html

Satellite politics

12Αυγ09

” The late Panayiotis Kondylis, Greece’s sole real modern strategist, was the only voice that brutally and publicly demolished accepted Greek illusions about a national security model exclusively depended on the imaginary willingness of others to provide the level of protection Greece is unable to provide for herself. In his Theory of War (1997) Kondylis warned that Greek troubles with Turkey emanated from the fundamental strategic error of Greece convincing herself that Turkey perceives EU membership with the same singular fervor as that permeating Greek political and economic elites — or, that Greece’s European partners are fundamentally committed to solidarity with Greece against Turkish actions come hell or high water.

These and other erroneous premises on the part of a country that fails to stand on her own two feet, and expects other to do what she cannot fulfill in her own defense, Kondylis argued, will mathematically result in the “European-ization” of Turkey working as the ironic lever of turning Greece into a permanent satellite of the Euro-Asian, neo-Ottoman Turkish great power through a protracted process of European-Turkish negotiation in which (a) Turkey makes constant demands for preferential interpretation of accession criteria and (b) the Europeans, in wishing not to slam the door in Turkey’s face but, at the same time, unwilling to openly water down EU criteria, choose the convenient outlet of offering “incentives” to Ankara at the expense of a submissive, but wholly “European,” Greece.

Kondylis’ conception carries a frightening logic that is confirmed in practice with each passing day. “

02.08.2009

SOURCE


Επισημαίνουμε μια νέα κυκλοφορία κονδυλικού ενδιαφέροντος.

Παναγιώτης Ήφαιστος

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ των ΕΘΝΩΝ

Σύμφωνα με το συγγραφέα:

Το παρόν πόνημα επιχειρεί να εντάξει σε ένα ενιαίο αναλυτικό πλαίσιο τα τρία επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή τον άνθρωπο, το κράτος και το διεθνές σύστημα. Οι αναφορές του είναι μακροϊστορικές. Στηρίζεται μόνο σε δευτερογενείς πηγές που εκτιμώ ότι είναι έγκυρες και αξιόπιστες, κυρίως στους Παναγιώτη Κονδύλη, Χρήστο Γιανναρά, Γιώργο Κοντογιώργη και Θόδωρο Ζιάκα.

—————————————————–

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ βιβλίου

Ευρετήριο

Τίτλοι δοκιμίων τέλους (1-244)

Επισημάνσεις

Επιλεγμένα αποσπάσματα από το βιβλίο

ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ. Μέσα στον σκληρό πυρήνα του πολιτικού πολιτισμού βρίσκονται οι συγκλίνουσες και αλληλοσυμπληρούμενες έννοιες «εθνική κοσμοθεωρία», «έθνος», «εθνική ανεξαρτησία», «εθνοκράτος», «δημοκρατία», «κοινωνική ελευθερία» και «πολιτική ελευθερία». Παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο των εννοιών αυτών είναι διαφορετικό ανάλογα με την ανθρωπολογική ετερότητα κάθε κοινωνικής οντότητας, μορφικά είναι πανομοιότυπες για όλα τα έθνη. Η διαρκής διαχρονική πνευματική και πολιτική ανάπτυξή τους συγκροτεί την Κοσμοθεωρία των εθνών. Η κατίσχυση της κοσμοθεωρίας των εθνών και η σταθερότητα τον 21ο αιώνα συναρτάται, πρωτίστως, με την εμπέδωση της εθνικής ανεξαρτησίας ως θεμελιώδους κοσμοθεωρητικής παραδοχής όλων των εθνών και με την εκ του γεγονότος αυτού ανάπτυξη αντιηγεμονικών εθνοκρατοκεντρικών συσπειρώσεων.

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΒΑΦΗΣ. Ο τίτλος Κοσμοθεωρία των Εθνών εμπνέεται από τον Ρήγα Φεραίο. Τα κεντρικά κεφάλαια του βιβλίου, εξάλλου, κτίστηκαν γύρω από τα μνημειώδη ποιήματα του Καβάφη Τείχη (υλιστικά τείχη που κτίζονται γύρω από τη μοντερνιστική δημόσια σφαίρα), Βάρβαροι (οι λογικές απολήξεις του μεταμοντερνισμού στα ανθρωπολογικά Σόδομα και Γόμορρα) και Ιθάκη (τα ταξίδι του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος και οι προϋποθέσεις μιας ολοένα μεγαλύτερης σταθερότητας).

Η ΛΑΙΛΑΠΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ. Οι καταστροφικές ιδεολογίες και οι διεθνισμοί του 19ου και 20ού αιώνα –αναρχισμός, ναζισμός, κομουνισμός, φιλελευθερισμός– είχαν την ίδια υλιστική μάνα και την ίδια τύχη: Αφού μάτωσαν την ανθρωπότητα εισερχόμενοι στον 21ό αιώνα καταρρέουν κάτω από το βάρος των αντιφάσεών τους. Όσο απομακρυνόμαστε από την αποικιοκρατία αποδεσμεύονται οι εθνικές πνευματικές δυνάμεις, εμπεδώνεται η εθνική ανεξαρτησία ως άξονας εθνοκρατοκεντρικών αντιηγεμονικών συσπειρώσεων και κατισχύει η κοσμοθεωρία των εθνών. Στον αντίποδα βρίσκονται οι παρακμιακές τάσεις που θρέφουν τα μεταμοντέρνα ιδεολογήματα, η επικράτηση των οποίων αποτελεί επιστροφή στο μέλλον υλιστών όπως οι La Mettrie και ο μαρκήσιος de Sade.


ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ. Υλισμός, ιδεολογία και διεθνισμός είναι το τρίδυμο της καταστροφής των τελευταίων αιώνων. Ο συνεπέστερος υλιστής είναι ο μαρκήσιος de Sade. Ο υλισμός στις έσχατες απολήξεις του είναι φιλοτομαρισμός, εγωπάθεια, ιδιωτεία, φιλαυτία, μηδενισμός, άκρατος ηδονισμός και έγκλημα. Ο μοντερνισμός σταδιακά διολίσθησε στην αντιπνευματικότητα κτίζοντας πανύψηλα υλιστικά τείχη γύρω από τη δημόσια σφαίρα των ευρωπαϊκών κρατών. Η σταδιακή επικράτηση των υλιστικών ιδεών είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τη νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος, την κατάληψη του πλανήτη από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις, την επί αιώνες καταλήστευση του πλούτου των εθνών, τις εθνοκαθάρσεις στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, πολλούς πολέμους, πολλές γενοκτονίες, πολλά μεγάλα νεκροταφεία, διαίρει και βασίλευε και άπειρα περιφερειακά προβλήματα. Αυτά είναι και τα μεγαλύτερα εγκλήματα όλων των εποχών τα οποία η μοντερνιστική ιδεολογικοπολιτική ορθότητα και ο πολιτικοστοχαστικός καθωσπρεπισμός ελέω επικοινωνιακής ισχύος επί αιώνες φυλάσσουν ως επτασφράγιστο μυστικό. Αναλύονται σε βάθος ζητήματα της ιστορίας διεθνών σχέσεων και των διαχρονικών ανθρωπολογικών διαμορφώσεων, καθώς επίσης τονίζεται ο υπονομευτικός ρόλος των ιδεολογικοπολιτικών (πανεπιστημιακών) εκπαιδευτηρίων τα οποία στις μέρες μας κατακυριεύονται από τις πιο ακραίες τάσεις του μεταμοντερνισμού με αποτέλεσμα να ροκανίζονται τα ανθρωπολογικά θεμέλια των δυτικών κοινωνιών.

ΑΝΟΔΟΣ, ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ. Οι αφετηρίες του πολιτικού πολιτισμού βρίσκονται στην κλασική αρχαιότητα. Το πνευματικό κτίσιμο των εθνικών κοσμοθεωριών εν μέσω αναστολών, αντιστροφών και αντιξοοτήτων ήταν και συνεχίζει να είναι ανοδικό. Εις πείσμα των υλιστικών παραδοχών που βασικά αναδείχθηκαν μετά τον 16ο αιώνα τα έθνη συγκροτούν και κτίζουν ακατάπαυστα τις εθνικές-ανθρωπολογικές προϋποθέσεις ενός πολιτισμένου εθνοκρατικού πολιτικού βίου και ενός εθνοκρατοκεντρικά θεμελιωμένου διεθνούς συστήματος. Βάση της ανάλυσής μας είναι η κοινωνιοκεντρική θεμελίωση των εθνών και ο Αριστοτελισμός, τις κοσμοθεωρητικές προεκτάσεις του οποίου και αντιπαραθέτουμε στον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό.

ΕΕ ΩΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΜΕΤΑΝΕΟΤΕΡΙΚΟΥ ΕΘΝΟΚΡΑΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. Η ΕΕ εξετάζεται ως ένα πρότυπο μελλοντικού εθνοκρατοκεντρικού συστήματος και τονίζεται ο υπονομευτικός ρόλος των διεθνιστικών ιδεολογημάτων που ροκανίζουν τα θεμέλια του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Υποστηρίζεται ότι παρά τα πλήγματα που επέφερε ο υλισμός, οι ιδεολογίες και οι διεθνισμοί το έθνος επανέρχεται ολοζώντανο. Στον αντίποδα των υλιστικών θεωρήσεων σταδιακά επανέρχονται οι εθνικές κοσμοθεωρίες που κτίζονταν επί χιλιετίες. Ο πολιτικός πολιτισμός κορυφώθηκε στη Βυζαντινή Οικουμένη, αλλά έκτοτε δέχτηκε μεγάλα πλήγματα από την πτώση της Βασιλεύουσας Πόλης, της Κωνσταντινούπολης.


Περίληψη του Προλόγου στην ελληνική έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου. (Δημοσιεύθηκε το 1999· τίτλος και περίληψη από herrk)

Η κατάρρευση του κομμουνισμού γέννησε σε πλείστους όσους την εντύπωση ότι η ενασχόληση με στοχαστές όπως ο Μαρξ και ο Ενγκελς δεν έχει πλεόν αντικείμενο. Ομως η σκέψη του Μαρξ έχει και μια δεύτερη ιστορία, πολύ διαφορετική από εκείνη που συνέδεσε το όνομά του με το σοβιετικό καθεστώς: είναι η ιστορία της βαθύτατης επίδρασής της στις κοινωνικές επιστήμες του 20ου αιώνα. Με το Μαρξ δεν θα έχει καμία δυσκολία ο αναγνώστης αν ξέρει να τον διαβάζει όπως τον Μοντεσκιέ, τον Τοκβίλ ή τον Παρέτο αδιαφορώντας ίσως κατά βάθος για τις πολιτικές τους συμπάθειες και τις πολιτικές τους προβλέψεις. Οποιος θα ταύτιζε την τύχη του Μαρξ με την τύχη του σοβιετικού κομουνισμού θα έκανε το ίδιο ασυγχώρητο λάθος όπως και αν θεωρούσε ξεπερασμένο τον Αριστοτέλη  μετά την αποσύνθεη της δουλοκτητικής κοινωνίας.

Βέβαια όσοι προσέγγιζαν παλιότερα το έργο του Μαρξ είχαν μάλλον τρέχοντα πολιτικά παρά σταθερά θεωρητικά ενδιαφέροντα. Δεν είναι διόλου δυσνόητο από ψυχολογική άποψη το ότι οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι στρέφονται σήμερα με την ίδια προκατάληψη και μονομέρεια προς όσα επιτάσσει η σημερινή μόδα φροντίζοντας να απαλείψουν τα ίχνη της θητείας τους στον μαρξισμό. Γιατί τη θητεία αυτή τη συνέδεσαν κυρίως όχι με μία εμβάθυνση στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων αλλά με την αναζήτηση μιας ατομικής και ομαδικής λύτρωσης. Ως γνωστόν, όποιος απογοητεύεται σε τέτοιους έρωτες αναπτύσσει μνησικακίες. Σε τούτο προστίθεται η πεζή ανάγκη επιβίωσης και επιτυχίας. Αυτό το πλέγμα κινήτρων εξηγεί τη μάλλον μεγάλη ευκολία με την οποία πολλοί χτεσινοί συνοδοιπόροι του σοβιετισμού έχουν γίνει σήμερα συνοδοιπόροι του αμερικανισμού. Ομως ούτε χτες γνώριζαν, ούτε σήμερα γνωρίζουν τι κάνουν.

Ας αφήσουμε όμω την ψυχολογία για να γυρίσουμε στην κοινωνική θεωρία. Συχνότατα λησμονείται ότι ο μαρξιστικός οικονομισμός συνιστά άμεση κληρονομιά του φιλελευθερισμού. Ακριβώς επειδή ο οικονομισμός είναι σαρξ εκ της σαρκός του φιλελευθερισμού, η αποσύνθεση του ιστορικού υλισμού και της “οικονομικής ερμηνείας” της ιστορίας μετά το 1989 όχι μόνον δεν συνεπέφερε την υποχώρηση του οικονομισμού αλλά είχε το αντίθετο αποτέλεσμα. Την εποχή του ψυχρού πολέμου οι φιλελεύθεροι αντίπαλοι του μααρξισμού ήσαν υποχρεωμένοι να πολεμούν τον “υλισμό” υπογραμμίζοντας τους “πολιτικούς”, “πνευματικούς” και λοιπούς μη οικονομικούς παράγοντες. Σήμερα όμως ο δυτικός καπιταλισμός δεν χρειάζεται να ασκεί κριτική από αυτήν τη σκοπιά και μπορεί να δείχνει απροκάλυπτα – και ενίοτε αδιάντροπα – το οικονομιστικό του πρόσωπο, ιεραρχώντας με οικονομιστικά κριτηρια όχι μόνον τους ιστορικούς παράγοντες αλλά  και τις ίδιες τις “πνευματικές αξίες”· όποιος γνωρίζει πχ τις εργασίες της οικονομικης σχολής του Σικάγου θα έχει διαπιστώσει ότι οι ερμηνείες της για την οικογένεια, τη φιλία, τη θρησκεία κτλ ξεπερνούν σε οικονομιστική χυδαιότητα και τις χονδροειδέστερες εκδοχές του “χυδαίου μαρξισμού”.

Οσο κι αυτό ακούγεται περίεργο, η μαρξιστική ουτοπία ήταν πιο ρεαλιστική από τη φιλελεύθερη. Οχι ως πιο εφικτή, αλλά επειδή έθετε αυστηρότερους προκαταρκτικούς όρους για την πραγματοποίησή της: Οταν ο μαρξισμός μιλούσε για κατάργηση των πολέμων, την εξαρτούσε από την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, εννοώντας μ’ αυτήν την ικανοποιητική για όλους κατανομή των αγαθών. Ο σημερινός φιλελευθερισμός όμως αντιλαμβάνεται την κατάργηση των τάξεων ως κοινωνική κινητικότητα και όχι ως γενικά αποδεκτή κατανομή των αγαθών. Ο θεωρητικά έωλος και πρακτικά ιδιοτελής ουτοπισμός του έγκειται στην πεποίθηση ότι η παγκοσμιοποίηση θα επιφέρει καθ’ εαυτήν την ειρήνη, μολονότι γίνεται ολοένα προφανέστερο ότι η παγκοσμιοποίηση οξύνει παρά αμβλύνει το πρόβλημα της κατανομής!

Είναι άτοπο λοιπόν να βγάλουμε από το πάνθεον των σημαντικών κοινωνικών θεωρητικών το Μαρξ αλλά και να αγνοήσουμε εντελώς την πολεμολογία του Λένιν, η οποία έχει και διαχρονική σημασία, εφόσον ξεκινά, όπως και ο Κλαούζεβιτς, από τη συνάφεια πολέμου και πολιτικής, αλλά και ιστορική διάσταση, που συνδέεται με την ιμπεριαλιστική εποχή και αναφέρεται στηη συγκρότηση και τον τρόπο λειτουργίας ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος: οι πόλεμοι ξεπηδούν από τις πολλές και βαθειές ρωγμές του συστήματος αυτού.


Το βιβλίο περιέχει επιλογή αφορισμών του Ριβαρόλ – συγχρόνου και πολέμιου της Γαλλικής Επανάστασης – σε μετάφραση Κονδύλη. Στην εισαγωγή του [περίληψη από herrk παρακάτω] ο Κονδύλης επιχειρεί σύνθεση των απόψεων του Ριβαρόλ περί πολιτικής. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι ο Κονδύλης δεν συμμερίζεται τις απόψεις αυτές.

“Η πολιτική είναι όπως η Σφιγξ του μύθου: καταβροχθίζει όσους δεν λύνουν τα αινίγματά της” (Ριβαρόλ)

Περίληψη εισαγωγής

Από το Ριβαρόλ, τον πνευματώδη αντεπαναστάτη του 18ου αιώνα, έχουμε να μάθουμε πολλά όσον αφορά το ρεαλισμό του ηττημένου. Ο ηττημένος δεν γνωρίζει μονάχα τις αδυναμίες της δικής του παράταξης αλλά και διαβλέπει, με την οξυδέρκεια του μίσους, τι κρύβεται πίσω από τα συνθήματα και τις επαγγελίες του νικητή.

Η πολιτική δεν μπορεί να ρυθμισθεί μόνιμα με βάση την ανταλλαγή θεμελιωμένων επιχειρημάτων μεταξύ έλλογων συνομιλητών. Όταν πρόκειται για μεγάλες μάζες, η κυριαρχία των παθών δεν απαιτεί καν τα περιβλήματα της λογικής. Σε περιόδους ομαλότητας το πλήθος δεν απαιτεί παρά άρτον και θεάματα. Όταν ο άρτος σπανίζει ή κινδυνεύει, τα θεάματα αραιώνουν ή αγριεύουν και καθώς πολώνεται η πολιτική κοινότητα, αντίστοιχα συμπυκνώνεται η ψυχή των μαζών σε μονοδιάστατα κι ευκρινή πάθη που ακολουθούν τη λογική του μαύρου και του άσπρου.

Εφόσον οι μάζες είναι η πρώτη ύλη της πολιτικής και εφόσον οι μάζες κυριαρχούνται από πάθη, η πολιτική δραστηριότητα θα μπορούσε να ορισθεί ως χειραγώγηση ή διαχείριση των μαζικών παθών.

Όποιος διαχειρίζεται τα πάθη των μαζών σε περίοδο ομαλότητας από θέση κυβερνήτη έχει ως κύριο μέλημα τη χαλιναγώγησή τους μέσω ενός συνδυασμού ιδεολογίας και εξαναγκασμού ο οποίος παραλλάσσει ανάλογα με τη συγκυρία: όποτε τα ιδεολογικά μέσα ατονούν, εντείνεται ο εξαναγκασμός και όποτε επαρκούν η υλική βία ασκείται πιο διακριτικά. Στις ιστορικές εκείνες περιπτώσεις όπου η χειραγώγηση γίνεται με ορθή μίξη ιδεολογίας και εξαναγκασμού, ενώ παράλληλα είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι η εξουσία γενικά ασκείται με πνεύμα πρόνοιας και δικαιοσύνης, τότε η πολιτική κοινότητα επιτυγχάνει τον περιορισμένο – αλλά διόλου αμελητέο – βαθμό τελειότητας που της επιτρέπει η ατέλεια των ανθρώπων.

Όπως η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να χαλιναγωγήσει πάθη, έτσι και η επανάσταση οφείλει να υποκινήσει και να εξάψει πάθη, τουλάχιστον ώσπου να επικρατήσει. Δίκαια αιτήματα δεν γεννούν καθ’ εαυτά επαναστάσεις, εάν δεν συνδεθούν με μαζικό μίσος εναντίον πράξεων που θεωρούνται ως αδικία και εναντίον εκείνων που τις διαπράττουν. Για να δράσει επαναστατικά, το αίτημα της δικαιοσύνης πρέπει να μεταβληθεί σε σύνθημα με θρησκευτικές και εσχατολογικές συμπαραδηλώσεις και να γίνει τόσο γενικό κι αόριστο ώστε να συμφύρεται με τις εκρήξεις της ηφαιστειώδους συλλογικής ψυχής.

Ο διανοούμενος δίνει στα πάθη (είναι αδιάφορο αν τα πάθη σχετίζονται με “δίκαια” αιτήματα) μορφή ιδεολογίας και μάλιστα αρκετά απλής ώστε να συγκινήσει και να κινήσει μάζες. Η ιδεολογικοποίηση παθών είναι λοιπόν η θεμελιώδης υφή της επαναστατικής διαδικασίας και γι’αυτό δε συνιστά αντίφαση το ότι η μία της όψη είναι η φιλοσοφία και η άλλη η τρομοκρατία.

Η πολιτική ως δραστηριότητα είναι εξ ορισμού υπόθεση κοινωνικών ελίτ, είτε οι πολιτικά ενεργές ομάδες ενστερνίζονται “προοδευτικές” είτε “συντηρητικές” αρχές. Μια επαναστατική κυβέρνηση επιδιώκει το ίδιο όπως και κάθε προηγούμενη κυβέρνηση: να χαλιναγωγήσει τα πάθη των μαζών και πρώτα απ’όλα να χαλιναγωγήσει όσους διανοουμένους είχαν υποκινήσει αυτά τα πάθη για λογαριασμό της επανάστασης.


Ενδιαφέρον κείμενο, καλών προθέσεων!

Απόσπασμα:

“Τόσο ο Κονδύλης, υποστηρίζοντας τον «επιστημονικό-ρεαλιστικό λόγο», όσο και ο Λυκιαρδόπουλος, υποστηρίζοντας τον «προφητικό-απελευθερωτικό λόγο», τοποθετήθηκαν εξ υπαρχής κατά τής «αξίωσης κυριαρχίας» και τής «εξουσίας». Ο μεν πρώτος, παρά τον έκδηλο «κυνισμό» τής σκέψης του, είναι φανερό οτι κρίνει τον δεύτερο επειδή κατά τη γνώμη του δεν θέλει ν’ αναλάβει ουσιαστικά την αντεξουσιαστική δέσμευση μιάς τελεσίδικης απόρριψης κάθε αξίωσης κυριαρχίας. Ο δε δεύτερος, παρά τον έκδηλο «ρομαντισμό» τής σκέψης του, κρίνει τον πρώτο επειδή κατά τη γνώμη του εξισώνει το Όραμα με την εξουσία και αρνείται να εξετάσει τις διαφορές και τις δρώσες αντεξουσιαστικές αντιθέσεις μέσα στον πραγματικό κόσμο.”

Ολόκληρο το κείμενο του άρθρου:

http://www.happyfew.gr/www/archives/tips/tips16.html


 

[Δεν περιλαμβάνει αμιγώς μεταφραστικό έργο]

[Όπου δεν αναφέρεται μεταφραστής γερμανικών έργων του ΠΚ, μετάφραση: ΠΚ]

[ Άρθρα που αναδημοσιεύτηκαν σε βιβλία, δεν αποτελούν ξεχωριστά λήμματα]

 

·         Burnham, J.,  Η επανάσταση των διευθυντών [The Managerial Revolution] Εκδόσεις Κάλβος, 1970. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

Απόσπασμα: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/07/burnham/

 

·        Machiavelli, N.,  Εργα (δίτομο) [Opere]. Εκδόσεις Κάλβος, 1972. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

 

·        Marx, K., Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής  φιλοσοφίας [Differenz der demokritischen und epikureischen Naturphilosophie, 1841]. Εκδόσεις Γνώση, 1983.  Μετάφραση, εισαγωγή και υπομνηματισμός: Π. Κονδύλης

Περίληψη εισαγωγής: http://kondylis.wordpress.com/2009/03/05/marxthese/

Βιβλιοκρισία Μάλλη: http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6086&contents=

 

·        Κονδύλης, Π., Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη. Από τον όψιμο Μεσαίωνα ως το τέλος του Διαφωτισμού. Εκδόσεις Γνώση, 1983

 

·        Κονδύλης, Π., Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις Στιγμή, 1984

Αποσπάσματα: http://politikokafeneio.com/istoria/marks2310.htm

Βιβλιοκρισία Σταματίου: http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/NPA/npa-2006-24242.pdf

 

·        Αμητός στη μνήμη Φώτη Αποστολόπουλου. Εκδοση: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1984. Προλογικό σημείωμα: Π. Κονδύλης

 

·        Marx, K., F.Engels, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα. Εκδόσεις Γνώση, 1985. Μετάφραση, εισαγωγή και υπομνηματισμός: Π. Κονδύλης

Βιβλιοκρισία Κυρτάτα:

http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6114&contents=

 

·        Κονδύλης, Π., Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός (δίτομο). Εκδόσεις Θεμέλιο, 1987

[Πρωτότυπο: Die Aufklärung im Rahmen des neuzeitlichen Rationalismus (1981)]

 

·        Κονδύλης, Π., Ο νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες. Εκδόσεις Θεμέλιο, 1988

Περιεχόμενα:

Εισαγωγικά

Η έννοια της φιλοσοφίας

Η έννοια της μεταφυσικής

Το πρόβλημα του υλισμού

Ο Ψαλλίδας, ο Παμπλέκης και η Θεία Αποκάλυψη

Απόσπασμα: http://www.ardin.gr/page/article.php?id=ARDIN_I_23-S_1-A_8

Το ηλιοκεντρικό σύστημα και η πληθύς των κόσμων

Το πρόβλημα του σκεπτικισμού

Το ηθικοφιλοσοφικό πρόβλημα

Η παρουσία της Καρτεσιανής φιλοσοφίας

Ο Κοραής και η φιλοσοφία του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

Η παρουσία της αρχαίας φιλοσοφίας στα “Στοιχεία Μεταφυσικής” του Βενιαμίν Λεσβίου και οι τύχες του Αριστοτελισμού

Η παρουσία του Πλάτωνα.

Βιβλιοκρισία Μερακλή: http://www.ardin.gr/node/1084

Βιβλιοκρισία Ασδραχά:  http://kondylis.wordpress.com/2009/02/16/asdraxas/

 

·        Κονδύλης, Π., Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Εκδόσεις Θεμέλιο, 1991

[Γερμανική παράλληλη έκδοση: Der Niedergang der bürgerlichen Denk- und Lebensformen. Die liberale Moderne und die massendemokratische Postmoderne (1991)]

Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση:

Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία  (1990)

Περίληψη: http://panosz.wordpress.com/2009/02/28/kondylis/#more-5738

Ολόκληρο το βιβλίο:

http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6022&contents=

Βιβλιοκρισία Χατζηβασιλείου:

http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/NPA/npa-2005-16771.pdf

Κριτική Κούρτοβικ:

http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/NPA/npa-2005-13719.pdf

 

·        Κονδύλης, Π., Ισχύς και απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών. Μετάφραση Π. Κονδύλης. Εκδόσεις Στιγμή, 1991

[Πρωτότυπο: Macht und Entscheidung. Die Herausbildung der Weltbilder und die Wertfrage, 1984.]

Πρόλογος: http://www.geocities.com/panajotis_kondylis/kondylisapofasi.html

 

·        Κονδύλης, Π., Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Εκδόσεις Θεμέλιο, 1992

 

·        Κονδύλης, Π., Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία. Εκδόσεις Στιγμή, 1992

Περιέχει τα δοκίμια:

Οι φιλόσοφοι και η ηδονή

[πρωτότυπο: Einleitung  zu "Der Philosoph und die Lust" (1991)]

Κείμενο: http://www.geocities.com/kondylis00/Kondylis1.htm

Οι φιλόσοφοι και η ισχύς

[πρωτότυπο: Einleitung zu  "Der Philosoph und die Macht" (1992)]

Κείμενο: http://www.geocities.com/kondylis00/Kondylis2.htm

Ουτοπία και ιστορική πράξη

[πρωτότυπο: Utopie und geschichtliches Handeln (1993)]

Κείμενο: http://www.geocities.com/kondylis00/Kondylis3.htm

Βιβλιοκρισία Μαρωνίτη:

http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6131&contents=

Βιβλιοκρισία Κασίμη:

http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6079&contents=

 

·        Lichtenberg, G., Επιλογή από τα Sudelbücher. Εκδόσεις Στιγμή, 1992. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

 

·        Κονδύλης, Π., Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο. Περιοδικό Λεβιάθαν 15 (1994)

[Από το βιβλίο "Konservatismus. Geschichtlicher Gehalt und Untergang (1986)]

Πρώτη σελίδα: http://www.kenef.phil.uoi.gr/en/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6070&contents=

 

·        Κονδύλης, Π., Η γένεση της διαλεκτικής. Περιοδικό Λεβιάθαν 15 (1994)

 [Πρόλογος του βιβλίου: Die Entstehung der Dialektik. Eine Analyse der geistigen Entwicklung von Hölderlin, Schelling und Hegel bis 1802. (1979)]

Πρώτη σελίδα: http://www.kenef.phil.uoi.gr/en/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6068&contents=

 

·        Schmitt, C., Πολιτική θεολογία  [Politische Theologie, 1922]. Περιοδικό Λεβιάθαν 15 (1994). Μετάφραση και επιλεγόμενα Π. Κονδύλης

 

·        Pavese, C., Επιλογή από το il mestiere di vivere. Εκδόσεις Στιγμή, 1994. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

 

·        Montesquieu, Το πνεύμα των νόμων (δίτομο)  [De l'esprit des lois, 1748]. Εκδόσεις Γνώση, 1994 Μετάφραση Π. Κονδύλης, Κ.Παπαγιώργης. Εισαγωγή Π.Κονδύλης

 

·        Chamfort, N., Επιλογή από το έργο του. Εκδόσεις Στιγμή, 1994. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

 

·        Rivarol, A., Επιλογή από το έργο του. Εκδόσεις Στιγμή, 1994. Μετάφραση και εισαγωγή: Π. Κονδύλης

Περίληψη εισαγωγής:  http://kondylis.wordpress.com/2009/04/21/rivarol/

 

·        Κονδύλης, Π.,  Η προδοσία των διανοουμένων. Εφημερίδα Καθημερινή, 17/12/1995

 

·        Κονδύλης, Π., Το χάσμα ανάμεσα στην τεχνική και τον πολιτισμό. Εφημερίδα Καθημερινή, 25/02/1996

 

·        Κονδύλης, Π., Το μέλλον του έθνους στην Ευρώπη του αύριο. Εφημερίδα Καθημερινή, 14/04/1996

 

·        Κονδύλης, Π., Ο πόλεμος και τα λεβέντικα γιουρούσια. Εφημερίδα Το Βήμα, 30/11/1997

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/someritis/

 

·        Κονδύλης, Π., Πολεμοκάπηλοι και αερολογούντες “εθνικιστές”. Εφημερίδα Το Βήμα, 14/12/1997

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/someritis/

 

·        Κονδύλης, Π., Θεωρία του πολέμου. Πόλεμος και πολιτική, πόλεμος, οικονομία και κοινωνία, πόλεμος και επανάσταση, ο θερμός πόλεμος μετά τον ψυχρό πόλεμο, ελληνοτουρκικός πόλεμος. Εκδόσεις Θεμέλιο, 1997

 [Πρωτότυπο: Theorie des Krieges: Clausewitz, Marx, Engels, Lenin (1989)]

Επίμετρο στην ελληνική έκδοση:

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου

Περίληψη επιμέτρου:

http://kondylis.wordpress.com/2008/11/24/geopolitikes/

Πλήρες κείμενο επιμέτρου:

http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf

 

·        Κονδύλης, Π., Τι επιδιώκει η Άγκυρα στο Αιγαίο. Εφημερίδα Το Βήμα, 08/02/1998

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/oikonomou/

 

·        Κονδύλης, Π., Περιήγηση στον 19ο αιώνα του ελληνικού βιβλίου. Εφημερίδα Το Βήμα, 19/04/1998

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/ellinikibiblio/

 

·        Κονδύλης, Π., Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης. Απαντήσεις σε 28 ερωτήματα. Εκδόσεις Νεφέλη, 1998

Περιέχει τρεις συνεντεύξεις:

Στον M.Terpstra: Deutsche Zeitschrift für Philosophie, τ. 42  (1994) Μτφ: Λεβιάθαν 15 (1994)

Στον Σ. Τσακνιά: περιοδικό Διαβάζω τ. 384 (1998)

Κείμενο: http://www.mikrosapoplous.gr/articles/interview.html

Στον Σ. Κουτρούλη: περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία τ. 25 (1998)

Κείμενο: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/25.pdf

 

·        Κονδύλης, Π., Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000. Εκδόσεις Θεμέλιο, 1998

Βιβλιοκρισία Κουτρούλη με εκτενή αποσπάσματα:

http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/28.pdf

 

Περιεχόμενα βιβλίου:

Πρόλογος

Η κομμουνιστική και η φιλελεύθερη ουτοπία

Τα ηθικά επιχρίσματα της φιλελεύθερης ουτοπίας

- Οικουμενισμός – σχετικισμός: Προϋποθέσεις της ανοχής στη μαζική Δημοκρατία. Μια παλιά αντιπαράθεση που συνεχίζει να διεξάγεται στις μέρες μας. (Καθημερινή, 14/07/1996)

- Ανθρώπινα δικαιώματα: Εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση. (Το Βήμα, 03/05/1998)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/humanright/

Η παγκόσμια οικονομία, η παγκόσμια δημοκρατία και ο παγκόσμιος αγώνας κατανομής

- Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή (Το Βήμα, 16/03/1997)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/mondialisation/

- Το εμπόριο και ο πόλεμος (Το Βήμα, 21/09/1997)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/02/12/emporiopolemou/

- Είναι οι δημοκρατίες αναγκαία ειρηνόφιλες; Οι σημερινές “ευσύντακτες πολιτείες” και η πρόκληση του πολέμου. (Καθημερινή, 30/06/1996)

- Σύγκρουση πολιτισμών ή συγκρούσεις ερήμην του πολιτισμού [απόψεις του Σάμιουελ Χάντιγκτον] (Το Βήμα, 26/01/1997)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/h/

Τα πολιτικά και τα γεωπολιτικά υποκείμενα

- Το έθνος στην πλανητική εποχή (Καθημερινή, 07/04/1996)

 Κριτική Ζιάκα: http://www.ardin.gr/node/839

- Η Ευρώπη στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Μια κοσμοϊστορική και γεωπολιτική θεώρηση (Περιοδικό Ινδικτος 10, 1999)

- Τα Ηνωμένα Έθνη

- Οι παγκόσμιες δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος

Η τεχνική, η πληροφορική και η κουλτούρα

                - Η κοινωνία της πληροφορικής: πρόοδος της ορθολογικότητας

- Τα κενά του κυβερνοχώρου (Καθημερινή, 26/11/1995)

- Η οικουμενική τεχνική και ο δυτικός πολιτισμός (Καθημερινή, 18/02/1996)

- Από τη μαζική στην παγκόσμια κουλτούρα (Το Βήμα, 19/07/1998)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/maziki/

- Η τεχνική και οι μεταπτώσεις του ανθρωπιστικού ιδεώδους (Το Βήμα, 07/06/1998)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/technik/

Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική  (Το Βήμα, 04/01/1998)

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/nationalstrategy/

 

·        Κονδύλης, Π., Στοχασμοί και Αποφθέγματα. Περιοδικό Νέα Εστία 1717  (1999). Μετάφραση: Λ. Λαρέλης

Εισαγωγικό σημείωμα Α. Καϊση:  http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neaest/1717/5.html

Κείμενο: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neaest/1717/6.html

 

·        Κονδύλης, Π., Περί Αξιοπρέπειας. Εκδόσεις Ινδικτος, 2000 Μετάφραση: Λ. Αναγνώστου

[Πρωτότυπο: Artikel: "Würde" (1992)]

Περιεχόμενα βιβλίου:

http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6029&contents=

 

·        Κονδύλης, Π., Αντίδραση, Παλινόρθωση. Εκδόσεις Ινδικτος, 2001 Μετάφραση: Λ. Αναγνώστου

[Πρωτότυπο: Artikel: "Reaktion, Restauration" (1984)]

 

·        Κονδύλης, Π., Επιστήμη, ισχύς και απόφαση. Εκδόσεις Στιγμή, 2001

Πλήρες κείμενο [περιοδικό Δευκαλίων 12/2 (1994]:

http://xantho.lis.upatras.gr/test2_ojs2.php?art=506

 

·        Κονδύλης, Π., Μελαγχολία και πολεμική. Δοκίμια και μελετήματα. Εκδόσεις Θεμέλιο, 2002

Περιέχει τα κείμενα:

- Η ερμηνεία του Χέγκελ από τον Λούκατς και ο μαρξιστικός Εγελιανισμός της Αριστεράς. [Μετάφραση: Μ.Παπανικολάου. Πρωτότυπο: Die Hegelauffassung von Lukács und der marxistische Linkshegelianismus (2000)]
Πρώτη σελίδα: http://www.kenef.phil.uoi.gr/dynamic/bookfull.php?Book_ID=6033&contents=

- Η μονοδιάστατη και η πολυδιάστατη ερμηνεία του Διαφωτισμού

- Η γερμανική “ιδιαίτερη πορεία” και οι γερμανικές προοπτικές

- Μελαγχολία και πολεμική

Απόσπασμα: http://anagnosmatario.blogspot.com/2007/07/blog-post.html

- Παλιά και νέα θεότητα [Περιοδικό Σημειώσεις 13-14 (1978)]

- Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές των οραμάτων [Περιοδικό Σημειώσεις 17 (1979)]

- Οφειλόμενες απαντήσεις [Περιοδικό Λεβιάθαν 15 (1994)]

Κείμενο: http://www.geocities.com/panajotis_kondylis/ofeilomenes_apantisis.html

- Συλλογή εξεζητημένων και ασαφών κοινοτοπιών [Το Βήμα, 21.12.1997]

Κείμενο: http://kondylis.wordpress.com/2009/01/06/heiddeger/

- Οι επαναστατικές ιδεολογίες και ο μαρξισμός

Επίσης περιέχει κείμενα των Κ. Κουτσουρέλη, R. Koselleck, V. Gerhardt

Εκτενής παρουσίαση Ευαγγελόπουλου: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/39.pdf

 

·        Κονδύλης, Π. et al., Παλιά και νέα θεότηταΜια συζήτηση για την ιδεολογία ανάμεσα στον Παναγιώτη Κονδύλη και στο περιοδικό Σημειώσεις. Εκδόσεις Ερασμος, 2003

Περιλαμβάνει τα κείμενα Παλιά και νέα θεότητα, Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές των οραμάτων (βλ. προηγούμενο βιβλίο, Μελαγχολία και Πολεμική) και κείμενα του Γ.Λυκιαρδόπουλου  και του Μ. Μαρκίδη.

Βιβλιοκρισία Τερζάκη: http://kondylis.wordpress.com/2008/12/27/terzakis/

Σχόλιο Ιωαννίδη: http://www.happyfew.gr/www/archives/tips/tips16.html

 

·        Κονδύλης, Π., Ταυτότητα, ισχύς πολιτισμός. Επιλογή δελτίων, καταλοίπων του Π. Κονδύλη, από τον Ευ. Γκανά.  Νέα Εστία 1769 (2004)

Κείμενο: http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neaest/1769/4.html

 

·        Κονδύλης, Π., Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Βασικά στοιχεία της κοινωνικής οντολογίας: κοινωνική σχέση, κατανόηση, ορθολογικότητα (τόμοι 1Α+1Β), Εκδόσεις Θεμέλιο, 2007. Μετάφραση Λ. Αναγνώστου. Επιμέλεια: F. Horst

[Πρωτότυπο: Grundzüge der Sozialontologie. Band 1: Das Politische und der Mensch. Soziale Beziehung, Verstehen, Rationalität (1999)]

Αποσπάσματα: http://kondylis.wordpress.com/2008/11/25/politischemensc/

Βιβλιοκρισία Gerhardt (μτφ Κουτσουρέλης):  http://koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1175443242&archive=&start_from=&ucat=5&

Βιβλιοκρισία Γεωργίου:  http://cds.lib.auth.gr/submit/archive/NPA/npa-2004-7566.pdf

 

[Γερμανόφωνη βιβλιογραφία: http://www.lsr-projekt.de/kondybib.html]

[Εκτενής αρθρογραφία περί Κονδύλη: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/39.pdf

 

Σύνταξη βιβλιογραφίας: herrk

 


Περίληψη

Γιατί ο Μαρξ επιλέγει να ασχοληθεί με τη μετακλασσική ελληνική φιλοσοφία στη διδακτορική του διατριβή;

1. Οι ριζοσπαστικοί εγελιανοί στους οποίους ανήκει ο Μαρξ θεωρούν τον εαυτό τους και πρωτεργάτη αλλά και επίγονο του Χέγκελ. Η συναίσθηση του επιγόνου τους κάνει να ανακαλύπτουν εκλεκτικές συγγένειες με τους εκπροσώπους της όψιμης ελληνικής φιλοσοφίας που κι εκείνοι αντιμετώπισαν το δύσκολο έργο να φιλοσοφήσουν μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.

2. Η μετα-αριστοτελική προσφέρει στους νεοεγελιανούς την κατάλληλη θεωρητική αφετηρία για την πάλη τους κατά της θεολογίας.

3. Βασικό γνώρισμα της φιλοσοφίας των επιγόνων είναι η αποκοπή από τη μεταφυσική προβληματική και η στροφή προς τον υποκειμενικό χώρο, προς την αυτοσυνειδησία. Η αυτοσυνειδησία όμως ήταν το κεντρικό σύνθημα των νεοεγελιανών.

Αυτοσυνειδησία

Βασικό φιλοσοφικό μέλημα των ριζοσπαστών επιγόνων του Χέγκελ ήταν να δείξουν ότι το απόλυτο πνεύμα (η ύψιστη αρχή του εγελιανού συστήματος) δεν ήταν κατά βάθος τίποτα άλλο παρά η αυτοσυνειδησία. Κατ’ αυτούς, ο Χέγκελ φαινομενικά μόνο αντιτάσσει το Απόλυτο στο Εγώ και υποτάσσει το δεύτερο στο πρώτο. Στην πραγματικότητα το Απόλυτο απορροφάται πλήρως από το Εγώ, Θεός και άνθρωπος ταυτίζονται και άρα ο μόνος Θεός που υπάρχει είναι ο άνθρωπος. Η έννοια του ανθρώπου ισοδυναμεί με το σύνολο των ανθρώπινων εκδηλώσεων, άνθρωπος δηλαδή είναι το ενεργό υποκείμενο που δημιουργεί την ιστορία: Θεός και Ιστορία, Άνθρωπος και Ιστορία ταυτίζονται.

Η ερμηνεία όμως αυτή του Χέγκελ είχε το θεωρητικό της αντίτιμο: για να υποστηριχθεί η ταύτιση πνεύματος και αυτοσυνειδησίας, έπρεπε να αποσιωπηθούν άλλες, σημαντικές πλευρές της σκέψης του δασκάλου: Το απόλυτο πνεύμα του Χέγκελ κάλυπτε και την ανθρώπινη και την εξω-ανθρώπινη, δηλαδή τη φυσική, πραγματικότητα, επιπλέον δε όλες τις μορφές και του υποκειμενικού και του αντικειμενικού πνεύματος. Συμπίεση του πνεύματος στα όρια της αυτοσυνειδησίας σήμαινε χωρισμό ανθρώπινου πνεύματος και άψυχης φύσης αλλά και διάσταση του υποκειμενικού πνεύματος με το αντικειμενικό, αντίθεση δηλαδή ατομικής αυτοσυνειδησίας προς τις κοινωνικοπολιτικές πραγματώσεις του πνεύματος. Για το Χέγκελ ήταν αδιανόητο ότι η φιλοσοφική αυτοσυνειδησία μπορούσε να έρθει σε σύγκρουση με τον κοινωνικοπολιτικό κόσμο: Αν παρατηρούνται συγκρούσεις μεταξύ αυτοσυνειδησίας και κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, θα πρόκειται για ατελείς μορφές τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης. Συνεπώς δεν υπάρχει ολοκληρωμένη φιλοσοφία (άρα και αυτοσυνειδησία) όσο ο κόσμος παραμένει ατελής και, αντίστροφα, η παρουσία ολοκληρωμένης φιλοσοφίας, δηλαδή μιας εννοιολογικής συμπύκνωσης του κόσμου, σημαίνει ότι ο κόσμος έχει φτάσει στο ανώτατο επίπεδο εξέλιξης.

Οι νεοεγελιανοί όμως έχουν μια διαφορετική αίσθηση και αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Τους ενδιαφέρει η κριτική της και όχι ένα φιλοσοφικό σύστημα που ζει από τη συμφιλίωση (Versöhnung) , από την αμοιβαία διαμεσολάβηση (Vermittlung) και άρση των αντιθέσεων (Aufhebung). Στο πλαίσιο αυτό επανανακαλύπτουν την υποκειμενικού χαρακτήρα μετακλασσική ελληνική φιλοσοφία αλλά και το δυναμικό υποκειμενισμό του Φίχτε. Απορρίπτουν έτσι την εγελιανή θεωρία της συμφιλίωσης με την πραγματικότητα και προβάλλουν το αίτημα της πραγμάτωσης της φιλοσοφίας: φιλοσοφία και πραγματικότητα χωρίζονται και η πρώτη, όντας η τελειότερη, γίνεται το μέτρο με το οποίο κρίνεται η δεύτερη. Από εδώ προκύπτει το πρωτείο της πράξης απέναντι στη θεωρία: Με την πραγμάτωση της φιλοσοφίας επιδιώκεται ουσιαστικά η αποκατάσταση μια γνήσιας και οριστικής πραγματικότητας (ολότητας). Να διευκρινιστεί ότι ως πράξη εννοείται η θεωρητική εργασία που αναπτύσσει η φιλοσοφία όταν εγκαταλείπει την ενατενιστική στάση και υιοθετεί κριτική συμπεριφορά.

Μαρξ και θρησκεία

Η φιλοσοφία λοιπόν για τον νεαρό Μαρξ μπορεί να αποτελέσει κριτική του κόσμου μόνο αν αποτελεί συνάμα υπέρβαση του έστω και θεωρητική. Λείπει εδώ η θεωρία για την ιδεολογία ως “ψευδή συνείδηση”. Η πίστη στον κοσμοδιορθωτικό ρόλο της φιλοσοφίας πηγάζει από την άγνοια των κοινωνικών και φιλοσοφικών εξαρτήσεων της φιλοσοφικής σκέψης. Η φιλοσοφία, για τον νεαρό ιδεαλιστή Μαρξ, δεν καθορίζεται από τον κόσμο, παρά μπορεί και οφείλει να τον καθορίσει. Ενώ στον ώριμο Μαρξ, θρησκεία και φιλοσοφία ταυτίζονται, την εποχή που γράφει τη διατριβή του θεωρεί τη φιλοσοφία ως τον μεγαλύτερο και αληθινό πολέμιο της θρησκείας. (Είναι τόσο έντονη η επιθυμία του να αντιπαραθέσει φιλοσοφία και θρησκεία που αμφισβητεί ακόμα και την πνευματική συγγένεια πλατωνισμού και χριστιανισμού). Η φιλοσοφία για το Μαρξ ενσαρκώνει το αλτρουϊστικό ήθος που εμπνέεται από το Λόγο, το ήθος του ελεύθερου και αυτόνομου ατόμου, ενώ η θρησκεία ενσαρκώνει το φόβο της τιμωρίας, εμπνέοντας μια μικρόψυχη και ιδιοτελή συμπεριφορά. Αντιπαραθέτει στον ιδιοτελή ατομικισμό τη συλλογική υπόσταση και αξία του ανθρώπινου γένους. Η αυτοσυνειδησία είναι μία υπερήφανη, ατομική κριτική παρουσία που καταπολεμά την υποταγή στους θρησκευτικά καθαγιασμένους θεσμούς, ενώ το ανθρώπινο γένος είναι η ανώτερη αρχή που σβήνει τους ατομικούς φόβους και την ιδιοτέλεια. Ο νεαρός Μαρξ συμμαχεί με τον υλισμό, παρόλο που δεν ομολογεί – ούτε καν υπαινίσσεται – πίστη στην προτεραιότητα της ύλης απέναντι στη συνείδηση, επειδή ο υλισμός εμφανίζεται ως συνεπής άρνηση των θρησκευτικών μύθων, άρα ως ηθική στάση απαλλαγμένη από το φόβο και την ελπίδα. Ξεκινάει λοιπόν από μια ηθική κι όχι μεταφυσική αποτίμηση του υλισμού, και τον συγκαταλέγει στα ρεύματα που συναπαρτίζουν το διαφωτισμό, ως κίνημα κατά της δεισιδαιμονίας και της πρόληψης.

 

Το κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του Π. Κονδύλη στο βιβλίο: Κ. Μαρξ, Διαφορά της δημοκρίτειας και επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας [1841], Εκδόσεις Γνώση 1983. [περίληψη και ενδιάμεσοι τίτλοι: herrk]

 


ΑΘ. Γ. ΚΑΪΣΗΣ | 15 Νοεμβρίου 1998 | ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Παναγιώτης Κονδύλης (1943 – 1998)

Πρωτοσυναντηθήκαμε στο αναγνωστήριο της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης της Χαϊδελβέργης αρχές του ‘74. Μελετούσαμε συχνά στο ίδιο γραφείο. Μια φευγαλέα ματιά του στην ελληνική εφημερίδα που διάβαζα, αποκάλυψε την κοινή πατρίδα μας. Την εποχή εκείνη η Χαϊδελβέργη φιλοξενούσε μεγάλο αριθμό ελλήνων φοιτητών. Εσφυζε από πνευματική ζωή και στις ζυμώσεις μετείχε ενεργά και δραστήρια η ελληνική κοινότητα, μέλη της οποίας ήταν αρκετά πρόσωπα που σήμερα διαπρέπουν στη σύγχρονη ελληνική πολιτική, οικονομική και επιστημονική κονίστρα.

 

Ο Π. Κονδύλης είχε μετεγγραφεί από το Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και συνέθετε τα χρόνια εκείνα το βιβλίο του για τη «Διαλεκτική». Η πρώτη εικόνα που δημιουργεί η συνάντηση με ένα σημαντικό πρόσωπο εγχαράσσεται συνήθως ανεξίτηλα στη μνήμη. Ανακαλώντας τις μνημονικές παραστάσεις εκείνων των χρόνων, ξαναζώ με ενάργεια τον κεκοιμημένο φίλο. Μέτριο ανάστημα, λεπτό σώμα, λιτό ντύσιμο και εξαιρετικά καθαρό πρόσωπο με εντυπωσιακά ευρύ φωτεινό μέτωπο και νηφάλια ειλικρινή μάτια. Ενα λανθάνον, σχεδόν αδιόρατο υπομειδίαμα, που κατά τις περιστάσεις εξελισσόταν σε θριαμβευτικά γέλια, ακόμη και σε σαρκασμό. Αποφασιστικός, απόλυτα προσηλωμένος στο έργο του, ανεπιτήδευτος. Λόγος μεστός, περιεκτικός, τεκμηριωμένος. Σκληρός, πολεμικός αλλά ανοιχτός συζητητής, με κρυστάλλινη και διαυγή σκέψη. Τίποτε το ψεύτικο, το τεχνητό ή το προσποιητό. Κοντολογίς: άνθρωπος με esprit και χιούμορ, ιδιότητες που έμειναν αναλλοίωτες και μετά τη γενικότερη αναγνώριση του σημαντικού έργου του.

 

Απέραντο εύρος γνώσεων

Είχα την τύχη να συναναστρέφομαι τον Π.Κ. σε καθημερινή σχεδόν βάση τα κρίσιμα χρόνια της δημιουργίας, ως το 1978, και έναν τουλάχιστον μήνα κατ’ έτος, αργότερα, να παρακολουθήσω εκ του σύνεγγυς την ανάπτυξη των ιδεών του, τη γένεση και τη συγγραφή των πρώτων έργων του. Δύσκολη η αντιπαράθεση με τον συνομιλητή μου. Το εύρος των γνώσεων και των ενδιαφερόντων του ήταν απέραντο. Επισκοπούσε ταυτόχρονα όλες σχεδόν τις ανθρωπιστικές επιστήμες και ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με την εννοιολογία τους. Γνώριζε ακόμη και τα θεμελιώδη προβλήματα του συνταγματικού και του διεθνούς δικαίου, της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας του δικαίου, καθώς και της νομικής μεθοδολογίας. Δεν υπερβάλλει ο Α. Cser όταν ισχυρίζεται πως «κανένας δεν αναδίφησε την τελευταία εικοσιπενταετία εντατικότερα από τον Π.Κ. τη σχετική με τις πνευματικές και κοινωνικές επιστήμες βιβλιογραφία των βιβλιοθηκών της Χαϊδελβέργης». Η εκτίμηση αυτή μπορεί να ελεγχθεί από τον μελλοντικό βιογράφο του Π.Κ., μέσω των ηλεκτρονικών ιχνών που άφησαν οι καθημερινές παραγγελίες δεκάδων τόμων στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και στα υπόλοιπα ερευνητικά ινστιτούτα. Μισούσε τον φόρτο των υποσημειώσεων στα βιβλία και ορισμένα έργα του δεν έχουν ούτε βιβλιογραφικό πίνακα ούτε λημματικό ευρετήριο. Τούτο δυσκολεύει την έτσι κι αλλιώς όχι εύκολη ανάγνωσή τους, ήταν όμως απόρροια της επιλογής του να επενδύει όλο τον χρόνο του για δημιουργική συγγραφή και όχι για την κατάρτιση πινάκων. Δούλευε πάντοτε με τα πρωτότυπα κείμενα των στοχαστών που μελετούσε, στη γλώσσα που γράφτηκαν, αφήνοντας κατά μέρος όλη σχεδόν τη σχετική με αυτά βιβλιογραφία.

 

Ηταν εραστής της «Παλιάς Πόλης» της Χαϊδελβέργης. Εξήρε συχνά τη μεγάλη τύχη μας, να απολαμβάνουμε συγκεντρωμένα σε ένα περίπου τετραγωνικό χιλιόμετρο όλα σχεδόν τα σημαντικά για τις βιοτικές και ερευνητικές ανάγκες μας: την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη, το φιλοσοφικό σεμινάριο, το Altjuridicum, το Ινστιτούτο Alfred Weber, τη Mensa, το καπηλειό στη Floriangasse, όπου έπινε το κρασί του κάποια βράδια, διαξιφιζόμενος ζωηρά με τους γερμανούς φίλους του. Ετρωγε επί σειρά ετών αγόγγυστα, μαζί με εκατοντάδες προπτυχιακούς φοιτητές, το λιτό φαγητό της φοιτητικής μένσας. Μετά τον βιομηχανικό καφέ του κεντρικού φοιτητικού κυλικείου, την κατανάλωση του οποίου συνόδευε η απόλαυση σέρτικων γαλλικών τσιγάρων, και τον περίπατο στις όχθες του Νέκαρ συνέχιζε τη μελέτη του ως αργά το βράδυ.

 

Πάθος για τα ταξίδια

 

Αγαπούσε τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τα γουέστερν ως αντίδοτο στις μεγάλες ποσότητες δύσπεπτης φιλοσοφίας που καταβρόχθιζε ακατάπαυστα. Φυλλομετρούσε και διάβαζε επιλεκτικά, εκτός από τον γερμανικό Τύπο, καθημερινά μια τουλάχιστον αγγλική και μια γαλλική εφημερίδα. Υπήρξε λάτρης της τέχνης: μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, κινηματογράφος ήταν στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Αγαπούσε με πάθος τα ταξίδια: Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία. Η τελευταία τον γοήτευε για την πνευματική παράδοσή της και μου εκμυστηρεύθηκε ότι είναι μια χώρα στην οποία θα μπορούσε να εγκατασταθεί και να ζήσει ιδιαίτερα ευχάριστα. Μετά την κατεδάφιση του Τείχους και την επανένωση της Γερμανίας, ταξίδεψε αρκετές μέρες στην πρώην Ανατολική Γερμανία για να σχηματίσει προσωπική γνώμη για την κρατούσα εκεί κατάσταση. Ηθελε να επισκεφθεί το Αγιον Ορος και η κοινή επίσκεψή μας προγραμματίζαμε να γίνει μετά την περάτωση της τρίτομης «Κοινωνικής Οντολογίας» που ετοίμαζε τα τελευταία χρόνια.

 

Κρατούσε, με φτηνά στυλό διαρκείας, σημειώσεις από τα διαβάσματά του ­ με εκείνη την ιδιαίτερα ευανάγνωστη γραφή του, που του επέτρεπε να γίνονται δεκτά και στα γερμανικά τυπογραφεία τα χειρόγραφά του χωρίς να είναι δακτυλογραφημένα ­ πάνω σε πρόχειρα κομμάτια χαρτιών, χωρίς να χρησιμοποιεί ακριβά έτοιμα δελτία, και όταν συνέγραφε, τα χρησιμοποιούσε ως στήριγμα μνήμης.

 

Εγραψε στη γερμανική. Το γλωσσικό ύφος του και η δομή του γραπτού λόγου του προσομοιάζουν με το ύφος και τη δομή του λόγου των κλασικών γερμανών φιλοσόφων. Κατέκτησε το οξύτατο γλωσσικό όργανό του με σκληρή δουλειά. Τα συστηματικά διαβάσματά του, αλλά και οι μεταφράσεις που είχε κάνει προ του ‘74 στην Ελλάδα (Burnham, Machiavelli, Hauser κ.ά.) ­ αρκετές εκατοντάδες σελίδες από αρκετές ξένες γλώσσες ­, αποτέλεσαν χρήσιμη προπαιδεία. Με τη γερμανική προσέδωσε στα έργα του αναγνωσιμότητα που θα ήταν αδύνατη αν είχαν γραφτεί στα ελληνικά. Μετέφρασε πάντως συστηματικά το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και στη μητρική του γλώσσα. Πλούτισε με τον τρόπο αυτό όχι μόνο την ελληνική επιστήμη αλλά και την ελληνική γλώσσα με μια πληθώρα όρων και εννοιών που αποτελούν προϋπόθεση για τη συγγραφή φιλοσοφικών και εν γένει θεωρητικών κειμένων και απέδειξε ότι η νεοελληνική είναι εξίσου δραστική με τη γερμανική και επαρκεί απόλυτα για τη συγγραφή πυκνότατων φιλοσοφικών κειμένων.

 

Οι έλληνες μελετητές του έργου του Π.Κ. βρίσκονται μάλιστα, κατά κάποιον τρόπο, σε πλεονεκτικότερη θέση από τους ξένους, επειδή σε δύο de profundis πρόσφατες συνεντεύξεις, με καίρια και κρίσιμα ερωτήματα που του υπέβαλαν οι Σ. Τσακνιάς και Σ. Κουτρούλης, δόθηκε η ευκαιρία στον Π.Κ. να παρουσιάσει διά βραχέων στους έλληνες αναγνώστες του το ουσιωδέστερο περιεχόμενο του πολυσχιδούς έργου του. Εχουμε έτσι μια αυθεντική ερμηνεία πολλών θέσεων του Π.Κ. από τον ίδιο τον δημιουργό τους, που διευκολύνει την πρόσληψη των ιδεών του, χωρίς βέβαια να υποκαθιστά την αναγκαιότητα της μελέτης των κυρίως έργων του.

 

Δούλεψε με επιστημονική τιμιότητα, με ένταση και σε βάθος, όλο το αχανές υλικό που χρησιμοποίησε για τα βιβλία του. Αυτή η τεράστια σκευή, με την οποία τον εξόπλισε η συναναστροφή του με τα κείμενα των κλασικών στοχαστών, του προσέδωσε μια ακαταμάχητη πνευματική ισχύ, που δεν έφθανε ποτέ στον κομπασμό, αλλά τον εξωθούσε στα άκρα όταν δεχόταν αβάσιμη κριτική. Για τον Π.Κ., οι επικριτές του ήταν απλούστατα ανεπαρκείς και, ως «γενικοί επί ειδικών ζητημάτων», όφειλαν να μην αποτολμούν επικρίσεις. Αρκετά προβλήθηκε η θέση ότι ο Π.Κ. δεν δημοσιοποίησε καμία φωτογραφία του. Φωτογραφίες και φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή του Π.Κ. υπάρχουν πάντως στα χέρια ορισμένων φίλων του. Υπάρχουν και δημοσιευμένες φωτογραφίες του. Η άρνησή του να εμφανιστεί στην τηλεόραση είχε, νομίζω, χαρακτήρα διαφορισμού του από τους κατά συνθήκην ομοτέχνους του. Χαρακτηριστική είναι εξάλλου και η φράση που καταχώρισε στα πρακτικά των εργασιών του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου, του οποίου υπήρξε, ως γνωστόν, εταίρος κατά το ‘94/’95, στη θέση που άλλοι εταίροι κολλούσαν τη φωτογραφία τους: «Δεν μπόρεσα ακόμη να αντιληφθώ πώς συναρτάται η εμφάνιση ενός ερευνητή προς το αποτέλεσμα των ερευνών του». Μπροστά στο έργο του όλα τα άλλα υποχωρούσαν.

 

Ρηξικέλευθος και αυθεντικός

Υπήρξε ρηξικέλευθος, αυθεντικός και ασκητικός. Ρηξικέλευθος επειδή, φιλόσοφος ων, ξεστόμισε τη βαριά φράση ότι «Δεν υπάρχει “η” φιλοσοφία» και αμφισβήτησε, ερχόμενος σε ρήξη, όλα τα φιλοσοφικά συστήματα της εποχής μας, ως γνήσιος ριζοσπάστης. Ο ρηξικέλευθος χαρακτήρας του Π.Κ. εκδηλώθηκε με το πρώτο κιόλας έργο του, τη «Γένεση της διαλεκτικής, μια ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης του Hölderlin, του Schelling και του Hegel ως το 1802», που κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1979 και είναι ήδη εξαντλημένο από χρόνια. Η ιστορικοφιλοσοφική αυτή έρευνα, «στην οποία η ανάλυση των πηγών αναγκαστικά έχει την απόλυτη προτεραιότητα», ως προς μεν το φιλολογικό είδος της ανήκει «στους δεινοσαύρους της σχολαστικής λογιοσύνης, οι οποίοι ευδοκιμούν σε αλεξανδρινές εποχές, για να εκλείψουν λίγο αργότερα», ως προς δε την ουσία της αποτελεί μια θεμελιώδη συμβολή για την καλύτερη κατανόηση των σχέσεων ιδεαλισμού και διαλεκτικής. Σε εκείνα τα ηρωικά ακόμη χρόνια του μαρξισμού, η άποψη του Π.Κ. ότι «τη διαλεκτική την εισήγαγε για πρώτη φορά στην πολιτική οικονομία ο εγελιανός Marx, ενώ ο Hegel αξιοποίησε τα πνευματικά του δάνεια από την τελευταία μέσα σ’ ένα πλαίσιο δημιουργημένο ανεξάρτητα από τούτη», η θέση του ότι οι αναλύσεις του Hegel «στις γενικές τους γραμμές αποτελούν μιαν υιοθέτηση, τροποποίηση και παραπέρα ανάπτυξη κοινών τόπων της αριστοκρατικής – συντηρητικής κριτικής στον πρώιμο καπιταλισμό», η κατάδειξη δηλαδή από τον Π.Κ. της «πρώιμης συντηρητικής προέλευσης της εγελιανής κριτικής του καπιταλισμού», καθώς και η άποψή του ότι η συμβολή του Hegel στη διαλεκτική μέχρι το 1802 είναι ελάχιστη ­ αναλύσεις και θέσεις που προέκυψαν από την εξονυχιστική έρευνα των έργων των Kant, Fichte, Herder, Holderlin, Schelling, Hegel, Schiller, Rousseau, Jacobi και άλλων ­ προκάλεσαν αμέσως ζωηρότατη αίσθηση για την πρωτοτυπία, τον ρηξικέλευθο και πολεμικό χαρακτήρα τους και δεν μπορούν να ανασκευαστούν πειστικά χωρίς αντίστοιχες διεξοδικές και έντονες επεξεργασίες όλου του υλικού.

 

Δυο χρόνια αργότερα, το 1981, δημοσιεύθηκε στη Γερμανία το δεύτερο μεγάλο έργο του Π.Κ., ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός». Σ’ αυτό αναλύει όλα τα κρίσιμα πνευματικά/φιλοσοφικά ρεύματα του 17ου και του 18ου αιώνα και αποκαλύπτει με μοναδική διεισδυτικότητα την εσωτερική συνοχή τους. Αφήνοντας κατά μέρος τις «ευθύγραμμες ερμηνείες» του Διαφωτισμού και ερχόμενος σε ρήξη με αυτές, προσφέρει μια άρτια εξήγηση της πολυδιαστατικότητας της εποχής με βάση τη θέση της «συνύφανσης οντολογικού και αξιολογικού προβλήματος» και «τη θέση για τον πολεμικό χαρακτήρα της σκέψης γενικά».

 

Υπήρξε αυθεντικός διότι δημιούργησε πρωτότυπο έργο, διαφοροποιημένο από εκείνο των στοχαστών που μελέτησε και αναμφισβήτητα τον επηρέασαν, όπως ο Machiavelli, o Hobbes, o Spinoza, o Marx, o Nietzsche, o Carl Schmitt, o Max Weber, o Arnold Gehlen, o Karl Mannheim, για να περιοριστούμε σε μερικούς. Σημαντική επήρεια στη μεθοδολογία του Π.Κ. είχε πάντως ο ιστορικός Werner Conze, στη μνήμη του οποίου αφιέρωσε το 1986 το έργο του για τον «Συντηρητισμό». Ο Π.Κ. έζησε μια αυθεντική ζωή, με πλούσιες εμπειρίες, που δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του, απολαμβάνοντας χωρίς στερήσεις το μεγάλο προνόμιο της ελεύθερης διαχείρισης του χρόνου του.

 

Δεν δίνει συνταγές

Διαρκής εθελούσια άσκηση υπήρξε ολόκληρος ο βίος του Π.Κ. Ασκηση στην αυτοπειθαρχία για την κατανόηση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ασκητικός ο τρόπος ζωής του, απόλυτα αντικαταναλωτικός. Κανένα σύμβολο εξουσίας, κανένα ρούχο «σινιέ», ούτε καν δικό του αυτοκίνητο. Μια αδυναμία στο εκλεκτό κρασί, και αυτή ελεγχόμενη. Πάθος και με τις άρτιες εκδόσεις. Οικονομία στα υλικά, οικονομία στον χρόνο.

 

Ο περιγραφικός φιλόσοφος δεν προβάλλει κανονιστικές αρχές και δεν δίνει συνταγές. Διαβάζω έτσι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη θέση του ότι «ένας νέος ασκητισμός και ίσως μια νέα θρησκευτικότητα μέσα σε συνθήκες μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας και σπάνης των αγαθών θα έθετε τέρμα στον πλουραλισμό των μαζικοδημοκρατικών αντιλήψεων και αξιών». Η νέα ασκητικότητα συνεπάγεται, νομίζω, και τη συνειδητή διαφύλαξη του περιβάλλοντος, τη μη κατασπατάληση των φυσικών πόρων, των πρώτων υλών, του νερού, του αέρα. Τι νόημα έχει όμως μια νέα θρησκευτικότητα; Ο Π.Κ. χρησιμοποιεί, πιστεύω, πολύ συνειδητά, τον όρο «θρησκευτικότητα» (Religiosität), και όχι τον όρο «θρησκεία» (Religion). Δεν είναι λοιπόν μια νέα συγκεκριμένη πίστη στον Θεό, αλλά το θρησκευτικό συναίσθημα, η διάθεση του Ανθρώπου να θρησκεύσει εκείνο που, κατά τον Π.Κ., ίσως «θα έθετε τέρμα στον πλουραλισμό των μαζικοδημοκρατικών αντιλήψεων και αξιών». Πιθανόν η απάντηση να περιέχεται στον πρώτο τόμο της «Κοινωνικής Οντολογίας» του, που δεν δημοσιεύθηκε, εξ όσων γνωρίζω, ακόμη*. Το έργο αυτό, όπως έλεγε ο Π.Κ., θα ήταν η προσωπική του απάντηση στα θέματα που επεξεργάστηκε ο Max Weber στο βιβλίο του «Οικονομία και κοινωνία». Επιτακτική αναδεικνύεται η ανάγκη να εντοπιστούν και να δημοσιευθούν, από επαρκείς επιμελητές, τα κατάλοιπα του Π.Κ. Κάθε χαρτί του είναι πολύτιμο για την έρευνα.

Το έργο του Π.Κ. μπορεί να γονιμοποιήσει διάφορες επιστήμες. Τα βιβλία «Ισχύς και απόφαση», «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού», «Η πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο», η θεμελιώδης εισαγωγή του Π.Κ. στο έργο του Montesquieu «Πνεύμα των νόμων», καθώς και τα «Επιλεγόμενά» του για το βιβλίο «Πολιτική Θεολογία» του Carl Schmitt, συναπαρτίζουν ένα σώμα χρησίμων αναγνωσμάτων για κάθε νομικό που επιθυμεί να κατανοήσει καλύτερα τη σύγχρονη έννοια και λειτουργία της έννομης τάξης.

 

Εκείνος βρίσκεται πια στο «αόρατο Εκείθεν». Μένει όμως, στο «ορατό Εντεύθεν», το σημαντικό έργο του.

 

* Δημοσιεύθηκε το 1999 στα γερμανικά και το 2007 στα ελληνικά (Σημ. herrk).


Το άρθρο του Γ. Ευαγγελόπουλου (2004, 22 σελίδες) είναι:

i. απαραίτητο γιατί περιέχει εκτενέστατη βιβλιογραφία ελληνόγλωσσων άρθρων που έχουν γραφτεί για τον Κονδύλη

ii. ενδιαφέρον γιατί αναλύει με αρκετά περιγραφικό τρόπο την υποδοχή του έργου του ΠΚ στην Ελλάδα

Πλήρες κείμενο: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/39.pdf


Aπό ημερίδα στη Χαϊδελβέργη. Μεταξύ άλλων ομιλητών: ο Α. Χανιώτης ανέλυσε την πολιτική ως σκηνοθεσία, ο Α. Καϊσης αναφέρθηκε στην έκδοση της αλληλογραφίας και των έργων του Κονδύλη και ο Φ. Δημητρίου στη διδακτορική του διατριβή με βάση τα κατάλοιπα του Κονδύλη.

© JUNGE FREIHEIT Verlag GmbH & Co.  www.jungefreiheit.de  46/08 07. November 2008

Gipfelpunkt europäischen Denkens
Reisen ins Ungewisse: Eine Tagung in Heidelberg über den Philosophen Panajotis Kondylis
Christoph Schweer / Martin Trefzer

An der Nischenstellung des vor zehn Jahren verstorbenen Philosophen Panajotis Kondylis dürfte sich bald einiges ändern. Denn die bislang überschaubare Rezeption des 1943 geborenen Denkers kommt langsam ins Rollen. Einen wichtigen Beitrag dazu leistete kürzlich ein Symposium in Heidelberg, dem Ort, der für Kondylis zur zweiten Heimat geworden war. Organisiert wurde die Veranstaltung, in Deutschland die erste ihrer Art, vom Kondylis-Institut für Kulturanalyse und Alterationsforschung (www.kondiaf.de) und vom Philosophischen Seminar der Universität Heidelberg. Mitorganisator war der rege Freundeskreis Panajotis Kondylis e.V. Die stets souveräne Leitung hatten die Professoren Dietrich Harth und Peter König inne.

Kondylis gehört zu den produktivsten und eigenständigsten philosophischen Denkern des 20. Jahrhunderts. Er schuf in nur zwei Dekaden ein Werk von enormer Fülle und philosophischer Tiefe, das durch seinen plötzlichen Tod abgebrochen wurde. Bewußt hatte er sich dafür entschieden, seine Werke in deutscher Sprache zu verfassen, da nur diese ihm geeignet schien, seinem abstrakten Denken Ausdruck zu verleihen.

Damit war er der letzte nicht-deutsche Philosoph von Rang, der sich für Deutsch als Publikationssprache entschieden hat. Nicht zuletzt waren es auch seine deutschen Gesprächspartner, die ihm für sein Denken wesentliche Impulse lieferten. Zu ihnen gehörten der Soziologie Ernst Topitsch, der Historiker Werner Conze, dem er sein Werk über den Konservativismus widmete, der Politologe Hans-Joachim Arndt, zu dessen 70. Geburtstag Kondylis einen Festschriftbeitrag leistete, sowie Reinhart Koselleck.

Seinen ersten großen Durchbruch erzielte Kondylis 1981 mit seinem Buch über die “Aufklärung im Rahmen des neuzeitlichen Rationalismus”. Darin rückte er vor allem die Aufwertung der Sinnlichkeit durch die Aufklärung in den Mittelpunkt, wies aber zugleich auf ihre nihilistischen und materialistischen Züge hin. Das bis zur Aufklärung zurückreichende Prinzip des individualistischen Hedonismus übertrug sich später von einer kleinen Avantgarde auf die breite Masse.

Die Kultur des Massenkonsums interpretierte Kondylis als konstitutiven Teil der gegenwärtigen politischen Ordnung. Die Massen seien politisch nicht mehr der Ausnahmezustand, sondern die Regel. Dabei bedeutete die Überwindung der Güterknappheit eine Zäsur von welthistorischer Bedeutung, die eine wesentliche Verschiebung der ethischen Vorstellungen nach sich zog: Zielten alle bis dahin vorherrschenden Ethiken auf Enthaltung, Selbstüberwindung und Askese, rückt nun eine immer offensivere “Selbstverwirklichung” in den Mittelpunkt. Der Gedanke, daß die menschliche Würde an materielle Befriedigung gebunden sein soll, war mit dem christlichen Asketismus unvereinbar. Feinsinnig beschreibt Kondylis die Entwicklung von der Ablösung der ständischen Ordnung der societas civilis durch den bürgerlichen Liberalismus, welcher wiederum durch eine Umdeutung in die gegenwärtige Massendemokratie überging. Bürger wie Arbeiter wurden abgelöst durch den Konsumenten.

Es war der Berliner Sozialphilosoph Peter Furth, der in seinem Vortrag in Heidelberg darauf hinwies, daß Kondylis‘ Begriff der “Massendemokratie” quer zur Rhetorik des demokratischen Selbstlobs liegt. Am Ausgang des Liberalismus wie auch des Kommunismus steht – ohne Proletariat, aber auch ohne Bourgeoisie – die Massendemokratie als ein Drittes, eine im Konsum nivellierte Wohlstandsgesellschaft. Dabei sei repräsentative Massendemokratie, so Furth in Anknüpfung an Kondylis, die geduldete Herrschaft einer sich durch Gleichheitspopulismus stabilisierenden Elite, deren offensichtliches Problem die Qualität ihres aristokratischen Elementes sei. Da die Gleichheit in der Massendemokratie zu Lasten der Freiheit einen ressentimentgeladenen utopischen Zwang zu immer mehr Gleichheit entfalte, entstehe eine brisante Mischung aus Konformismus und Individualismus, an deren Ende eine in Selbstverwirklichungszwänge verstrickte Bevölkerung stehe, aber kein Staatsvolk mehr. Anknüpfend an Kondylis‘ Analyse dieses inhärenten Populismus beschrieb der griechische Althistoriker Angelos Chaniotis (Oxford) die Rolle des Politikbetriebs in der Massenkultur als eine theatralische Inszenierungsfigur, die bis in die Politik der Antike zurückverfolgbar sei.

Die ihm eigene Methode, mit der Kondylis seine Ergebnisse auf den Begriff bringt, wird von ihm selbst als “deskriptiver Dezisionismus” bezeichnet. So grenzt er sich bewußt von dem “militanten Dezisionismus” ab, den er bei Carl Schmitt sieht. Machtstreben ist für ihn die wesentliche Kategorie seiner Beschreibungen, auch das Denken begreift er als genuin “polemisch”.

Durch seine streng deskriptive Methode eröffnet Kondylis Anknüpfungsmöglichkeiten für unterschiedlichste politische Ansätze. In konservativen Kreisen ist er vor allem durch seine kongeniale Ideengeschichte des Konservativismus bekannt geworden, worauf Pit Kapetanovic (Heidelberg) in seinem Vergleich mit Michael Oakeshott hinwies. Der Konservativismus ist für Kondylis nur mehr ein historisches Phänomen. Durch äußere Umstände hat er sich überholt und ging im bürgerlichen Liberalismus unter.

Die These vom Ende der Geschichte weist Kondylis hingegen entschieden zurück. Nach dem Ende des Kommunismus erwartet er für das 21. Jahrhundert das Ende des Liberalismus.

Er selbst hat aus seiner Internierung während des autoritären griechischen Obristen-Regimes die Konsequenz gezogen, Distanz zu jedweder Macht zu wahren. Kondylis bewegte sich jenseits von Pessimismus und Optimismus und nahm mit der philosophischen Melancholie eine dritte Position ein, wie Markus Käfer, Lehrbeauftragter an der Ruprecht-Karls-Universität Heidelberg, deutlich machte. Melancholie sei für Kondylis die einzig angemessene geistige Waffe im Ringen um eine unbeschadete Selbsterhaltung im Zeitalter der Massendemokratie. Der Verzicht auf Machtausübung an der Oberfläche schließt dabei aber keineswegs aus, “daß die Melancholie zu einer gestauten, aber doch vorhersehbaren Brutstätte der Entfaltung der Macht werden kann” (Käfer).

Deutsche und griechische Teilnehmer diskutierten abschließend den Fortgang der Rezeption. Kondylis‘ Nachlaßverwalter Athanasios Kaissis (Thessaloniki) plant die Herausgabe des Briefwechsels und eine Werkausgabe. Fotis Dimitriou (Bammental) bestreitet derzeit seine Doktorarbeit mit der Übersetzung vieler tausend beschriebener Kärtchen aus dem Nachlaß. Ein Tagungsband ist in Planung. Abgerundet wurde die Veranstaltung durch einen öffentlichen Abendvortrag des israelischen Militärhistorikers Martin van Crefeld, der provokante Thesen aus seinem neuen Buch “The Culture of War” vorstellte.

Kurz vor seinem Tod am 11. Juli 1998 hatte Kondylis noch eine längere Reise auf den griechischen Berg Athos geplant. Heute stellt sein Werk selbst einen Gipfelpunkt nicht nur griechischen, sondern europäischen Denkens dar. Die Reise dorthin ist kein Spaziergang für Genießer leicht verdaulicher Kost, doch wer diese Reise unternimmt, spürt bald, daß sie aller Anstrengungen und Mühen wert ist.


“Μνήμες από τον Παναγιώτη Κονδύλη” (2002)

Πλήρες κείμενο: http://www.newsociology.gr/teyxh/pdfs/34.pdf


ΕΝΤΕΚΑ μελετήματα συγκροτούν το βιβλίο του Παναγιώτη Κονδύλη “Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες” (Θεμέλιο, 1988), αν δεν έχουν την εποπτεία των μεγάλων του συνθέσεων, έχουν μια ιδιαίτερη αξία για την έρευνα της δεξίωσης των ιδεών του Διαφωτισμού από την ελληνική λογιοσύνη κατά το δεύτερο ήμισυ του ιη’ αιώνα και τις αρχές του επόμενου: η ιδιαίτερη αξία συνίσταται στο γεγονός ότι ο Κονδύλης μπορεί όχι απλώς να εντάσσει τα ελληνικά φαινόμενα στην ευρύτερή τους ευρωπαϊκή συνάφεια αλλά κυρίως στο να καταδεικνύει το ακριβές νόημα των εννοιών στη δεδομένη στιγμή και να διαγράφει τα ακριβή όρια του ελληνικού φαινομένου και το βαθμό της συγχρονικότητάς του με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό. Ο ελληνικός Διαφωτισμός δεν ήταν για τον Κονδύλη μια ερευνητική και στοχαστική προτεραιότητα που τον οδηγεί στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό αλλά η απόληξη της ενασχόλησής του μ’ αυτόν τον τελευταίο: έτσι στο πρόσωπό του η δεξίωση των φιλοσοφικών ιδεών του Διαφωτισμού στην Ελλάδα βρίσκει τον ιδανικό μελετητή, εκείνον δηλαδή που είναι σε θέση να αναγνωρίζει -κάθε στιγμή- σε τι τελικώς συνίσταται αυτή η δεξίωση και να δείχνει ποιες ήταν οι τομές που η νέα φιλοσοφία επέφερε στο παραδοσιακό φιλοσοφικό σώμα.

 

Ισως όλα αυτά φαίνονται αυτονόητα, δεν είναι ωστόσο αυτονόητες και δεδομένες οι εφαρμογές, δηλαδή το ιστοριογραφικό αποτέλεσμα: αν ο ελληνικός Διαφωτισμός έχει αποτελέσει προνομιούχο πεδίο της ελληνικής ιστορικής έρευνας, ωστόσο η έρευνα αυτή δεν προσανατολίστηκε με επαρκή τρόπο σε μια ιστορία των ιδεών, που, ξεπερνώντας τις ευρετικές και συγκριτικές της προϋποθέσεις, θα αναγόταν σε μια αναγνώριση της συγχρονικής σημασίας των ιδεών αυτών, σε μια αναγνώριση, λόγου χάρη, της σημασίας που είχε η μετάβαση από τη νοησιαρχία στον ανθρωποκεντρισμό του Διαφωτισμού και μέσω αυτού στην ανασήμανση του πολιτικού. Ο Κονδύλης μάς έδειξε πόσο απαραίτητη είναι η ανατοποθέτηση των ζητημάτων, πόσο, για παράδειγμα, έχει σημασία να γνωρίσουμε από κοντά τη θέση της μεταφυσικής μέσα στο σύστημα σκέψης των δεκτών των ιδεών του Διαφωτισμού ή να ξανασκεφτούμε αν ο δειλός πλατωνισμός ερχόταν να ανατρέψει φιλοσοφικές και θεολογικές μονιμότητες ή να τις διαιωνίσει. Με δυο λόγια μάς έδειξε ότι η μελέτη του ελληνικού Διαφωτισμοιύ προϋποθέτει μια πνευματικκη σκευή διαφορετική από εκείνη με την οποία ξεκινήσαμε, ότι, για να γραφούν αυτά τα έντεκα κείμενα, έπρεπε να έχει προηγηθεί η μεγάλη του σύνθεση για τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (1981).

 

Ο Κονδύλης, φυσικά, μάς θυμίζει ότι η ανάλυση και η ιστορικοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών δεν αρκούν για να εξηγήσουν τον τρόπο και τον τύπο της δεξίωσής τους σε πνευματικές και κοινωνικές συλλογικότητες, όπως οι ελληνικές, χαρακτηριζόμενες από “υποπλασία”, όπως ο ίδιος λέγει: η κοινωνιολογική πρόβαση, δηλαδή η συστάθμιση των κοινωνικών όρων δεξίωσης, αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα της ιστορίας των ιδεών. Βέβαια τούτο δεν είναι μια καινοφανής σκέψη, είναι ωστόσο ένα εργαλείο ικανό να μας εξηγήσει ό,τι συνέβαινε στην πράξη και παρουσιαζόταν με ιδιαίτερη έμφαση στα πεδία της συμβίωσης του νεωτερισμού με τις παραδοσιακές σταθερές: στην οπτική αυτή μάς μιλά για μεθερμηνεία του χριστιανισμού, λόγου χάρη, στον Κοραή. Και τούτο ίσως μπορεί να φανεί αυτονόητο, δεν είναι ωστόσο μια αυτονόητη εφαρμογή στην ιστορική πρακτική: παραπέρα, η μεθερμηνεία ορίζει περισσότερο πεδία ρήξεων, παρά προσαρμογών, και οπωσδήποτε δεν σημαίνει πάντοτε μηχανισμούς αποκρύψεων. Στην οπτική αυτή μάς έδωσε υποδειγματικές σελίδες σχετικές με τη θέση των εξ αποκαλύψεων αληθειών στο έργο των  Διαφωτιστών ή με τη συνεκτικότητα του συντηρητικού εκκλησιαστικού λόγου που, μέσω της ακρότητάς του, δείχνει τη συνολική, πλέον, ανατρεπτικότητα του λόγου των φιλοσόφων.

 

Δεν προτίθεμαι -σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα- να δείξω πού αυτά τα μελετήματα του Παναγιώτη Κονδύλη ήρθαν να αποκαταστήσουν στις σωστές τους διαστάσεις θέματα, και μάλιστα καίρια, του ελληνικού Διαφωτισμού και τα οποία ανέτρεψαν ορισμένες από τις βεβαιότητες ή τις εύκολες αποτιμήσεις της προηγούμενης έρευνας ή να αναδείξουν τα ευτυχή της ευρήματα και τις εύστοχες θεωρήσεις της. Θα ήθελα μόνο να επισημάνω τις μεθοδολογικές υποχρεώσεις που μας επέβαλε με τα λίγα αυτά κείμενα, υποχρεώσεις που προσδιορίζουν και την ιδανική φυσιογνωμία του ιστορικού των ιδεών και μάλιστα των “μετακενούμενων” ιδεών και ακόμη τον τύπο των ερωτημάτων που πρέπει να θέτουμε και τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τα θέτουμε, αλλιώς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να τα ιστορικοποιούμε: ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα, το πρόβλημα του υλισμού, οι δυνατότητες υποδοχής του σε συνάρτηση ωστόσο με την ανθρωποκεντρική και πολιτική ουσία αυτού του αφομοιούμενου ως προς το γενικό του σχήμα Διαφωτισμού από το περιβάλλον της ελληνικής λογιοσύνης.

 

Η έρευνα του Κονδύλη στα κείμενα των εκφραστών του ελληνικού Διαφωτισμού συναντιέται με την προγενέστερη και την εμβαθύνει: αν ο μετριοπαθής χαρακτήρας του είχε ήδη υποδειχθεί κι αν είχε ήδη συνδηλωθεί οι κοινωνικοί του καταναγκαστικοί προσδιορισμοί, παρέμενε ωστόσο να δειχθεί γιατί και σε ποιο βαθμό προσέκρουε στην παραδοσιακή αντίληψη του κόσμου προκαλώντας εντάσεις δυσεξήγητες σε σχέση με τη δική του τονικότητα. Με άλλα λόγια τίθεται το ζήτημα της αριστοτελικής κυριαρχίας, που πηγαίνει μαζί με το ζήτημα της εμμονής της θεολογικής ερμηνείας του κόσμου: στην ερμηνευτική του πρόταση ο Κονδύλης προσδιόρισε τη συνοχή αυτού του κόσμου της παράδοσης και έδειξε σε ποιο επίπεδο τοποθετούνταν η σύγκρουση, επισημαίνοντας την εσωτερική αδυναμία μετριασμού της συνοχής του παραδοσιακού συστήματος. Συγχρόνως έδειξε τα όρια μέσα στα οποία μπορούσε να κινηθεί η μερική του προσαρμογή, είτε αυτή είχε να κάμει με την ελληνική αρχαιότητα είτε με τον πλατωνισμό που καλούνταν να στηρίξει θεολογικές ανάγκες. Εδειξε έτσι ότι δυο κινήματα, με κοινό παρανομαστή το μετριασμό, δεν ήταν δυνατό να συγκλίνουν παρά, όταν το ένα απ’ αυτά, το διαφωτιστικό, μπορούσε να απορροφηθεί από το παραδοσιακό: αν δεν προχώρησε προς την κατεύθυνση αυτή με συστηματικές διερευνήσεις, άνοιξε οπωσδήποτε το δρόμο, υποδεικνύοντας συγχρόνως ποιες ήταν οι δυνατότητες μεθερμηνείας της παράδοσης σε άλλες εποχές και συγκυρίες. Οπως συνέβηκε με το Διαφωτισμό, έτσι και ως προς την κατεύθυνση αυτή άνοιξε τη βασιλική οδό με το στοχαστικό του έργου για τη μαζική  δημοκρατία και το σύνδρομό της, τη μαζική κουλτούρα. Ο ίδιος προσέφερε ένα άμεσο παράδειγμα για το εύρος των ορίων των πνευματικών εκδηλώσεων εκείνων, που άφηνε τη φροντίδα για την ερμηνεία τους στην κοινωνιολογική πρόβαση: το δυσβάστακτο πνευματικό του εύρος ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που διαθέτουν οι πνευματικοί μας θεσμοί, με έκδηλο εκφραστή το αθηναϊκό Πανεπιστήμιο που τον τίμησε με μια από τις πολλές συνεπείς του απορρίψεις.

 

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα Αυγή, 26/07/1998


Περίληψη εισήγησης (2005)

 

Φωτεινή Βάκη, Διδάσκουσα Φιλοσοφίας Ιονίου Παν/μίου

 

Η ερμηνεία του Διαφωτισμού. Ντεσιζιονισμός και Κανονιστική Θεωρία

 

Τα ρεύματα σκέψης του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στο έργο των Παναγιώτη

Κονδύλη και Κοσμά Ψυχοπαίδη σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν μια απλή ιστορία ιδεών. H πρόσληψη και επεξεργασία τους οδηγεί, αντίθετα, στην παραγωγή δύο πρωτότυπων και εκ διαμέτρου αντίθετων θεωρητικών σχημάτων που αφορούν τους όρους γένεσης και αναπαραγωγής της κοινωνίας.

 

Σκοπός της παρούσας εισήγησης είναι να δείξει πώς οι εν λόγω αντιτιθέμενες ερμηνείες του Διαφωτισμού από τους Κονδύλη και Ψυχοπαίδη οδηγούν σε δύο αντίπαλες συλλήψεις της σύστασης της πολιτικής. Αν και ο ερευνητικός καθοδηγητικός μίτος αμφοτέρων είναι κοινός και αφορά το κατεξοχήν νεωτερικό πρόβλημα της δυνατότητας παράκαμψης του μηδενισμού μετά τη νεωτερική «Θεοκτονία», ήτοι μετά το τέλος ενός ουσιολογικά προσδιορισμένου αγαθού, οι ερμηνείες που δίδονται διίστανται.

 

Για τον Κονδύλη, ο Διαφωτισμός απαντά στο παραπάνω πρόβλημα αναπαράγοντας την εννοιολογική δομή του θεολογικού αντιπάλου του. Η έκπτωση σε ηθικό και γνωσιολογικό σχετικισμό που συνεπάγεται η ομολογία πίστεως σε μια εμμενή ερμηνεία του κόσμου αποφεύγεται όταν το βασίλειο του Θεού αντικαθίσταται από το βασίλειο του Λόγου. Το σχήμα του Κονδύλη ακυρώνει κατ’ ουσίαν τον Διαφωτισμό στο βαθμό που ο τελευταίος εκλαμβάνεται πως παραπαίει μεταξύ του θεολογικού αντιπάλου, που

αναπαράγεται με εκκοσμικευμένα πρόσημα, και του μηδενισμού. Επιπλέον, για τον Κονδύλη η μομφή του μηδενισμού είναι ένα πρόσχημα -αφού η επιβίωση καμίας κοινωνίας δεν είναι δυνατή χωρίς μια κλίμακα ηθικών αξιών- που επισείεται από την εκάστοτε κοσμοθεωρητική παράταξη στον αγώνα της για κυριαρχία. Αν όμως οποιοδήποτε ορθοπρακτικό πλαίσιο συνιστά πρόφαση που συγκαλύπτει αξιώσεις κυριαρχίας, τότε στο έργο του Κονδύλη, μαζί με την κανονιστική διάσταση του Διαφωτισμού αίρεται και οιανδήποτε δυνατότητα αξιολογικών κρίσεων περί του τι είναι δίκαιο ή άδικο σε μια κοινωνία.

 

Το έργο του Κ. Ψυχοπαίδη αντίθετα, ερμηνεύει μια μεγάλη παράδοση του

Διαφωτισμού που κυρίως εκπροσωπείται από τον Ρουσώ, τον Καντ, τον Χέγκελ, αλλά και τον Μαρξ ως μια απόπειρα θεμελίωσης πολιτικών κανόνων που δεν θα οπισθοδρομεί σε προ-νεωτερικού τύπου αντιλήψεις περί αγαθού ούτε θα εκφυλίζεται σε εγωιστικό πράττειν. Η θεμελίωση των πολιτικών κανόνων για τον Ψυχοπαίδη οριοθετείται αφ’ ενός μεν από τις ιστορικές σχέσεις ιδιοκτησίας (ιδιοποίησης και διανομής του κοινωνικού προϊόντος) αφ΄ετέρου δε, τόσο από το ίδιο το κανονιστικό περιεχόμενο αυτών των σχέσεων όσο και από τα συστήματα αξιών που επιτρέπουν την αξιολόγησή του.

 

Αν για τον Κονδύλη κανόνες και αξίες έχουν μόνο πολεμική διάσταση και υποκρύπτουν αποκλειστικά κυριαρχικές αξιώσεις, για τον Ψυχοπαίδη, η σημερινή θεωρία οφείλει να ερμηνεύει τους κανόνες ως λειτουργικούς όρους όχι μόνο της αναπαραγωγής και διατήρησης της κοινωνίας αλλά και της θεωρίας. Οι κανόνες αξιολογούνται από τους ίδιους τους δρώντες όσον αφορά την καταλληλότητά τους να μετατραπούν σε αξίες που θα προσανατολίζουν την καθημερινή δράση.

 

Αν το έργο του Κονδύλη απέχει κάθε αξιολογικής κλίμακας στη βάση της οποίας θα αποφαινόταν, τι είναι «ορθό», η θεμελίωση των κανόνων στο έργο του  Ψυχοπαίδη δηλώνει ποιές αξίες είναι αδιαπραγμάτευτες (ζωή, υγεία, αξιοπρέπεια, αυτόνομη πολιτική δράση) και ποιές αποτελούν αντικείμενο διαλόγου και διαπραγματεύσεων καθώς και ποιοί είναι οι όροι του διαλόγου αυτού.

 

ΠΗΓΗ:

http://www.fks.uoc.gr/greek/Psyxopaidh/PhilosphyTodaySymposiumBookofAbstracts.pdf


Το εμπόριο του πολέμου

 

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 1997  ΤΟ ΒΗΜΑ

Δύο μόνο χρόνια πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ένα βιβλίο, που μόλις είχε δημοσιευθεί, τράβηξε την προσοχή του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, έγινε θέμα συζητήσεων της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ και μεταφράστηκε αμέσως σε πολλές γλώσσες. Συγγραφέας του ήταν ο βρετανός δημοσιολόγος Norman Angell και τίτλος του The Great Illusion, η μεγάλη ψευδαίσθηση. Θύματα της μεγάλης αυτής ψευδαίσθησης ήσαν, κατά τον Angell, όσοι από πολέμους και κατακτήσεις προσδοκούσαν την αύξηση της ισχύος και της ευημερίας του έθνους τους. Η σημερινή έκταση των διαπλοκών της παγκόσμιας οικονομίας, έλεγε, οι πυκνές και γρήγορες επικοινωνίες, και προπαντός ο διεθνής χαρακτήρας του χρηματοοικονομικού και του πιστωτικού συστήματος είχαν πλέον καταστήσει απαρχαιωμένη την παραδοσιακή πολιτική της ισχύος και μετατρέψει τα μικρά και οικονομικώς εύρωστα έθνη σε ισότιμους συναγωνιστές των μεγάλων.

Μολονότι ο Angell αμφισβητούσε ριζικά τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος για την ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας και μολονότι κατηγορούσε με την ίδια δριμύτητα τόσο τους βρετανούς όσο και τους γερμανούς υποστηρικτές τέτοιων απόψεων, ωστόσο αποδεχόταν τη χρήση μη οικονομικών μέσων πίεσης με σκοπό την «αποκατάσταση και τήρηση της τάξης» και την προστασία του ελεύθερου εμπορίου. Οπου ήδη υφίσταται η δημόσια τάξη, έγραφε, όπως στις πολιτισμένες χώρες της Ευρώπης, εκεί οι κατακτήσεις περιττεύουν. Από την άλλη μεριά η Γερμανία, λ.χ., θα είχε το δικαίωμα να ακολουθήσει το βρετανικό παράδειγμα στις Ινδίες και να επιβάλει την τάξη στην οθωμανική επικράτεια. Ο Angell δεν εξέταζε τι θα γινόταν σε περίπτωση όπου μια πλευρά θα επεφύλασσε στον εαυτό της τον ρόλο του φύλακα της τάξης σε όλες τις νευραλγικές περιοχές.

Αλλωστε αυτό δεν αποτελούσε ούτε το μόνο κενό ούτε το μόνο σφάλμα της επιχειρηματολογίας του. Από οικονομική άποψη είχε βέβαια δίκιο όταν διαπίστωνε ότι η αποικιακή επέκταση, όπως ασκήθηκε από τον 16ο ως τον 19ο αι., είχε γίνει ασύμφορη λόγω των στρατιωτικών δαπανών και θα έπρεπε να αντικατασταθεί με τον λιγότερο ή περισσότερο άμεσο οικονομικό έλεγχο. Η διαπίστωση όμως τούτη δεν αρκούσε από μόνη της για να αποδείξει τη γενική θέση ότι, σε κοσμοϊστορικό επίπεδο, οι σχέσεις μεταξύ οικονομικής και πολιτικοστρατιωτικής ισχύος είχαν οριστικά αντιστραφεί. Ο Angell παραδεχόταν έμμεσα αυτό το λογικό άλμα όταν δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να ισχυρισθεί την απιθανότητα μεγάλων μελλοντικών πολέμων, αλλά απλώς να αποδείξει ότι ο πόλεμος έγινε άπαξ διά παντός οικονομικά άχρηστος, και μάλιστα επιζήμιος.

Αλλά και εδώ η συλλογιστική του δεν ήταν συνεπής. Γιατί σε πολλές περικοπές του βιβλίου του εξέφραζε την πεποίθηση ότι η πρόοδος των παγκόσμιων οικονομικών διαπλοκών θα καθιστούσε αδύνατο τον πόλεμο και θα υποκαθιστούσε τη φυσική βία με τη συνεργασία. Η πρόγνωση αυτή προφανώς αποτελούσε, από λογική και ιστορική άποψη, κάτι διαφορετικό από τη διάγνωση της οικονομικής αχρηστίας των πολέμων. Για να συμπέσει η πρόγνωση με τη διάγνωση θα έπρεπε να αποδειχθεί επιπλέον ότι όλοι οι άνθρωποι σε όλες τις περιπτώσεις δίνουν το προβάδισμα στο οικονομικό όφελος και ταυτόχρονα πιστεύουν ότι η δική τους νίκη σε έναν πόλεμο θα βλάψει και μακροπρόθεσμα τα οικονομικά συμφέροντά τους. Ο πόλεμος, που ξέσπασε όσο ακόμη διαρκούσε η εκδοτική επιτυχία του βιβλίου του Angell, έδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε αποδειχθεί.

Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο δεν έχασε ούτε την επικαιρότητα ούτε τους οπαδούς του. Οταν πριν από δύο χρόνια στο Βερολίνο ένας αμερικανός δημοσιογράφος διατύπωσε σε μιαν ομιλία παρόμοιες σκέψεις και του υπενθύμισα τον Norman Angell, ομολόγησε πρόθυμα την πηγή της έμπνευσής του. Στην πραγματικότητα οι θέσεις του Angell έγιναν εύκολα δημοφιλείς γιατί σε μιαν εποχή όπου οι διεθνείς οικονομικές διαπλοκές αυξήθηκαν κατά πολύ ως προς τον όγκο και την πυκνότητά τους, φαίνονταν να επιβεβαιώνουν εκ νέου έναν κοινό τόπο του πρώιμου φιλελευθερισμού, ότι δηλαδή το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο· έπιαναν έτσι το νήμα μιας μακράς παράδοσης και έπεφταν σε γόνιμο έδαφος. Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας. Πάντως γύρω στο 1900 θέσεις σαν και αυτές φαίνονταν ακαταμάχητες, και μάλιστα όχι μόνο σε φιλελεύθερους πολιτικούς αλλά και στους πλείστους ευρωπαϊκούς στρατιωτικούς ή στρατηγικούς σχεδιαστές.

Λίγοι γνωρίζουν σήμερα ­ και ακόμη λιγότεροι θέλουν να το γνωρίζουν ­ ότι η σχεδόν αναντίρρητη επικράτηση του επιθετικού στρατιωτικού δόγματος σε όλα τα ευρωπαϊκά Γενικά Επιτελεία προ του 1914 στηριζόταν στη γενική πεποίθηση ότι η οικονομική ζωή είχε γίνει τόσο περίπλοκη και ευαίσθητη, ώστε δεν σηκώνει μακρό πόλεμο, άρα ο πόλεμος πρέπει να διεξαχθεί επιθετικά και να έχει γρήγορη έκβαση. Στη Γερμανία αυτό το είχε πει ήδη ο Moltke, αλλά η έρευνα έχει δείξει ότι και ο στρατηγικός σχεδιασμός του Schlieffen ξεκινούσε από παρόμοιες ιδέες. Σήμερα βέβαια μας φαίνεται εντελώς παράδοξο ότι μπορεί να υπάρχει κάποια συνάφεια ανάμεσα στην παραβίαση της βελγικής ουδετερότητας και σε μιαν φιλελεύθερη ­ οικονομιστική τοποθέτηση, ωστόσο γι’ αυτό φταίνε οι επικρατούσες εύκολες σχηματοποιήσεις. Το αληθινά παράδοξο ­ που βέβαια εξηγείται εκ των υστέρων ­ έγκειται στο ότι οι προσπάθειες όλων των πλευρών να συντομέψουν τον πόλεμο κατέληξαν στην παράτασή του.

Ανάμεσα στο 1900 και στο 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137% και το ρωσογερμανικό κατά 121%. Το εμπόριο μεταξύ Γερμανίας και Μεγάλης Βρετανίας διπλασιάσθηκε από 60 εκατ. λίρες σε 120 και αποτελούσε το 9% του συνολικού βρετανικού εμπορίου· περισσότερα από τα μισά τοτινά διεθνή καρτέλ παραγωγής ήσαν κοινή γερμανοβρετανική ιδιοκτησία, ένα από αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες (βλ. Β. R. Mitchell, International Historical Statistics. Europe 1750-1988, Ν. Υόρκη 1992). Αν λοιπόν οι οικονομικοί οιωνοί έδειχναν ειρήνη, τότε ο πόλεμος, που παρ’ όλα αυτά έγινε, θα πρέπει να ξεπήδησε από μια λογική διαφορετική από τη λογική της οικονομίας. Η διερεύνηση πολλών ιστορικών παραδειγμάτων δεν μας επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει μια πάγια αιτιότητα, δηλαδή ένας νόμος, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις εμπορίου και πολέμου. Η θεωρητική γενίκευση δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα από την απόφανση ότι εδώ υφίστανται παράλληλα δύο διαφορετικές λογικές και δύο διαφορετικά κίνητρα, που μπορεί και να συμπίπτουν ­ όμως η σύμπτωσή τους διόλου δεν είναι υποχρεωτική.

Αντίθετα, τόσο η φιλελεύθερη προσδοκία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο όσο και η χυδαιομαρξιστική ερμηνεία του πολέμου με οικονομικές αιτίες προϋποθέτουν και οι δύο σιωπηρά την ύπαρξη εμπειρικά αναπόδεικτων νομοτελειών. Και στις δύο περιπτώσεις η αποδεικτική στηρίζεται σε έναν οικονομιστικό ντετερμινισμό, οπότε η φιλελεύθερη τοποθέτηση, αν εξετασθεί προσεκτικότερα, αποκαλύπτεται ως χυδαίος μαρξισμός με αντεστραμμένα πρόσημα. Γιατί μόνο όποιος πιστεύει ότι τους πολέμους τους προκαλούν αποκλειστικά οι οικονομικοί ανταγωνισμοί, έχει λογικά το δικαίωμα και να δέχεται ότι η οικονομική συνεργασία θα καταργήσει οπωσδήποτε τον πόλεμο. Αλλωστε η τέτοια συνεργασία θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίδοτο εναντίον του πολέμου μονάχα αν εγκαινιαζόταν και καλλιεργούνταν με τη ρητή πρόθεση να λειτουργήσει ως εναλλακτική λύση προς τις αιματηρές συγκρούσεις.

Δεν υπάρχουν όμως χειροπιαστές ενδείξεις ότι συμβαίνει αυτό, υπάρχουν μόνο εκλογικεύσεις του πράγματος εκ των υστέρων. Τους ανθρώπους τους ωθούν στην οικονομική συνεργασία απλώς και μόνο οικονομικές βλέψεις και αναγκαιότητες, οι οποίες καθεαυτές δεν συνδέονται με ειρηνικές ή εχθρικές προθέσεις υπό την πολιτική έννοια. Μονάχα η θετική ή αρνητική τροπή της συνεργασίας κάνει πιθανή τη σύνδεση με παρόμοιες προθέσεις, χωρίς όμως και πάλι αυτό να είναι υποχρεωτικό. Στα τέλη του 20ού αι. ο βαθύτερος αντικειμενικός λόγος της αύξουσας παγκόσμιας οικονομικής διαπλοκής είναι ο ίδιος που κράτησε (και ίσως έθεσε) σε κίνηση τη βιομηχανική επανάσταση κατά τον 18ο και 19ο: μια άνευ προηγουμένου και συνεχώς επιτεινόμενη πληθυσμιακή πυκνότητα, αυτή τη φορά όχι σε περιορισμένη ευρωπαϊκή αλλά σε πλανητική κλίμακα. Και ακριβώς επειδή στον 21ο αι. οι παγκόσμιες οικονομικές διαπλοκές θα βρίσκονται κάτω από την πίεση του παραπάνω αντικειμενικού παράγοντα, μάλλον θα οξύνουν παρά θα αμβλύνουν το πρόβλημα της κατανομής.

Μετά το 1989 πολλαπλασιάσθηκαν οι φωνές που αποδίδουν τη σημερινή απιθανότητα μεγάλων πολέμων μεταξύ εθνών στην αύξουσα παγκόσμια διαπλοκή των οικονομιών. Οπως δείχνει το παράδειγμα της εποχής προ του 1914 η συνάφεια αυτή κάθε άλλο παρά υποχρεωτική είναι. Αντίθετα, είναι προφανής ο πολιτικός λόγος που καθιστά προς το παρόν απίθανους τέτοιους πολέμους. Ενα μεγάλο έθνος ανάμεσα στα υπόλοιπα, δηλαδή το αμερικανικό, διαθέτει τέτοια οικονομική και στρατιωτική υπεροχή απέναντι σε όλα τα άλλα, παρμένα χωριστά, ώστε ενάντια στη θέλησή του ούτε ετοιμοπόλεμες συμμαχίες μπορούν να συμπηχθούν ούτε ένα άλλο έθνος μπορεί να ασκήσει αποφασιστικά και ως τα άκρα πολιτική ισχύος. Ενώ η παγκόσμια κατάσταση γύρω στο 1900 χαρακτηριζόταν από την κατά προσέγγιση ισοδυναμία μεταξύ των τότε παγκόσμιων Δυνάμεων, γύρω στο 2000 καθορίζεται από την έμπρακτη ηγεμονία μιας και μόνο Δύναμης. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει αυτή η συγκυρία και υπό ποιες συνθήκες θα τερματισθεί, εφόσον μάλιστα ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος δεν έχει ακόμη σαφή περιγράμματα. Το βέβαιο είναι ότι σήμερα την ειρήνη δεν τη διασφαλίζει η οικονομική συνεργασία πολλών ισότιμων κρατών αλλά η ηγεμονία ενός υπέρτερου.

Οσον αφορά ιδιαίτερα την Ευρώπη, εδώ η στενότερη οικονομική και πολιτική συνεργασία μάλλον προέκυψε επειδή ήταν αδύνατος ένας νέος μεγάλος πόλεμος μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών παρά το αντίστροφο. Αφ’ ότου η Ευρώπη έχασε την παγκόσμια κυριαρχία, έχασαν και οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί την κοσμοϊστορική σημασία τους (όποιος κυριαρχεί στην Ευρώπη δεν κυριαρχεί πια στον κόσμο ολόκληρο) και γι’ αυτό η έντασή τους έπεσε κάθετα, υπό την κηδεμονία μάλιστα των ΗΠΑ. Στην ιμπεριαλιστική εποχή οι ανταγωνισμοί αυτοί όχι μόνο δεν εμπόδιζαν τη γενική ευρωπαϊκή επέκταση αλλά και την επέτειναν, γιατί κάθε ευρωπαϊκή Δύναμη φρόντιζε να μη μείνει πίσω από τις άλλες. Την εποχή της παγκόσμιας κυριαρχίας της Ευρώπης ο πλανήτης συνομαδωνόταν γύρω από τον άξονα των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών, ενώ σήμερα τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται να συνομαδωθούν και να συνασπισθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Με άλλα λόγια: ως το 1945 στην Ευρώπη ο πόλεμος ήταν ασθένεια της δύναμης, ενώ μετά το 1945 έγινε απίθανος γιατί την Ευρώπη την πρόσβαλε η ασθένεια της αδυναμίας.

Αφού κανένα ευρωπαϊκό έθνος δεν κατέχει την ισχύ και τη βούληση να πραγματοποιήσει υπό τη δική του ηγεμονία μιαν ιστορικά βιώσιμη ευρωπαϊκή ένωση, η τελευταία πρέπει να οικοδομηθεί με ατμομηχανή τη σύμπνοια των δύο ή τριών μεγαλύτερων εθνών. Στον δρόμο προς την ένωση αυτή θα φανεί ακόμη μια φορά πόσο διαφέρει η υπόθεση του εμπορίου από εκείνη του πολέμου και της ειρήνης. Η οικονομική όσμωση δεν θα απολήξει υποχρεωτικά στην πολιτική, προπαντός αν η ιστορικά κουρασμένη Ευρώπη βολευτεί ψυχολογικά με τη σκέψη ότι μπορεί να ζήσει άνετα και υπό αμερικανική ηγεμονία. Και αντίστροφα: παλινδρομήσεις κατά την προσπάθεια στενότερης συνύφανσης των ευρωπαϊκών οικονομιών δεν θα οδηγήσουν οπωσδήποτε σε πόλεμο, με δεδομένη την ευρωπαϊκή ασθένεια της αδυναμίας.

Η διαζευκτική λύση: «ή νομισματική ένωση ή πόλεμος», όπως τη διατυπώνουν μερικοί, μπορεί να είναι παιδαγωγικά σκόπιμη, όμως η ιστορική της αξία είναι ελάχιστη. Οχι μόνο επειδή πρόσφατα ακόμη στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στην πρώην Σοβιετική Ενωση αλληλοσπαράχθηκαν λαοί που επί δεκαετίες απόλαυσαν τις ευλογίες του κοινού νομίσματος, αλλά και επειδή δεν ευσταθεί το υπονοούμενο, ότι δηλαδή σήμερα υπάρχουν στην Ευρώπη έθνη με τη βούληση και τη δύναμη να διεξαγάγουν πόλεμο. Το σημερινό δίλημμα της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν είναι: «ενότητα ή πόλεμος», όπως προ του 1945, αλλά «ενότητα ή παρακμή». Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο αυτά πράγματα γίνεται βέβαια εμφανής μονάχα όταν δεν συγχέεται σε κανένα επίπεδο η λογική του εμπορίου και η λογική του πολέμου. Ακόμη γενικότερα, πρέπει να λεχθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι καλά θα έκαναν να μην εμπιστεύονται την ειρήνη στους δήθεν αυτοματισμούς της οικονομίας, αλλά να αναζητήσουν τις προϋποθέσεις της στις πολιτικές ισορροπίες ισχύος μεταξύ των παγκόσμιων Δυνάμεων.


[«Το φιλοσοφικό έργο του Παναγιώτη Κονδύλη»], Η Καθηµερινή 31/1/1995

 

 του ΣΠΥΡΟΥ Α. ΜΟΣΧΟΝΑ

 Περιοδικό ΛΕΒΙΑΘΑΝ, τεύχος 15, βπερίοδος, 1994, σελς 204.

 

Παρόλο που το έργο του Παναγιώτη Κονδύλη είναι πλέον γνωστό και αναγνωρισµένο, στο γερµανόφωνο χώρο ιδιαίτερα, από την ελληνική διανόηση γίνεται ακόµη δεκτό µε αµηχανία, δέος, ίσως και κάποια εχθρότητα. Πριν από µερικά χρόνια γινόταν παρουσίαση και αποτίµηση του βιβλίου του Ισχύς και απόφαση (εκδ. Στιγµή, 1991) σε κάποιο σεµινάριο αθηναϊκού Πανεπιστηµίου. Με είχε εντυπωσιάσει τότε η προσπάθεια των οµιλητών πάση θυσία να εντάξουν το έργο αυτό, ίσως το πιο προσωπικό του συγγραφέα, σε κάποια σχολή, από την οποία θα ήταν πλέον µετρήσιµες οι αποστάσεις του(ς). Προς το τέλος της συζήτησης, και αφού ακόµα ανεζητείτο ταξινοµική κατηγορία, κάποιος επιφανής, ασχολούµενος περί την ψυχανάλυση και την πολιτική, αφού οµολόγησε ότι δεν είχε διαβάσει παρά τις πρώτες σελίδες του βιβλίου (διότι, ως γνωστόν, για την ψυχανάλυση το µέρος είναι περισσότερο από το όλον), αποφάνθηκε ωστόσο µε επαγγελµατική βεβαιότητα ότι ο συγγραφέας του πάσχει από παθολογικής µορφής εγωπάθεια που χρήζει επιθετικής θεραπείας. Το βιβλίο έπρεπε να «θαφτεί»· αποτελούσε απειλή για τον τρόπο που έχει καθιερωθεί η άσκηση της φιλοσοφικής δραστηριότητας εν Ελλάδι.

 

Είναι γεγονός ότι οι εργασίες του Π.Κ. δεν εντάσσονται στο εγχώριο γραµµατειακό είδος που καλλιεργούν οι Επίσηµες Φιλοσοφικές Εταιρείες, καταδικάζοντάς το στην αφάνεια που το ίδιο έχει θελήσει για τον εαυτό του. Το είδος αυτό θα µπορούσε να ονοµάζεται σχολιαστικό ή δοξογραφικό, αφού ασχολείται κυρίως µε την αναδιατύπωση, την ταξινόµηση και τη σύγκριση παραδοσιακών ή επείσακτων ιδεών.

 

Τα βιβλία του Π.Κ., µε ιδιαίτερη φροντίδα µεταφρασµένα από τον ίδιο στα ελληνικά, καταπιάνονται µε καίριες στιγµές και συλλογικές κινήσεις στην εξέλιξη της σκέψης των Νέων Χρόνων: τη γένεση της διαλεκτικής, το Διαφωτισµό, την κριτική της µεταφυσικής στη νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία, την ανάπτυξη της «µεταµοντέρνας» νοοτροπίας, την εξέλιξη της πλανητικής πολιτικής στο τέλος του αιώνα. Πρόκειται για έργο «βαρύ», που χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια για ναποτιµηθεί. Έργο µε στέρεο ιστοριογραφικό υπόβαθρο, που το πλουτίζουν η εµβρίθεια των αναλύσεων, η έκταση των γραµµατειακών γνώσεων, η προσπάθεια προσέγγισης στην ολότητα των φαινοµένων, η συνύφανση της θεωρίας µε την εµπειρία και την ιστορική στιγµή, αλλά κυρίως η πρωτοτυπία. Έργο ερµητικό, αποφασισµένο ναναµετρηθεί µε τον ίδιο του τον εαυτό, επειδή τακαδηµαϊκά πρότυπα που υπηρετεί είναι υψηλά.

 

Πρόκειται επίσης για έργο που δεν είναι εύκολο να ταξινοµηθεί. Σαν γνήσιος φιλόσοφος ο Π.Κ. αδιαφορεί για το χαρακτηρισµό της δραστηριότητάς του ιστορικός των ιδεών», «φιλόσοφος», «πολιτικός επιστήµονας»), και φαίνεται νακολουθεί το γνωστό απόφθεγµα: «το αντικείµενο της φιλοσοφίας είναι ένα και µοναδικό: τα πάντα» (Paul Grice). Ο ίδιος ορίζει απλά τον εαυτό του ως «παρατηρητή των ανθρωπίνων πραγµάτων».

 

Το αφιέρωµα του περιοδικού ΛΕΒΙΑΘΑΝ στο έργο του Π.Κ. συνιστά αξιέπαινη προσπάθεια παρουσίασης και κριτικής αποτίµησής του, που τιµά το περιοδικό και τους συντάκτες του όσο οι ίδιοι τον τιµώµενο επισκέπτη τους. Ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδοµένα: το αφιέρωµα δεν φοβάται την κριτική αντιπαράθεση· την προκαλεί.

 

Το ενδιαφέρον, εύλογα, στρέφεται κυρίως στο δεύτερο µέρος που περιλαµβάνει δύο κριτικές στο βιβλίο του Π.Κ. Ισχύς και απόφαση: του Θεόδωρου Γεωργίου Κριτική της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης του Π. Κονδύλη») και του Στέλιου Βιρβιδάκη Σχόλια στο έργο Ισχύς και απόφαση του Π. Κονδύλη»), καθώς και την εκτενή απάντηση του Π.Κ. στις κριτικές αυτές. Ο τόµος περιέχει επίσης µια διαφωτιστική συνέντευξη του Π.Κ. στον M. Terpstra, καθηγητή στο πανεπιστήµιο του Nijmegen (Ολλανδία), εκτενείς ενότητες από τρία αδηµοσίευτα στην Ελλάδα βιβλία του Πόλεµος και πολιτική: η θέση του Clausewitz», «O συντηρητισµός ως ιστορικό φαινόµενο», «Η γένεση της διαλεκτικής») και εργογραφία. Στο επίµετρο παρουσιάζονται τα κείµενα του Carl Schmitt «Πολιτική Θεολογία» (σε µετάφραση Π.Κ.) και της Hannah Arendt «Τι είναι αυθεντία» (σε µετάφραση Γ. Μερτίκα).

 

Τρία-τέσσερα σηµεία του κριτικού µέρους του αφιερώµατος, που δεν αφορούν τόσο στην ουσία των επιχειρηµάτων που επιστρατεύονται εκατέρωθεν όσο στη θεµατική και υφολογική τους οργάνωση, θα θέλαµε εδώ να επισηµάνουµε, πιστεύοντας πως τη λογική ορθότητα των επιχειρηµάτων και των αντεπειχειρηµάτων καλύτερα θα ήταν να την εκτιµήσει ο αναγνώστης µόνος του. Η µόνη αναγνωστική υπόδειξη που θα θέλαµε να του κάνουµε είναι να µην παρασυρθεί από τη συχνά εριστική ρητορική των συνοµιλητών.

 

A. Παρατηρούµε, καταρχάς, ότι η συζήτηση που διεξάγεται στις σελίδες του περιοδικού αποτελεί έναν σκηνοθετηµένο διάλογο. Οι επικριτές (Θ. Γεωργίου και Σ. Βιρβιδάκης) προσφέρουν τις κρίσεις τους χωρίς, προφανώς, να έχουν δυνατότητα ανταπάντησης. Ο κρινόµενος, αντίθετα, φαίνεται να έχει την άνεση χρόνου και χώρου που δικαιούται για να οργανώσει την απάντησή του (18 µόλις σελίδες καταλαµβάνουν τα κείµενα των Γεωργίου και Βιρβιδάκη έναντι 28 του Π.Κ.).

 

Όχι µόνον η κατανοµή του χρόνου και του χώρου αλλά και η θεµατική ειδίκευση του διαλόγου αποτελεί σηµάδι αυτής της σκηνοθεσίας: και οι δύο κριτικές στο έργο του Π.Κ. περιορίζονται στο έργο Ισχύς και απόφαση ― προφανώς διότι αυτό ζητήθηκε από τους κριτές (αν και ο Βιρβιδάκης τουλάχιστον φαίνεται να λαµβάνει υπόψιν του ορισµένες συναφείς µελέτες του Π.Κ., όπως το «Οι φιλόσοφοι και η ισχύς», που περιλαµβάνεται στον τόµο Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία, Αθήνα: Στιγµή, 1992, καθώς και φιλοσοφικά ρεύµατα προς τα οποία θεωρεί ότι θα µπορούσαν να συγκλίνουν οι απόψεις του Π.Κ.).

 

B. Η σκηνοθεσία του διαλόγου ευθύνεται επίσης για την ιδιαίτερη συµβολική, την οποία ο αναγνώστης πρέπει ναναγνωρίσει για να µπορέσει να παραγνωρίσει (αν, εννοείται, τον ενδιαφέρουν τα επιχειρήµατα και όχι οι ρητορικές τους αιχµές). Εννοώ ως ιδιαίτερη συµβολική το ότι τα αντιτιθέµενα µέρη µοιάζουν να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα: των κριτών και του δοκιµαζόµενου, µε όλες τις υποδηλώσεις ερικές εκ των οποίων είναι πρόδηλα ψευδείς) που µπορεί να έχει αυτή η διάκριση (του δοκιµασµένου / εγχώριου / συντηρητικού / καθιερωµένου έναντι του δοκιµαζόµενου / νεοεισερχόµενου / καινοτόµου / περιθωριακού κ.ο.κ.). Δεν αξιολογώ αυτή τη συµβολική, που επαναλαµβάνει τη σύγκρουση του Π.Κ. µε το π.κ. (πανεπιστηµιακό κατεστηµένο)· ενδέχεται άλλωστε η ιδιαίτερη αυτή συµβολική να προσδώσει στο διάλογο κάποια διαχρονική αντιπροσωπευτικότητα, ώστε να µπορούµε να λέµε µετά από κάµποσα χρόνια: «έτσι υποδέχτηκαν τον Π.Κ. στην Ελλάδα».

 

Έχω την εντύπωση όµως ότι ειδικά ο βερµπαλισµός του Θ. Γεωργίου δεν θα µπορούσε να σταθεί χωρίς τη σκηνοθετηµένη αυτή συµβολική· διότι βέβαια δεν µπορούµε να πάρουµε στα σοβαρά την κριτική του, ας πούµε ότι η θεωρία του Π.Κ. «χαρακτηρίζεται από µια αυτοαναφορική κλειστότητα στην επιχειρηµατολογική δοµή της». Αν µια τέτοια αερολογία έχει κάποιο νόηµα, το οφείλει στο ότι ο Γεωργίου µιλάει ως εκπρόσωπος ―αγνοούµε ποιας ακριβώς σχολής της δηµοσιογραφικής επιστηµολογίας―· µιλάει δηλαδή µε τους όρους της συµβολικής που υπαινίχτηκα.

 

Τη συµβολική αυτή, ανεστραµµένη, αξιοποιεί όµως και ο Π.Κ. για να δώσει πολεµική χροιά στις απαντήσεις του. Αναφέρεται λοιπόν στους συνοµιλητές του ως «φιλοσόφους» (εντός εισαγωγικών), τους κατηγορεί για «µισθωτή υπαλληλία» στο χώρο της φιλοσοφίας, ενώ ο ίδιος διακηρύσσει, µε όλους τους τόνους, ότι είναι πνεύµα ελεύθερο, ανένταχτο, ότι αρνείται την υπαλληλοποίησή του, δε θέλει να ενταχθεί σε κάποιο ρεύµα, σχολή ή Σχολή.

 

Η θεµατική σκηνοθεσία του διαλόγου τού δίνει επίσης το δικαίωµα να διαµαρτύρεται ότι δεν τον έχουν διαβάσει ολόκληρο και ότι τα θέµατα που θίγει το βιβλίο του έπρεπε να τα είχαν εξετάσει και από ιστορική σκοπιά, όπως ο ίδιος έκανε µε το έργο του· του δίνει δηλ. το δικαίωµα να επεκτείνει τη θεµατική που µοιάζει να έχει περιοριστικά επιβληθεί στους συνοµιλητές του, από τη θέση του παρερµηνευθέντος και προσβληθέντος.

 

Γ. Στη θεµατική σκηνοθεσία του διαλόγου ίσως να οφείλεται και το γεγονός ότι η συζήτηση περιορίζεται στη λογική συγκρότηση της περιγραφικής θεωρίας της απόφασης του Π.Κ., ενόσω ο ίδιος, όπως είπαµε, διαµαρτύρεται για την απουσία ιστορικής µατιάς.

 

Ορίζω το θέµα, βέβαια, δεν σηµαίνει µόνο «µιλώ για κάτι»· σηµαίνει κυρίως «δεν µιλώ για κάτι άλλο». Από την άποψη αυτή, για να είµαστε δίκαιοι και προς τους κριτές του, πρέπει να επισηµάνουµε ότι ούτε ο Π.Κ. µπαίνει στον κόπο ναπαντήσει σε όλες τις κριτικές που του γίνονται, όπως λ.χ. στην κριτική του Βιρβιδάκη ότι η θεωρία του για την απόφαση προϋποθέτει µια µάλλον απλοϊκή θεωρία περί νοήµατος (σελ. 99). Η απάντηση στο ζήτηµα αυτό θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού θα επέτρεπε στον αναγνώστη να σχηµατίσει γνώµη για τη σχέση (νείκους ή φιλίας) που συνδέει τον Π.Κ. µε την αναλυτική φιλοσοφία ―χώρο που του έλαχε να «αντιπροσωπεύσει» ο Βιρβιδάκης―, όπου επίσης προτείνονται «αξιολογικά ουδέτερες» περιγραφές των επιστηµονικών θεωριών και των τρόπων επικράτησής τους.

 

Βέβαια, το εµπειρικό-ιστορικό υπόβαθρο της θεωρίας του Π.Κ., αν δεν παραγνωρίζεται, τίθεται πάντως από τους κριτές του στο περιθώριο. Η επίκληση της «αυτοαναφορικότητας» και η απειλή της αντίφασης ή του φαύλου κύκλου (Γεωργίου) είναι τα σηµάδια του (αυτο)περιορισµού της επιχειρηµατολογίας γύρω από τη λογική εγκυρότητα του σχετικιστικού εγχειρήµατος: αν καµία θεωρία δεν είναι αξιολογικά ουδέτερη, λένε οι κριτές, επειδή αυτό που όλες οι θεωρίες επιδιώκουν είναι επέκταση της ισχύος τους, όπως λέει ο Π.Κ., τότε ούτε η θεωρία του Π.Κ. µπορεί να θεωρείται αξιολογικά ουδέτερη, γιατί και αυτή ισχύ και καταξίωση επιδιώκει.

 

Το ότι ένα τέτοιο επιχείρηµα δεν ευσταθεί λογικά το έχει δείξει ο Π.Κ στις πρώτες κιόλας σελίδες του Ισχύς και απόφαση (σελς 17-18)· στην πραγµατικότητα, ο Π.Κ. επικαλείται εκεί αντεπιχειρήµατα εξίσου γνωστά µε το επιχείρηµα των κριτών του. Υπάρχει «προηγούµενο», το οποίο οι κριτές ―ένας απαυτούς ειδικός στον σκεπτικισµό― το παραγνωρίζουν ― και, παραδόξως, ο κρινόµενος το αντιπαρέρχεται. Περίεργο λοιπόν που κριτές και κρινόµενος επανέρχονται στο ζήτηµα αυτό µε ίση και τόση επιµονή. Τι συµπεράσµατα να βγάλουµε από υποδηλώσεις;

 

Ο αναγνώστης που θαναζητήσει στο αφιέρωµα αυτό µια διαµάχη µε επιχειρήµατα, αναπόφευκτα θα φέρει στο νου του το γνωστό παράδοξο του Πρωταγόρα (στην αντιδικία του µε τον Εύαθλο). Όλα λοιπόν είναι εν τέλει ζήτηµα αρχών: ποιες αρχές έχει δικαίωµα να επικαλείται κανείς, αυτές στις οποίες έχουν συµφωνήσει οι αντιµαχόµενοι ή αυτές που διορίζει ένας τρίτος κριτής, ένας δικαστής αµερόληπτος; Με τέτοιες υποδηλώσεις, το ζήτηµα της «κυκλικότητας» (Γεωργίου, πάλι) αφορά πλέον στην ηθική του διαλόγου που διεξάγεται στις σελίδες του περιοδικού. Και οι µεν και ο δε µοιάζουν να λένε το ίδιο πράγµα: κανείς δεν µπορεί να είναι ταυτόχρονα δικαστής και αντίδικος. Αν θεωρείς τον εαυτό σου έναν τρίτο κριτή, που ορίζει αµερόληπτα τους κανόνες της συζήτησης, τότε πρέπει ναναγνωρίσεις ότι και ο συνοµιλητής σου είναι, από θέση αρχής, ένας αµερόληπτος κριτής, ένας τρίτος, κι ας µιλάτε ο ένας για τον άλλο, ας είναι ο ένας το θέµα του άλλου.

 

Κι επίσης, αν µε θεωρείς ισότιµο συνοµιλητή, τότε δεν έχεις δικαίωµα να εκλάβεις την κριτική µου ως δική σου επιβεβαίωση, δεν έχεις δηλ. δικαίωµα να αντιστρέψεις τα επιχειρήµατά µου. Tον κανόνα αυτό τον θέτουν και ο Π.Κ. και οι κριτές του, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τον τηρεί. Διότι βέβαια δεν είναι «σχήµα κενό» η θεωρία του Π.Κ. επειδή αποφασίσαµε να µη λάβουµε υπόψιν µας τις εφαρµογές της ή τα ιστορικά της προηγούµενα, ούτε όµως αποτελεί επιβεβαίωση της θεωρίας η κριτική που της ασκείται από µόνο το γεγονός ότι της ασκείται κριτική.

 

Δ. Οι απαντήσεις του Π.Κ. χαρακτηρίζονται απόλα τα γνωρίσµατα (τα οποία µπορούµε να εννοούµε και ως αρετές) ενός ύφους που τον απασχολεί και θεµατικά: του πολεµικού ύφους. Ίσως απαυτό περισσότερο και όχι από έλεγχο της λογικής ορθότητας των απόψεών του να αφορµάται η αντίδραση των κριτών. Είναι βέβαιο ότι προκαλεί αµηχανία το γεγονός ότι µια θεωρία προτείνεται µε ύφος τόσο επιθετικό, που ξαφνιάζει τους κοµψευάµενους, ενώ την ίδια στιγµή δηλώνει πως δεν την ενδιαφέρει η αποδοχή και η επικράτησή της, προβλέπει µάλιστα ότι η επικράτησή της θα ήταν αδύνατη.

 

«Χαίροµαι γιατί είναι γραµµένες µε έντονη κριτική διάθεση», λέει ο Π.Κ. για τις κριτικές των Θ. Γεωργίου και Σ. Βιρβιδάκη. Η χαρά είναι του αναγνώστη. Διότι σαυτήν την έντονη κριτική διάθεση οφείλει την επιτυχία του το αφιέρωµα. Η χειρίστη αντιµετώπιση του έργου ενός φιλοσόφου είναι η αποσιώπηση, το να κλείνουµε ταυτιά µας, να κάνουµε πως δεν ακούµε. Και το χειρότερο έχει αποφευχθεί. Κι αυτό, ας επισηµανθεί µία ακόµα φορά, δεν µπορεί παρά να είναι κοινό επίτευγµα, και των κριτών και του κρινόµενου.

 

Aν η εφαρµογή και η επέκταση µιας θεωρίας συνηθίζεται να αιτιολογούνται µε κριτήρια «ορθολογικά» (κατά τεκµήριο τα κριτήρια εκείνα που η ίδια η θεωρία έχει εισηγηθεί), η ίδια η διαδικασία αποδοχής και αξιολόγησής της, διδάσκει η επιστηµολογία, σπάνια συµβουλεύεται τέτοια κριτήρια. Συνάφεια, συνήθειες, προλήψεις, νοοτροπίες, ιδεολογίες, ιδεοληψίες, συνάφια, κοµπάρσοι, µεσολαβητές κάθε είδους παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποδοχή και επικράτηση των θεωριών. Και τα επιχειρήµατα αρχίζουν να µετρούν εκ των υστέρων, αφού γίνουν αποδεκτά.

 

Ο αναγνώστης µπορεί να µελετήσει το αφιέρωµα αυτό και από τούτη τη σκοπιά, τη µόνη που υποσχεθήκαµε πως δεν θα αποφύγουµε να του υποδείξουµε: των µη ορθολογικών παραγόντων που επιδρούν στην επικράτηση ―ή στο παραµέρισµα― µιας θεωρίας.

 

Και τη σκοπιά αυτή ―είναι προς τιµήν του― µε τη µεγαλύτερη ένταση και εµβέλεια την εισηγείται ο ίδιος ο Παναγιώτης Κονδύλης.

 

ΠΗΓΗ:

www.media.uoa.gr/people/smoschon/download.php?f=essays/philosophy/leviathan.pdf -


Ενας Ελληνας στη Γερμανία

ΣΠ. ΜΟΣΚΟΒΟΣ | Κυριακή 15 Νοεμβρίου 1998  ΤΟ ΒΗΜΑ

 

Παναγιώτης Κονδύλης (1943 – 1998)

Περνούσε τα πρωινά στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης κρατώντας σημειώσεις σε αναρίθμητα δελτία. Τις νύχτες κοιμόταν στη σοφίτα του φίλου του Henning, αρχιτέκτονα παντρεμένου με Ελληνίδα. Ανάμεσα στη δουλειά και στην ανάπαυση καθόταν στο οινοπωλείο «Florian» για να πιει και να συζητήσει με τους φίλους: δικηγόρους, εκδότες, δημοσιογράφους, όχι όμως φιλοσόφους. Με τα χρόνια, τα δελτία γίνονταν βιβλία και οι συναναστροφές στέρεες φιλίες. Συνδύαζε τους τρόπους ενός ευπατρίδη με την ανεμελιά ενός μποέμ, την επιβαλλόμενη από τις όποιες περιστάσεις φιλοφροσύνη με μια διαπεραστική δηκτικότητα. Θυμάμαι πόσο άβολη του φαινόταν η γραβάτα που είχε αγοράσει ειδικά για την τελετή απονομής του μεταλλίου Goethe στη Φραγκφούρτη το 1991. Απείχε συνειδητά των πανεπιστημιακών κυάμων, έστω και αν υπήρξε διαπρεπής ιστορικός των ιδεών στον γερμανόφωνο χώρο. Ο Παναγιώτης Κονδύλης προτιμούσε να συρρικνώνει την ανθρώπινη και επιστημονική παρουσία του σε μία μόνο λιτή βιογραφική αναφορά: «Συγγραφέας. Ζει στη Χαϊδελβέργη και στην Αθήνα». Και όταν του ζήτησαν μια φωτογραφία για τα Πεπραγμένα του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών στο Βερολίνο, του οποίου υπήρξε εταίρος τη χρονιά 1995-96, τους έστειλε τη σημείωση: «Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια σχέση έχει η εξωτερική εμφάνιση ενός ερευνητή με το αποτέλεσμα των ερευνών του». Ο αιφνίδιος θάνατός του άφησε το τελευταίο έργο του ανολοκλήρωτο και τους φίλους αποσβολωμένους. Ο πρώτος τόμος της ατελούς κοινωνικής οντολογίας του, ένα χειρόγραφο χιλίων σελίδων, θα πρέπει να φθάσει τώρα στον γερμανό εκδότη του χωρίς τη συνοδεία του συγγραφέα.

Ηταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 όταν ο διάσημος εγελιανός Dieter Henrich, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, παρελάμβανε ταχυδρομικά ένα εκτενές κείμενο για τη γένεση της διαλεκτικής με την υπογραφή Παναγιώτης Κονδύλης. Ούτε του περνούσε από το μυαλό ότι ένας Ελληνας θα ήταν σε θέση να διαφωτίσει τις σκολιές οδούς του γερμανικού ιδεαλισμού. Πήρε παρ’ όλα αυτά το χειρόγραφο μαζί του στις διακοπές του στην Ελλάδα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες έμεινε έκθαμβος με την ουσιαστική γνώση του φιλοσοφικού αντικειμένου, την άριστη χρήση της γερμανικής και τη συνδυαστική ικανότητα του νεαρού επιστήμονα. Ο Παναγιώτης Κονδύλης σπούδασε τελικά στη Χαϊδελβέργη και το χειρόγραφο εκείνο εξελίχθηκε στη διδακτορική διατριβή του, που εκδόθηκε λίγο αργότερα με τον τίτλο «Η γένεση της διαλεκτικής. Ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης των Holderlin, Schelling και Hegel ως το 1802».

 

Με την εμβρίθεια της γνώσης του όμως και τη σαρκαστική δεινότητά του ο Κονδύλης δεν είχε ενθουσιάσει μόνο, είχε ενοχλήσει κιόλας τους ιεροφάντες του γερμανικού ιδεαλισμού στη Χαϊδελβέργη. Η συνέπεια ήταν να βαθμολογηθεί η διατριβή του απλώς με magna cum laude. Η δημοσίευσή της ωστόσο το 1979 στον εκδοτικό οίκο της Στουτγάρδης Klett-Cotta, με τη βοήθεια του καθηγητή της Ιστορίας Werner Conze, τον καθιέρωσε πανηγυρικά στην επιστημονική κοινότητα. Οι αντιδράσεις που είχε προκαλέσει στη Χαϊδελβέργη η εξαιρετική περίπτωση Κονδύλη διαφαίνονται ακόμη πίσω από τις ξεθυμασμένες φωνές των επιφανών γερόντων στο τηλέφωνο. Ο καθηγητής Dieter Henrich ζει σήμερα στο Μόναχο. «Ο Κονδύλης», λέει, «δεν μου συγχώρησε ποτέ τη μέτρια βαθμολογία, πίστευε ότι ήταν ο καλύτερος. Στην πραγματικότητα, η δύναμή του δεν βρισκόταν στην ανάπτυξη ενός αυτόνομου φιλοσοφικού στοχασμού όσο στον εντοπισμό συναφειών στη σκέψη άλλων, στη διάγνωση τάσεων και στη δημιουργία συνθέσεων. Στα προφορικά εξάλλου είχε εξετασθεί στον Πλάτωνα και δεν είχε πάει καλά. Οσο και αν φαίνεται παράδοξο, κατείχε τη γερμανική φιλοσοφία καλύτερα από την ελληνική». Ο καθηγητής Michael Theunissen ζει σήμερα στο Βερολίνο. «Ο Henrich», θυμάται, «δεν συμφωνούσε καθόλου με την ένταξη του Schelling στην ιστορία της διαλεκτικής. Αργότερα όμως ασπάσθηκε την άποψη του μαθητή του. Θαύμαζα τον Κονδύλη όχι μόνο για τις φιλοσοφικές συλλήψεις του αλλά και για τη συνέπεια με την οποία απαρνήθηκε το πανεπιστήμιο».

Το πιθανότερο είναι ότι η απόφαση του Κονδύλη να δράσει έξω από το πανεπιστήμιο συνιστά την εκλογίκευση της απογοήτευσής του από αυτό. Λίγο μετά τις αμυχές της Χαϊδελβέργης απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του ως τακτικού καθηγητή της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η παραπομπή του στις ελληνικές καλένδες έγινε με «ήπιο τρόπο», όπως αναφέρεται στα πρακτικά της συνεδρίας 19 καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής στις 27 Μαρτίου 1981. Ενώ η εισηγητική έκθεση του έδινε το προβάδισμα έναντι πέντε συνολικά υποψηφίων, η όλη συζήτηση εστιάσθηκε στην ανατροπή αυτής της υπεροχής. Με εξαίρεση τον Θεόφιλο Βέικο, ο οποίος τον υπερασπίζεται, η εξαιρετική ποιότητα των εργασιών του Κονδύλη ξενίζει και δημιουργεί αντιστάσεις. Οι πιο ζηλότυποι καθηγητές κάνουν λόγο για «μικρό έργο» και «επικίνδυνα παρατεινόμενη νεανική τάση», οι πιο ψύχραιμοι επικαλούνται «το γεγονός ότι το επιστημονικό του έργο δεν καλύπτει το περιεχόμενο της έδρας», οι πιο αβέβαιοι παραπονούνται ότι «δυστυχώς δεν έχομεν ακόμη κριτικές ξένων διά την διατριβήν αυτήν». Οι πιο ευσυνείδητοι, τέλος, επιφυλάσσονται να τον ψηφίσουν κάποτε άλλοτε ως έκτακτο καθηγητή. Τα προσχήματα σώζονται με την απόρριψη όλων των υποψηφίων. Για τον Κονδύλη άνοιγε χωρίς αυταπάτες πλέον ο στίβος της ελεύθερης πνευματικής δημιουργίας.

Η δεκαετία του ‘80 ήταν για τον Κονδύλη η περίοδος των μεγάλων ιστορικών αναδιφήσεων και συνθέσεων. Το 1981, δύο μόλις χρόνια μετά τη δημοσίευση της διατριβής του, ακολουθεί ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός», μια νέα συνολική παρουσίαση της επέλασης του ορθού λόγου στη νεότερη σκέψη, την οποία ο συγγραφέας περιγράφει ως παλινόρθωση της αισθητηριακής εμπειρίας και βαθμιαία κρίση των ως τότε παραδεδεγμένων αξιών. Ο Κονδύλης αναδεικνύει την ικανότητά του να σκηνοθετεί δραματικά την ιστορία των ιδεών και στη Γερμανία το έργο του αυτό τοποθετείται δίπλα στην αισιόδοξη σύλληψη του Διαφωτισμού από τον Ernst Cassirer και την πιο σκεπτικιστική των Horkheimer και Adorno. Παράλληλα, ο Κονδύλης υπερισχύει πια οριστικά έναντι των όποιων πανεπιστημιακών αμφισβητιών του

Η «Frankfurter Allgemeine Zeitung» έκλεινε τότε ως εξής τη βιβλιοκρισία της: «Γιατί είναι ένας έλληνας εξωπανεπιστημιακός συγγραφέας που παρουσιάζει αυτή τη μεγάλη σύνθεση για τον Διαφωτισμό; Μήπως το καθημερινό μας πανεπιστημιακό γίγνεσθαι με την υπερβολική εξειδίκευση παρεμποδίζει τη συνθετική σκέψη; Οι πνευματικές επιστήμες οφείλουν να καταδείξουν τις συνάφειες των επιμέρους γνώσεων και να υποδείξουν νέες εννοιακές προοπτικές. Μόνο έτσι θα ήταν συνεπείς προς την κληρονομιά του Διαφωτισμού».

Στο μεταξύ ο Κονδύλης εξελισσόταν όλο και σαφέστερα σε έναν κριτικό, σε έναν σκεπτικιστή της ίδιας της φιλοσοφίας· ενδεικτικό αυτής της πορείας ήταν το βιβλίο του «Ισχύς και απόφαση» (1984). Μαθητής του Διαφωτισμού με την ευρεία έννοια, κατευθύνει το βλέμμα όχι στο εσωτερικό των κοσμοειδώλων αλλά στους όρους γένεσής τους, για να αποκαλύψει έτσι τη συγκεκριμένη λειτουργία τους και να αμφισβητήσει τις αποφάσεις που ελήφθησαν στο όνομά τους. Ανάγει τις υποτιθέμενες αντικειμενικές κοσμοεικόνες σε υποκειμενικά και συμφεροντολογικά κίνητρα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «κυρίαρχος είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα να μεθερμηνεύει κατά τρόπο δεσμευτικό για τους άλλους τους αντικειμενικούς, υποτίθεται, θεσμούς». Στη συνέχεια, το διαφωτιστικό νυστέρι του Κονδύλη αναλαμβάνει να φέρει κάποια τάξη στη χρήση όρων όπως συντηρητικός και φιλελεύθερος ή σοσιαλιστής και δημοκράτης, όταν έχουν εκλείψει πια οι κοινωνιολογικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις της παραγωγής τους. Με την ογκώδη μελέτη του «Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή» (1986) τοποθετεί τον γερμανικό συντηρητισμό στα ιστορικά πλαίσιά του και στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενά του. Το συμπέρασμά του: ο συντηρητισμός ήταν η αντίδραση των ευγενών τάξεων στη βαθμιαία προώθηση της αστικής, οι τελευταίοι συντηρητικοί συνασπίσθηκαν με τους φιλελευθέρους μετά την επανάσταση του 1848 σε μια κοινότητα ιδιοκτησιακών συμφερόντων. Στη Γερμανία η εργασία αυτή του Κονδύλη προκάλεσε εντύπωση ως προσπάθεια να τοποθετηθούν οι γερμανικές εξελίξεις μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιό τους και να περιγραφεί η Γερμανία ως χώρα που μόνο προσωρινά ακολούθησε έναν άλλο δρόμο από αυτόν της υπόλοιπης Δύσης.

Το βιβλίο του Κονδύλη που δίχασε κυριολεκτικά την κριτική στη Γερμανία ήταν η «Θεωρία πολέμου» (1988), μια νέα ερμηνεία των απόψεων του πρώσου στρατηγού Clausewitz για τον πόλεμο, με την προσπάθεια να απαλλαγεί η κατανόησή του από μεταγενέστερες αξιολογήσεις για τη σημασία της ειρήνης, από επίκαιρες κρίσεις για το απευκταίο ενός πυρηνικού πολέμου. «Σήμερα τον πόλεμο μπορεί κανείς να τον σκεφθεί αλλά όχι να τον διεξαγάγει», είχε συμπεράνει ο Raymond Aron στη δική του μελέτη για τον Clausewitz «Penser la Guerre». Η εκδοχή του Κονδύλη, βάσει της οποίας πολιτική και πόλεμος υπακούουν στην ίδια εσωτερική νομοτέλεια της διένεξης, συζητήθηκε σε αντιπαράσταση με την εκδοχή του Aron για να επευφημηθεί ως «επανάσταση στην ερμηνεία του Clausewitz», αλλά και να απορριφθεί ως «φιλοπόλεμη ανάγνωση, απογοητευτική για τη γραφίδα ενός από τους πολλά υποσχόμενους νέους ιστορικούς της φιλοσοφίας». Στην πραγματικότητα, ο Κονδύλης, συνεπής με τη μέθοδό του, είχε προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη θεωρία του Clausewitz και να την απελευθερώσει από τις εκ των υστέρων παρεμβάσεις εναρμόνισής της με το «πολιτικώς ορθόν», προκαλώντας έτσι τους θεματοφύλακες μιας ευρύτερης, αριστερίζουσας και ειρηνιστικής συναίνεσης. Ηταν σαφές ότι ο Κονδύλης ωθούνταν στη δεύτερη φάση της δημιουργίας του, στη διάγνωση του παρόντος, έστω κι αν το 1990 μεσολάβησε ένα ακόμη πόνημα ιστορικής σκληραγωγίας, η «Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη». Ο συγγραφέας αμφισβητεί τη βεβαιότητα ότι η κριτική της μεταφυσικής είναι προϊόν του 19ου αιώνα και αναζητεί τις ρίζες της πολύ πριν, στον νομιναλισμό και στον ανθρωπισμό από τον 14ο ως τον 16ο αιώνα.

Η δεκαετία του ‘90 είναι η κατ’ εξοχήν πολιτική φάση στη δημιουργία του Κονδύλη, μεταξύ άλλων και με την τακτική αρθρογραφία του από τις στήλες της «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Είναι η περίοδος των διαγνωστικών συνθέσεων του σήμερα: της «Παρακμής του αστικού πολιτισμού» (1991) και της «Πλανητικής πολιτικής μετά τον Ψυχρό Πόλεμο» (1992). Ο Κονδύλης περιγράφει το τέλος της αστικής εποχής ως έκπτωση ενός συνθετικού – εναρμονιστικού σχήματος που εξισορροπούσε την ατομικότητα μέσα στο σύνολο και διαγράφει την κατίσχυση της μαζικής δημοκρατίας ως επικράτηση του νέου αναλυτικού – συνδυαστικού σχήματος. Η ποίηση χειραφετείται από το νόημα, το μυθιστόρημα διαλύει την προσωπικότητα στα συστατικά της, η λογική ηττάται από τις δυνάμεις του ασυνείδητου, η ζωγραφική αποσυνθέτει χρώματα και μορφές στα ελάχιστα στοιχεία τους ως ελεύθερες παραλλαγές, η μουσική παραδίδεται στο αλεατορικό παιχνίδι. Η τεχνολογία εκτινάσσει την παραγωγή σε δυσθεώρητα ύψη, η κοινωνία για πρώτη φορά έχει να αντιμετωπίσει όχι την έλλειψη αλλά την περίσσεια αγαθών και για την κατανάλωσή τους οι μάζες παραδίδονται σε έναν πρωτοφανή ηδονισμό. Οι μάζες των δυτικών κοινωνιών εννοείται. Γιατί οι μάζες του Τρίτου Κόσμου καιροφυλακτούν να απολαύσουν και αυτές το υλικό αντίτιμο των «καθολικών ανθρώπινων δικαιωμάτων» που τους προπαγανδίζει η πλούσια Δύση. Πίσω από τη φαινομενικά ψυχρή εξέταση των δεδομένων κοχλάζει η δυσφορία του Κονδύλη για την κοινωνία τού «anything goes». Το απόσταγμα αυτής της ενδιάθετης πικρίας του το κατέθεσε και στην πολιτική αρθρογραφία του των τελευταίων χρόνων, καταγγέλλοντας ως φενάκη τους κοπετούς της Δύσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προοιωνιζόμενος για τον επόμενο αιώνα σκληρές συγκρούσεις για την ανακατανομή του επίγειου πλούτου, στηλιτεύοντας τη γερμανική Αριστερά για επιπόλαιο κοσμοπολιτισμό, ενώ επί της ουσίας έχει συμβιβασθεί απόλυτα με τις επιταγές της ελεύθερης αγοράς, και τη γερμανική Δεξιά για αθεράπευτο επαρχιωτισμό. Συνολικά, ο τομέας δράσης του Κονδύλη στο φιλοσοφικό, στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο ήταν η αναντιστοιχία ανάμεσα στο είναι και στο δέον, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις αυταπάτες της σκέψης. Το κενό που αφήνει η αδόκητη αναχώρησή του διατυπώθηκε με τον πιο εύστοχο τρόπο στο τελευταίο κατευόδιο της «Berliner Zeitung»: «Με τον έλληνα φιλόσοφο Παναγιώτη Κονδύλη η Γερμανία χάνει έναν από τους σημαντικότερους κληρονόμους και εκτελεστές της πνευματικής παράδοσης της». .

Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι δημοσιογράφος στην «Deutsche Welle».


Bekos, Iōannēs
Euthanasia and human existence. – Genève : [s.n.], 2007. – 276 f..
Th. Univ. Genève, 2007 ; Théol. 597.
Directeurs de thèse: Professeur François Dermange, Professeur Chrysostomos Konstantinidis, Vlassios Phidas.

L’euthanasie est une question de première importance aujourd’hui et les Eglises doivent définir leur attitude face à elle. Cette thèse vise à élaborer une position théologique orthodoxe. Dans un premier temps, elle critique la compréhension courante de l’individualisme en ayant recours à la “théorie descriptive de la décision” de Panayiotis Kondylis, qui met à jour la revendication de souveraineté de l’ensemble des théories de l’existence humaine et leur opposition farouche à ceux qui s’y opposent. L’individualisme libéral ne fait pas exception et la thèse critique son caractère contraignant derrière l’apparence d’un discours sur la liberté. S’inspirant alors de la théologie de Saint Jean Damascène et de Saint Syméon le nouveau théologien, la thèse plaide pour une autre version de l’individualisme, qui concilie modernité et tradition chrétienne et permette une meilleure approche de l’éthique et en particulier de l’euthanasie.

SOURCE: http://www.unige.ch/cyberdocuments/theses/index.cgi?view-table&id=auteur:4065:*

 

 

 

 

 


Μικέλης, Κυριάκος (2006)

Η εξέλιξη του λόγου και των επιστημονικών κοινοτήτων των διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα και στην Τουρκία: το πρίσμα της κοινωνιολογίας της επιστήμης

 

Περίληψη και ταυτότητα διατριβής: http://library.panteion.gr:8080/dspace/handle/123456789/741

 

Πλήρες κείμενο: http://library.panteion.gr:8080/dspace/bitstream/123456789/741/1/mikelis.pdf

 


Τρία αποσπάσματα για τη διανοητική συγγένεια Κ. Σμιτ και Π. Κονδύλη

Στο πρώτο σχόλιο ο Γ. Κυριακός παραθέτει το πλήρες κείμενο της σχετικής θέσης του Π. Κονδύλη

Α.

Από: Μ. Βασιλάκης, 10 χρόνια από την εθνικιστική κρίση των Ιμίων

Η «διδασκαλία του Schmitt» κυριολεκτικώς μετακενώθηκε στην ελληνική αριστεροεθνικιστική σκέψη (ίσως και μη σκέψη) μέσα από το έργο του μαθητή του Π. Κονδύλη είτε με μεταφράσεις, άλλοτε με απροκάλυπτο κι άλλοτε με υπόρρητο θαυμασμό και πάντως χωρίς την υπογράμμιση του ναζιστικού παρελθόντος του, το οποίο προσπερνά με τριάντα όλες κι όλες ουδέτερες λέξεις αντί της ενημέρωσης ποιος είναι ο Schmitt και ποιες οι συνέπειες της εφαρμογής των κραυγαλέα ανεπιστημονικών ιδεών και δοξασιών του. Άλλο το θαυμαστό λογοτεχνικό χάρισμα και η ευρυμάθεια του Schmitt και άλλο η επιστημονική σκέψη• ούτε αυτή τη διάκριση δεν μπορούσε να κάνει ο Κονδύλης. Δεν είμαστε αντίθετοι στη δημοσίευση οιωνδήποτε απόψεων, όμως όταν πρόκειται για κατασκευές που διαδραμάτισαν τόσο αιματηρό ρόλο στην ιστορία, οφείλει κανείς όχι να τον «μαρκάρει» με ένα μικρό σύμβολο (Ν, δηλαδή ναζί), όπως εκείνος τους εβραίους επιστήμονες, αλλά εξ αρχής να διευκρινίσει ότι δεν είναι απλώς ένας «συντηρητικός» και «ρομαντικός» στοχαστής, όπως αποκαλείται ο Schmitt από όλους τους σύγχρονους αναθεωρητές της ιστορίας. Να προτάξει ότι είναι αυτός που έγραψε λ.χ. το «Ο Φύρερ προστατεύει τον νόμο» και μετά ας δημοσιεύσει τα άπαντά του και ας εκδηλώσει τον θαυμασμό του και ας ψιττακίζει τις ιδέες του.

Αν πρόκειται να διαβάσει κανείς τις φλύαρες και ανεπιστημονικές θεωρίες απόφασης και πολέμου του Κονδύλη, είναι προτιμότερο να διαβάσει τον μεγάλο στυλίστα δάσκαλό του Carl Schmitt.

Αυτά εν ολίγοις για τον «πνευματικό» τού «φιλόσοφου» Κονδύλη. Στη σκέψη του (και ιδίως στα επιστημονικοφανή έργα του Ισχύς και Απόφαση, Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία –στα οποία σκοπίμως απέφυγε να παραθέσει βιβλιογραφία–, Θεωρία του Πολέμου) αναγνωρίζει κανείς την καταλυτική επίδραση του Schmitt άχρις ψιττακισμού, τη διάκριση «εχθρού-φίλου», την έννοια της «απόφασης», του decisionism, παρά τα σχετικά άλλοθι που δημιουργεί, την αλλεργία του προς τις «φιλελεύθερες» έννοιες. Ιδίως της «απόφασης» να καταφέρουμε το πρώτο πλήγμα στον «εχθρό» που «διακρίνει» ότι είναι «ο Τούρκος». Αναγνωρίζεται ακόμη εύκολα η σκέψη του Schmitt στην επίθεση στην «ουτοπία» του δυτικού «κράτους δικαίου», όπως το χαρακτηρίζει ο Κονδύλης, και στα «ανθρώπινα δικαιώματα», με ακαταμάχητο επιχείρημα τη σκέψη του Schmitt! Που είναι ένας μεγαλοφυής… «συντηρητικός». Αναγνωρίζει ότι το «φιλοσοφικό» έργο του Κονδύλη είναι μια Schmittiana χωρίς το λογοτεχνικό χάρισμα του Schmitt (απενοχοποίηση, γενίκευση και αναγωγή αυτών που ο Schmitt θεωρούσε νόμους της ιστορίας ή της πολιτικής σε φυσικούς νόμους, σε νόμους καθολικής ισχύος). Όσο για τη «θεσμική ομαλότητα», τη «“δημοκρατική” ομαλότητα», την οποία σέβεται η σύγχρονη ελληνική κοινοβουλευτική αριστερά, ο «φιλόσοφος» Κονδύλης της κάνει σφοδρή επίθεση γι’ αυτό: «τα ψοφοδεή κατάλοιπα της Αριστεράς εξωραΐζουν την πολιτική τους χρεοκοπία… με κωμικοτραγικές εκδηλώσεις προσήλωσης προς τους “θεσμούς” και ζήλου για την “απρόσκοπτη λειτουργία” τους». Αν τέτοιες απόψεις δημοσιεύονταν όταν η φρίκη ήταν νωπή, τις δεκαετίες του 1950 και του ’60, ο συγγραφέας τους θα χαρακτηριζόταν νοσταλγός του ναζισμού ή του φασισμού και δεν θα είχε τόπο να σταθεί, τρεις δεκαετίες όμως αργότερα γίνονταν αποδεκτές προς ακαδημαϊκή συζήτηση!… Ένα «περιγραφικό» κυνικό και μικρομηδενιστικό συνονθύλευμα μιας σμιττιανο-κλαουζεβιτσο-νιτσεϊκής σαλάτας με σως Weber, Hegel, Marx και ορισμένα άλλα φιλοσοφικά καρυκεύματα και βεβαίως έκδηλο θαυμασμό στη σταλινική «ουτοπία» είναι η «φιλοσοφία» του και το πολεμικό πνεύμα της.

ΠΗΓΗ:

 http://www.sitemaker.gr/antiethnikistik/page_GREEK_2.htm

 

B.

Από: Π. Κονδύλης, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης

Προσωπικά δεν χρειάστηκε να μάθω τίποτε από τον C. Schmitt, το οποίο να μη γνώριζα ήδη από τη μελέτη της ιστορίας του παρελθόντος και του παρό­ντος ή από πολιτικούς στοχαστές όπως ο Θουκυδίδης, ο Machiavelli ή ο Max Weber. Διάβασα άλλωστε τον C. Schmitt πολύ αργότερα από αυτούς, και μολονότι, όπως κάθε καλαίσθητος αναγνώστης, εκτιμώ εξαιρε­τικά το θαυμάσιο ύφος του, πολύ γρήγορα είδα ότι κάτω από τις αστραφτερές διατυπώσεις του κρύβονται λογικά κενά ή σφάλματα……Σε διάφορες εργασίες μου (π.χ. στο βιβλίο μου για τον συντηρητισμό και προ παντός σ’ ένα ειδικό κείμε­νο, πού δημοσιεύθηκε ελληνικά ως επιλεγόμενα στη μετάφραση της Πολιτικής Θεολογίας) έδειξα τίς ανε­πάρκειες των αντιλήψεων του Schmitt και σε μια σειρά άλλων προβλημάτων: στο πρόβλημα της κυριαρχίας και της έκτακτης κατάστασης, στο πρόβλημα των γνω­στικών ορίων της νομικής επιστήμης ή στο πρόβλημα του πολιτικού ρομαντισμού. Δεν χρειάζεται να επανα­ληφθούν αυτά εδώ. Επιθυμώ να επισημάνω γενικότε­ρα ότι, όπως οι έννοιες του φίλου και του εχθρού διό­λου δεν είναι δημιουργήματα του Schmitt, έτσι και η έννοια της απόφασης ούτε επινοήθηκε ούτε καθιερώ­θηκε απ’ αυτόν. Ως γνωστόν, στη σύγχρονη φιλοσοφία την εισηγήθηκε ό Kirkegaard, και συνδέθηκε με ποικίλα περιεχόμενα, π.χ. όσοι την εγκολπώθηκαν διόλου δεν ήσαν όλοι φίλοι του έθνικοσοσιαλισμού, όπως νο­μίζουν διάφοροι αδαείς, αλλά πολλοί υπήρξαν συνεπείς εχθροί του (π.χ. Jaspers, Earth).Μόνον πολύ επιφανειακοί αναγνώστες μπορούν ν’ ανακαλύπτουν ουσιώ­δη κοινά σήμερα ανάμεσα στο έργο του Schmitt και στις δικές μου αναλύσεις, δηλαδή αναγνώστες, των οποίων τα εξαρτημένα αντανακλαστικά αντιδρούν σε ορισμένες συνθηματικές λέξεις, ενώ το μυαλό εργάζε­ται με βραδύτατους ρυθμούς. Εχοντας παρακολουθή­σει από πολύ κοντά τις συζητήσεις γύρω από τον Schmitt στη Γερμανία, αποκόμισα την εντύπωση ότι έγινε κάτι παράδοξο: υπερτιμήθηκε ως στοχαστής ακριβώς γιατί οι εχθροί του, τονίζοντας τη σχετικά σύντομη συνεργασία του με τους έθνικοσοσιαλιστές και ανάγοντας – εσφαλμένα – το σύνολο του έργου του σ’ αυτήν, τον μετέβαλαν σε περίπου δαιμονική προσωπι­κότητα. Έτσι κατάφεραν το αντίθετο απ’ ό,τι επε­δίωκαν, δηλαδή έστρεψαν τη γενική προσοχή επάνω του και τον κατέστησαν περίπου κλασσικό συγγραφέα. Ας μου επιτραπεί να παραμείνω νηφαλιότερος: ούτε υπερτιμώ τον Schmitt ούτε τον θεωρώ ασήμαντο, δεν είμαι, για να εκφρασθώ στη γλώσσα του, ούτε φίλος του ούτε και εχθρός του.

ΠΗΓΗ: http://xoirovoskos.blogspot.com/2006/07/carl-schmitt.html#comments 

όπου και συζήτηση (Επιλογή αποσπάσματος από: Χοιροβοσκό) 

(Το πλήρες απόσπασμα στο 1. σχόλιο, πιο κάτω) 

Γ.

Από: Κ. Κουτσουρέλης,  Π. Κονδύλης. Πώς τον υποδέχτηκαν στην Ελλάδα 

[…] η υποτιθέμενη εξάρτηση του Κονδύλη από τον Καρλ Σμιττ. Η οπισθοβουλία αυτής της επιχειρούμενης ταύτισης είναι βεβαίως διάφανη. Για να μιμηθώ εδώ τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απαντούσε σε τέτοιες αιτιάσεις, εξωτερικά το πράγμα παίρνει συνήθως τη μορφή του ακόλουθου συλλογισμού: O Σμιττ έγραψε περί αποφάσεως, ο Κονδύλης έγραψε περί αποφάσεως, άρα ο Κονδύλης αντιγράφει τον Σμιττ. Ή, σε επόμενο στάδιο: ο Σμιττ υπήρξε πολέμιος του φιλελευθερισμού και της ανοιχτής κοινωνίας, ο Κονδύλης έχει επηρεαστεί από τον Σμιττ, άρα οι πολιτικές τοποθετήσεις του Κονδύλη δεν μπορεί παρά να είναι ύποπτες. Ότι ο ίδιος ο Κονδύλης υπήρξε από τους οξυδερκέστερους κριτικούς του Σμιττ, οι επικριτές του προτιμούν να το αγνοούν.
Φυσικά, η σχέση του Κονδύλη με τον Σμιττ είναι απείρως περιπλοκότερη απ’ όσο οι εύκολοι αναγωγισμοί αυτού του είδους υπαινίσσονται. Τόσο μάλιστα, ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων που βρίσκονται στους αντίποδες της γνώμης που εδώ σ’ εμάς θεωρείται συχνά αυτονόητη και κοινή. Αντί άλλου τεκμηρίου, αντιγράφω μερικές παρατηρήσεις του Γερμανού φιλοσόφου, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, Φόλκερ Γκέρχαρτ. Το γεγονός ότι προέρχονται από το στόμα ξένου και όχι Έλληνα μελετητή, τις κάνει διπλά ενδιαφέρουσες:
«Όποιος γνωρίζει στ’ αλήθεια τους δύο συγγραφείς, δεν θα έβλεπε ούτε κατά διάνοια παραλληλίες ανάμεσα στην περιπλανώμενη εμβρίθεια του ερασιτεχνικώς φιλοσοφούντος νομικού και στη σοβαρή σκέψη ενός φιλοσόφου. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί πώς ο Σμιττ, μόνο και μόνο για να μπορέσει να ασκήσει πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού, πλαστογραφεί μια ιστορικοσυστηματική αντίθεση μεταξύ “δημοκρατίας” και “αντιπροσώπευσης”. Στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός της εγγύτητας των θέσεων των Κονδύλη και Σμιττ έχει το έρεισμά της σε δυο-τρεις έννοιες κοινές και στους δύο. Σ` αυτές συγκαταλέγεται η έννοια της απόφασης, εκείνη του συντηρητισμού και πρωτίστως η διάκριση εχθρού-φίλου. Όλα τ’ άλλα, όσα στον Κονδύλη θυμίζουν Σμιττ, πρέπει να αναχθούν στον Νίτσε.»
Δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό μιας απορίας. Πόσοι από τους διανοούμενούς μας θα αποτολμούσαν να παραβάλλουν ευθέως έναν από τους διασημότερους Ευρωπαίους στοχαστές του 20ού αιώνα με έναν Έλληνα συνάδελφό του; Και πόσοι απ’ αυτούς θα μπορούσαν να αποφανθούν με ισόποση έμφαση ότι προκρίνουν τον δεύτερο; Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Ένα τέτοιο διάβημα προϋποθέτει αυτοπεποίθηση αλλά και αυτογνωσία, πνευματική ανεξαρτησία αξιοσημείωτη και οριστική απαλλαγή από τα αγχώδη δεσμά κάθε μορφής επιγονισμού. Την αυτοπεποίθηση και την ανεξαρτησία αυτή ο Κονδύλης την είχε εξ αρχής, εξ ου και δεν δίστασε ποτέ να κρίνει και να κατακρίνει μεγάλα ονόματα, προκειμένου να υπερασπιστεί τις ιδέες του. Οι επιχώριοι σχολιαστές του που αντί να αντιμετρηθούν με αυτές ακριβώς τις ιδέες, καμώνονται ότι τις ξεπέρασαν επειδή δήθεν ταυτίζονται με τα λεγόμενα του ενός και του άλλου, τι πράγμα ακριβώς υπερασπίζονται, και τι ακριβώς καταδικάζουν; Γιατί σοβαρή κριτική έργου πρωτότυπου με επιχειρήματα δανεικά δεν γίνεται.

 

ΠΗΓΗ: http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1226138234&archive=&start_from=&ucat=6&

 

 

 


Στα ίχνη της μεταφραστικής και εκδοτικής δραστηριότητας του Π. Κονδύλη

 

Η ΑΥΓΗ 13/07/2008
Προτού ξεκινήσω την αναφορά μου στη μεταφραστική κι εκδοτική δραστηριότητα του Π. Κονδύλη, επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ότι αυτή δεν είναι η πρωτεύουσα εργασία του. Ο Κονδύλης έχει να παρουσιάσει πρωτότυπο και πολυσήμαντο έργο, που ασφαλώς χρειάζεται ιδιαίτερη μελέτη και παρουσίαση. Ωστόσο, έχω την πεποίθηση ότι η δουλειά του ως μεταφραστή ή επιμελητή αποτελεί προϋπόθεση για την υποδοχή ή θεμελίωση του συγγραφικού του έργου, τουλάχιστον στην Ελλάδα.H αλήθεια είναι ότι για τον Έλληνα μελετητή του έργου του παρουσιάζεται ένα επιπλέον καθήκον σε σχέση με τον αλλοδαπό, γενικά, σχολιαστή, ο οποίος θα όφειλε “απλά και μόνο” να προσπελάσει τις χιλιάδες σελίδων του. Γιατί εδώ, στον τόπο του, η συνεισφορά του είναι διττή: ο Κονδύλης όχι μόνο μας εγκατέστησε κληρονόμους ενός πρωτότυπου έργου, μοναδικού για τα ελληνικά χρονικά, αλλά μας άφησε παρακαταθήκη το σκελετό ενός εξίσου σημαντικού μεταφραστικού κι εκδοτικού οικοδομήματος, καλώντας μας, κατά κάποιον τρόπο, να το συνεχίσουμε και να το κατοικήσουμε.

Απαραίτητος όρος, ωστόσο, είναι να το κατανοήσουμε. Η κατανόηση δεν είναι απλή ιστορία. Εάν δεν θέλουμε να φετιχοποιήσουμε τον Κονδύλη, να γίνουμε θαυμαστές κάποιου αλλόκοτου πλάσματος, χρειάζεται πνευματικός μόχθος ώστε να οικειοποιηθούμε τα επιτεύγματά του και να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα.

Ο Κονδύλης πρωτοεμφανίζεται ως μεταφραστής το 1969 από τις περίφημες κι αξιομνημόνευτες ίσαμε σήμερα εκδόσεις “Κάλβος”. Το πνεύμα της εποχής ευνοούσε συλλογικότητες οι οποίες αφενός είχαν πολιτικό και διαφωτιστικό χαρακτήρα, αφετέρου έβρισκαν πρόσφορο έδαφος σε δεκάδες χιλιάδες αναγνωστών που αναζητούσαν παθιασμένα ελεύθερο κριτικό στοχασμό: αυτό το πνεύμα μεγαλοψυχίας διακατείχε και την προσπάθεια των εκδόσεων “Κάλβος”, με τις οποίες συνδέθηκε στενά. Μέσα σε μία διετία μετέφρασε ένδεκα συνολικά έργα, από τέσσερις διαφορετικές γλώσσες. Για όσους δεν έχουν δουλέψει επαγγελματικά τη μετάφραση, τονίζω ότι, ανεξαρτήτως του κειμένου, πρόκειται για σκληρή άσκηση αυτοπειθαρχίας με γλίσχρες απολαβές και ικανοποιήσεις, αποτρεπτική ευθύς εξαρχής για τα φυγόπονα, έστω κι αν είναι δημιουργικά, πνεύματα…

Ο Κονδύλης είχε επίγνωση του τεράστιου κενού για την υποδοχή ιδεών αντίστοιχων με τις δικές του και συνάμα αναζητούσε εναγώνια συνομιλητές στο γενέθλιο τόπο του. Καταστάλαγμα της επιθυμίας του για γονιμότερο διάλογο από τον τρέχοντα είναι η έναρξη της συνεργασίας του με τη “Γνώση”, το 1986, ως διευθυντού κι επιμελητού της σειράς “Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη”. Είναι η σειρά που τον καθιέρωσε ως επιμελητή και με την πάροδο του χρόνου απέκτησε βαρύτητα στο σύνολο της ελληνικής βιβλιογραφίας.

Εάν η μεταφραστική εργασία της περιόδου του “Κάλβου” θα χαρακτηριζόταν ως “κριτικές παρεμβάσεις σε όσα ζητήματα απασχολούν το διάλογο στην Ελλάδα από την πλευρά ενός ‘αιρετικού διαφωτιστή’ (προς αυτή την κατεύθυνση συνάδει ο εσμός έργων όπως |Ιδεολογία|, |Συμβολή στην ιστορία της αστικής κοινωνίας|, |Η ψυχολογία της συμπεριφοράς| κ.λπ.), τότε η σειρά της “Γνώσης” θ’ αξίωνε “την ολοκλήρωση του διαφωτισμού από την πλευρά ενός αιρετικού μα και όψιμου διαφωτιστή”. Είναι ένα έργο που ξεπερνά τους 60 τόμους και φθάνει τους 59 τίτλους.

Από τη σειρά της “Γνώσης” μπορεί κανείς ν’ αντλήσει πολιτική φιλοσοφία, φιλοσοφική ανθρωπολογία, επιστημολογία, κοινωνιολογία, ιστορία της φιλοσοφίας και πλείστα όσα άλλα, μέσα σε μια συνεχή ροή, όπου το ένα βιβλίο συμπληρώνει, διαλέγεται, κι ανοίγει δρόμο στο άλλο. Πρόκειται για ένα λιτό κι απέριττο οικοδόμημα, όπου το καθετί είναι απαραίτητο λειτουργικό και δομικό στοιχείο του όλου.

Φθάνουμε στο 1997. Εάν λάβουμε υπόψη το σύνολο του πρωτότυπου έργου του ίσαμε τότε, καθώς και την εν γένει δουλειά του ως μεταφραστή και επιμελητή, χωρίς να γνωρίζουμε άλλα δεδομένα, θα λέγαμε, παρευθύς, ότι έχουμε μπροστά μας ένα υπερπλήρες και ακμαίο έργο ζωής. Με τον Κονδύλη ωστόσο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, αντί να ‘χει “στεγνώσει” ή να βρίσκεται σε κάποιο “αδιέξοδο”, μόλις τώρα φαίνεται να πλησιάζει στην πλέον ακμαία φάση του.

Επιστέγασμα και αποκορύφωμα της δουλειάς του ως επιμελητού είναι η συνεργασία που εγκαινιάζει με τις εκδόσεις “Νεφέλη” στη σειρά “Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός”. Όπως γνωρίζουμε πλέον, και όπως μας πληροφορούσε από το ενημερωτικό φυλλάδιο που κυκλοφόρησε για την παρουσίαση της σειράς, εδώ επιχειρούσε μια “σύνθεση”. Θα προσέθετα, μια σύνθεση που τίποτε δεν έχει να ζηλέψει από οποιοδήποτε καλλιτεχνικό επίτευγμα, αφού η αποτυπωμένη εικόνα της σειράς όχι μόνο έχει ένα θαυμαστό “σχήμα”, ό,τι δηλαδή είναι προϋπόθεση για να δώσει ένα έργο τέχνης το αίσθημα της ομορφιάς, αλλά, έχοντας συμπεριλάβει στη σύνθεση ό,τι πιο άξιο λόγου θα φανταζόταν κανείς στον τομέα που επιγραμματικά θ’ αποκαλούσαμε “πολιτιστικές σπουδές για τη Δύση”, προκαλεί δέος στον κάθε Έλληνα λόγιο, φέρνοντάς μας μπροστά σε μιαν άλλη αισθητική κατηγορία, εκείνη του |υψηλού|. Με τη σειρά αυτή ο Π. Κονδύλης εν-εργο-ποίησε ό,τι για τον Έλληνα είναι μυθική πραγματικότητα, εκείνη του δυτικού πολιτισμού.

***

Οφείλουμε να μνημονεύσουμε με ζέση όσους συνεργάτες βρήκε ο Κονδύλης στην κοπιώδη προσπάθειά του. Χωρίς εκδότες σαν τους Χατζόπουλο, Μπουζάκη και Δουβίτσα, το σχέδιο του Κονδύλη θα ‘χε μείνει στα χαρτιά.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα είχαμε τη δημοσίευση των δικών του, πρωτότυπων εργασιών στην ελληνική. Όμως, ειλικρινά, δεν μπορώ να φαντασθώ ποια θα ήταν η τύχη τους χωρίς τη δουλειά του ως μεταφραστή κι επιμελητή. Θα φάνταζαν σαν κάποιο περίεργο απολίθωμα, φερμένο απ’ αλλού, που όλοι σέβονται κι εκτιμούν την αξία του, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν το γιατί, πλην του γεγονότος ότι δημιούργησε συζήτηση κι εκτιμήθηκε στην αλλοδαπή. Ακόμη κι αν δεν χανόταν, θα έμενε σαν επιμέρους πολύτιμη παρουσία, δίχως παρελθόν, πολύ δε περισσότερο χωρίς μέλλον. Ο Κονδύλης, ωστόσο, είχε μια πολύ πιο μακρόπνοη πολιτική.

Είναι κανόνας ότι για οποιαδήποτε σοβαρή έρευνα χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε στις πηγές. Μόνον έτσι θα κατανοήσουμε ποια προβλήματα απασχόλησαν όσους έδωσαν συγκεκριμένες απαντήσεις, με ποιους συνδιαλέγονται και ποιους αντικρούουν. Και μόνον έτσι θα είμαστε σε θέση να προωθήσουμε την έρευνα, να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις σ’ όσα προβλήματα θέτει η πραγματικότητά μας. Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι αδιάκοπη συνέχεια για οποιαδήποτε πνευματική μέριμνα.

Εφαρμόζοντας λοιπόν αυτόν τον κανόνα στο θέμα μας, είμαι σε θέση να πω ότι ο Κονδύλης είναι η μοναδική περίπτωση στην Ελλάδα, που όχι μόνον παρήγαγε πρωτότυπο πνευματικό σημαντικό έργο, μα συνάμα φρόντισε να δώσει και τις πηγές του μέσω της μεταφραστικής κι εκδοτικής δραστηριότητάς του. Δημιούργησε έτσι ένα περιβάλλον, ένα οικοσύστημα ας πούμε, όπου το έργο του μπορεί να επιζήσει και ν’ αναπτυχθεί περαιτέρω.

Κάνοντας κατάχρηση της υπομονής σας, θα δώσω τώρα ένα παράδειγμα ώστε να διασαφηνίσω τη θέση μου. Επιλέγω μία από τις τελευταίες εργασίες του ως επιμελητή, το |Ιδεολογία και Ουτοπία| του Καρλ Μανχάιμ. Όποιος είναι έστω και επιδερμικά εξοικειωμένος με τη σκέψη του Κονδύλη γνωρίζει ότι η κριτική απέναντί του, συχνά-πυκνά, επικεντρώνεται στην αξιολογική ουδετερότητα της περιγραφικής θεωρίας του, για να την παρουσιάσει ως μία ακόμη επιμέρους κοσμοεικόνα ή να την ψέξει επειδή σχετικοποιεί κάθε κοσμοεικόνα, αφήνοντάς μας έτσι δίχως κριτήρια προσανατολισμού. Μια επιπλέον μομφή είναι η κατηγορία της άρνησης του διαλόγου, ένεκα της υιοθέτησης ανορθολογικών κριτηρίων στην πολιτική ή την ανθρωπολογία του, με αναφορά στην έννοια της “απόφασης”. Αναμφίβολα, όλα αυτά έχουν απαντηθεί κατά καιρούς από τον Κονδύλη. Και οπωσδήποτε θα τα πραγματευόταν εκτενώς στο σύγγραμμα της |Κοινωνικής οντολογίας|, από την οποία διαθέτουμε πλέον μόνον τον πρώτο τόμο της. Στο |Ιδεολογία και Ουτοπία|, λοιπόν, υπό το πρίσμα της κοινωνιολογίας της γνώσης, εξετάζεται η πολιτική ως απόφαση. Ο Μανχάιμ εισάγει τη διάκριση μερικής και ολικής έννοιας της ιδεολογίας, για να κατανοήσουμε τη “σχετίκευση” (σε αντιδιαστολή προς τη σχετικοποίηση) των ιδεολογιών, δηλαδή τη σχέση των ιδεών προς το είναι. Αποδέχεται την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, στο βαθμό που δεν γίνονται ενσυνείδητοι όλοι οι καθοριστικοί παράγοντες, εθνικοί, ταξικοί, ατομικοί για την εμφάνισή της. Περαιτέρω ασκεί κριτική στον μαρξισμό, επειδή αρνείται να εφαρμόσει τα κριτήρια της ιδεολογίας επί του δικού του σώματος, προβάλλοντας έτσι οικουμενικές αξιώσεις ισχύος, στο όνομα της αλήθειας καθ’ εαυτήν. Όσον αφορά δε την περιγραφική έννοια της θεωρίας, χωρίς να την αποκαλεί έτσι, προβαίνει σ’ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις: Η ανακάλυψη, λέει ο Μανχάιμ, του συνδέσμου των ιδεών με το είναι, αντί να οδηγεί στην απολυτοποίηση του συνδέσμου, είναι ένα πρώτο βήμα προς την κατάλυση της εξάρτησης από το είναι.

“Όταν προσθέτω το δείκτη οπτικής σε μιαν οπτική λογιζόμενη ως απόλυτη, ήδη εξουδετερώνω τη μερικότητα της οπτικής”. Η ιστορία της εμφάνισης του περιγραφισμού άπτεται της επαφής ομάδων με διάφορες κοσμοεικόνες, που σε πρώτη φάση αλληλοεξουδετερώνονται κατά τη σύνδεσή τους, ενώ σε μια δεύτερη δημιουργείται μια ευρύτερη, περιεκτικότερη και στερεότερη βάση οπτικής. “Η ιδιοτυπία των κοσμοεικόνων”, κι εδώ ακούγεται ένα ρωμαλέο επιχείρημα αφομοιωμένο από τον Κονδύλη, “είναι ότι κατά τη διαπάλη για την ορθή κοινωνική οπτική (κοσμοεικόνα) διόλου δεν ‘ρεζιλεύονται’ όλες οι αντίμαχες επόψεις, παρά φανερώνεται ολοένα καθαρότερα ότι από κάθε σκοπιά μπορεί κανείς να σκέπτεται με γονιμότητα άνιση μεν, αλλά πάντοτε υπαρκτή”.

***Οφείλω να ομολογήσω πως κάθε φορά που προσεγγίζω πτυχές της δουλειάς και της σκέψης του Κονδύλη μένω έκπληκτος για το βάθος και την ευρύτητά της, για την άτεγκτη συνέπεια και ειλικρίνειά της. Ωστόσο, για όλους εμάς τους φίλους του, πάντα θα υπάρχει κάτι παραπάνω, αυτή η ανεπανάληπτη επαφή που είχαμε μ’ έναν ευγενικό, γεμάτο θέρμη και πάθος, σπουδαίο άντρα. Είναι δυστύχημα που αυτή, η πιο προσωπική μας εμπειρία με τον Π. Κονδύλη δεν εκφράζεται με λόγια, είναι άρρητη. Παραμένει τώρα το έργο του, το οποίο αξίζει να διασωθεί και χρειάζεται τη φροντίδα μας. Έχω την ακλόνητη πεποίθηση πως οι ερχόμενες γενεές είναι υποχρεωμένες να περάσουν μέσα από τούτο, εφόσον είναι μια τεράστια λεωφόρος, ίσως η μοναδική, που έχει πραγματικά διανοιχθεί μέσα στην αχανή ελληνική ανακολουθία.

 Ο Γιώργος Μερτίκας είναι μεταφραστής.

Το άρθρο είναι συντομευμένη εκδοχή, ελεγμένη από τον συγγραφέα, ομότιτλου κειμένου, το οποίο, στην πλήρη μορφή του, δημοσιεύθηκε στο τχ. 53 του περιοδικού “σημειώσεις” (Ιούλιος 2000)|


” ο Burnham φροντίζει να διαστείλει τις προσωπικές συμπάθειες και τις ηθικές κρίσεις από τη διάγνωση των ιστορικών διαδικασιών.  Αυτό φυσικά δεν είναι καθόλου εύκολο … Εκείνο που προέχει είναι να εκτιμήσουμε κατά πόσο οι απόψεις του συγγραφέα είναι ορθές. Γιατί, αν είναι ορθές, η οποιαδήποτε απόρριψή τους, έστω κι αν ανάγεται σε ηθικά άμεμπτους λόγους, απλώς θ’ αναγκάσει εκείνον που τις απορρίπτει να διαστείλει τόσο πολύ την “ηθική” του από την πραγματικότητα, ώστε να της αφαιρέσει κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο … Το νόστιμο είναι ότι συχνότατατα οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που ειρωνεύονται τους απολογητές της μεταφυσικής ελευθερίας και παρουσιάζονται σαν πρόμαχοι της επιστημονικής αντίληψης του κόσμου, αντιδρούν παρόμοια με εκείνους όταν αντιμετωπίζουν “απαισιόδοξες” προβλέψεις και διαγνώσεις (ή εν πάση περιπτώσει αντίθετες με την πραγμάτωση των δικών τους ηθικών ιδανικών). Ισως αυτό να είναι μια βαθύτερη διαίσθηση του ότι πολλές φορές η ορθή γνώση υπονομεύει τις ψυχολογικές πηγές της δράσης, ενώ αντίθετα η “ιδεολογία” τις αναζωογονεί.

(Π. Κονδύλης 1970, Απόσπασμα από τον πρόλογό του στην “Επανάσταση των διευθυντών” του J.Burnham. Τίτλος αποσπάσματος: herrk)


Μια βιβλιοπαρουσίαση στηριγμένη στη Βασική Εργογραφία η οποία παρουσιάζεται στο «Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης»

Αφιέρωμα

Παρατηρητής και αναλυτής των ανθρώπινων πραγμάτων

ΓΕΡ. ΒΩΚΟΣ | Κυριακή 15 Νοεμβρίου 1998

 
  
   ΤΟ ΒΗΜΑ

Παναγιώτης Κονδύλης (1943 – 1998)

Οταν ρώτησαν τον Παναγιώτη Κονδύλη αν θεωρεί τον εαυτό του φιλόσοφο, εκείνος απέφυγε να απαντήσει ευθέως στην ερώτηση, γιατί πίστευε ότι δεν ήταν σωστό να παρουσιαστεί η εργασία του με το πρόσωπο που έχουμε συνηθίσει να αποδίδουμε στη φιλοσοφία: ο γεωμετρικός τόπος στον οποίο γαληνεύουν τα πάθη των ανθρώπων και ημερεύουν οι συμπεριφορές τους.

Ο ίδιος πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν παρατηρητής των ανθρώπινων πραγμάτων και αναλυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Ταυτοχρόνως, καθώς αρνιόταν να επιμερίσει και να διασπάσει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε επί μέρους τομείς όπως η «φιλοσοφία», η «επιστήμη», η «ιστορία» και η «πολιτική», ο Κονδύλης κατάφερε μια ζωντανή σχέση με τον φιλοσοφικό λόγο: στο έργο του η φιλοσοφία βρίσκεται παντού, χωρίς όμως να διατηρεί κανενός είδους προνόμιο και καμία ιδεοληπτική αίγλη.

Το πρώτο πράγμα, ίσως, που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του Κονδύλη είναι η τριβή του με την ιστορία· αλλά η ιστορία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τον ιστορισμό ή τη διάλυση των προβλημάτων, των εννοιών και των γεγονότων μέσα στη ροή του χρόνου.

Ακόμη, η ιστορία όπως την καταλαβαίνει ο Κονδύλης είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε εσχατολογική τροπή, κυρίως από εκείνη που τροφοδοτεί τους ανθρώπους με την ελπίδα της τελικής νίκης, που μοιάζει πολύ με οριστική λύση. Εντονότερα: οι αναγκαίες ψευδαισθήσεις είναι ήδη αρκετές, δεν χρειάζεται να τις επιβαρύνουμε με αυταπάτες.

Στην προοπτική αυτή, η ιστορία γίνεται στο έργο του Κονδύλη το εργαστήριο στο οποίο ελέγχονται, με τρόπο συγκεκριμένο και πειραματική ακρίβεια, οι θεωρητικές του θέσεις. Από ‘δώ και η διπλή λειτουργική της σημασία, εσωτερική και εξωτερική, ως προς τη φιλοσοφία και τη θεωρία γενικότερα.

Αφενός δεν μπορεί να υπάρξει ιστορία μιας θεωρίας χωρίς την εσωτερική ανασυγκρότηση των εννοιών που τη συνιστούν.

Αφετέρου όμως οι έννοιες αυτές δεν είναι προϊόντα παρθενογένεσης· προκύπτουν από τις προκλήσεις της ιστορίας, που χτυπάει την πόρτα της θεωρίας απαιτώντας επίμονα απαντήσεις.

Η προηγούμενη αντίληψη της ιστορίας και των σχέσεών της με τη θεωρία προφύλαξε τον Κονδύλη, κατά τη γνώμη μου, από τρεις σκοπέλους: τη ρητορική πνευματοκρατία, τον χρησιμοθηρικό θετικισμό και τον συνδικαλιστικό μαρξισμό.

Η πρώτη βλέπει στη θεωρία τα λόγια που λέει το Πνεύμα, κάθε φορά που μας κάνει τη χάρη να μιλήσει· γνώρισμά της είναι η γενικολογία και ο ρητορικός έπαινος των πνευματικών ασχολιών, στις οποίες αποδίδει αρετές γνωστικών εργαλείων.

Ο δεύτερος καταγράφει τα αποτελέσματα ή τα συμπεράσματα μιας θεωρίας, αυτά που οι βιαστικοί όλων των εποχών οφείλουν να γνωρίζουν, ώστε να μη μοιάζουν καθυστερημένοι. Γνώρισμά του είναι η άρνηση να συζητήσει τους όρους μέσα στους οποίους γεννήθηκε και αρθρώθηκε μια θεωρία, καθώς πιστεύει ότι η συζήτηση αυτή ενδιαφέρει μόνο τους αργόσχολους που έχουν μεταφυσικές ανησυχίες.

Ο συνδικαλιστικός μαρξισμός, τέλος, συνδέει, αμέσως ή εμμέσως, τις θεωρίες με οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, καθώς και με θρησκευτικές ή πολιτικές ιδεολογίες. Γνώρισμά του είναι η αξιολογική κατάταξη των θεωριών σε προοδευτικές όταν υποστηρίζουν τις απόψεις μας και σε αντιδραστικές όταν τις πολεμούν.

Οι τρεις αυτές παγίδες έχουν ως κοινό παρονομαστή την περιφρόνηση τόσο της ιστορίας όσο και της θεωρίας. Κατ’ αρχήν της θεωρίας· διότι, είτε αυτή η τελευταία παρουσιαστεί ως προϊόν του πνεύματος γενικώς και αορίστως είτε παρουσιαστεί συρρικνωμένη στα χρηστικά αποτελέσματά της είτε παρουσιαστεί υπό τη μορφή εξυπηρέτησης συμφερόντων, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η θεωρία χάνει τη φυσιογνωμία της ως συγκροτημένου λόγου με αξιώσεις αλήθειας.

Αλλά και η ιστορία τραυματίζεται είτε ως εμπόδιο στην αυτόνομη ανάπτυξη του Πνεύματος είτε ως ενοχλητικό βάρος στην απρόσκοπτη καταγραφή των αποτελεσμάτων είτε ως όργανο στην προώθηση των καλών σκοπών που είναι οι δικοί μας.

Εάν κάποιος αγαπήσει την ιστορία και τη θεωρία, όπως τις αγάπησε ο Παναγιώτης Κονδύλης, είναι υποχρεωμένος να στραφεί στις ρίζες των πραγμάτων και να σκεφτεί, κατά κάποιον τρόπο, από την αρχή.

Εκεί, είναι μοιραίο να διασταυρωθεί με το δύσκολο, οδυνηρό και επικίνδυνο ερώτημα των κανονιστικών αρχών και των αξιών. Τι είναι; Πώς εμφανίζονται; Ποιος τις καθορίζει; Εχουν αντικειμενικό έρεισμα ή μήπως είναι αυθαίρετες και υποκειμενικές; Και στην περίπτωση που συμβαίνει το δεύτερο, τι σημαίνουν αυτή η αυθαιρεσία και αυτή η υποκειμενικότητα;

Είναι ψυχολογικού ή πολιτικού τύπου; Ακόμη, αν κάποιος υποστηρίξει τη σχετικότητα των κανονιστικών αρχών και των αξιών, πώς μπορεί να ξεφύγει από την παγίδα του σκεπτικισμού και του μηδενισμού;

Αυτές οι ερωτήσεις διασταυρώνονται στο έργο του Κονδύλη και το συγκροτούν σε ενιαίο φιλοσοφικό οικοδόμημα. Ο θάνατος αποφάσισε, πολύ απότομα είναι αλήθεια, ότι το έργο δεν θα ολοκληρωθεί. Ας είναι· αυτό που μένει συνιστά ήδη επιβλητικό μέγαρο.

Για τον Κονδύλη ήθελα να γράψω και μίλησα για τη σκέψη του. Πώς όμως μπορούσα να κάνω διαφορετικά για τον άνθρωπο που είπε: «Το πώς χαρακτηρίζει κανείς τον εαυτό του ή το πώς χαρακτηρίζεται από τους άλλους είναι δευτερεύον και συχνά τυχαίο. Πάνω απ’ όλα ενδιαφέρει το τι λέει και το αν έχει κάτι να πει»

.
Ποια είναι τα κυριότερα έργα του

1 Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, Εκδόσεις Γνώση, 1983

Στο βιβλίο αυτό δοκιμάζεται η ιστορία της μεταφυσικής από τη σκοπιά της κριτικής που ασκήθηκε εναντίον της. Ταυτοχρόνως ο συγγραφέας περιγράφει τη διαμόρφωση της νεότερης έννοιας της επιστημονικής μεθόδου.

 

2 Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα, Εκδόσεις Στιγμή, 1984

Ο συγγραφέας μελετά τη σχέση του Μαρξ με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό υιοθετώντας ένα τριμερές σχήμα, το οποίο στην πρώτη του πλευρά είναι προσανατολισμένο φιλοσοφικά-αισθητικά, στη δεύτερη ιστορικά-κοινωνιολογικά, ενώ η τρίτη πλευρά συμφιλιώνει τις δύο προηγούμενες στο πλαίσιο μιας φιλοσοφίας της ιστορίας.

 

3 Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός, Ι-ΙΙ, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1987

Στο δίτομο αυτό σημαντικό έργο εξετάζεται εξονυχιστικά η περίοδος του Διαφωτισμού στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών. Η έρευνα συγκροτείται με άξονα την ανάλυση των θεμελιωδών εννοιών του Διαφωτισμού και τη συνάρτησή τους με την ιστορική συγκυρία.

4 Ο νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1988

Στην προκειμένη περίπτωση ο συγγραφέας αποφεύγει σκοπίμως να μιλήσει για «φιλοσοφία του νεοελληνικού διαφωτισμού», εξετάζει όμως την παρουσία φιλοσοφικών ιδεών στο πλαίσιο αυτού του ρεύματος, το οποίο δεν συγκροτεί ενιαία και συνεκτική φιλοσοφική τοποθέτηση.

5 Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1991

Το βιβλίο συγκεντρώνεται στην ανασυγκρότηση των βαθύτερων δομών της κοινωνικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, στην περίοδο που σημαδεύει τη μετάβαση από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία.

6 Ισχύς και απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Εκδόσεις Στιγμή, 1991

Ισως το θεμελιώδες θεωρητικό δοκίμιο του Π. Κονδύλη, στο οποίο ο συγγραφέας παίρνει τις αποστάσεις του από τις ισχύουσες θεωρίες της απόφασης, οι οποίες ορίζουν την τελευταία είτε από τη σκοπιά ενός Δέοντος υπαρξιακού τύπου είτε από τη σκοπιά ενός Δέοντος με αντικειμενικό χαρακτήρα.

7 Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1992

Οι αναλύσεις του βιβλίου υπερασπίζονται τη θέση ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η κατάρρευση του κομμουνισμού δεν σημαίνουν το τέλος της Ιστορίας αλλά την απαρχή μιας νέας φάσης στην ιστορία της πλανητικής πολιτικής των Νέων Χρόνων.

8 Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία, Εκδόσεις Στιγμή, 1992

Το δοκίμιο εξετάζει τον ρόλο των διανοουμένων στην εποχή μας με σημεία αναφοράς την ηδονή, την ισχύ και την ουτοπία. Ο συγγραφέας στην προκειμένη περίπτωση οριοθετεί τη σκέψη του ως προς τα φιλοσοφικά εγχειρήματα ομοτέχνων, όπως η Αρεντ και ο Φουκό.

 

9 Θεωρία του πολέμου, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1997

Το έργο, το οποίο δυστυχώς συζητήθηκε επειδή παρεξηγήθηκε ανεπίτρεπτα στην ελληνική εκδοχή του, συνιστά μια νέα ερμηνεία των γνωστών θέσεων του Κλαούζεβιτς, χωρίς να περιορίζεται σε αυτήν· αποτελεί επίσης ένα είδος γενίκευσης της σκέψης του Μαρξ γύρω από τις δυνάμεις που συγκρούονται στον σύγχρονο κόσμο.

 

10 Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης. Απαντήσεις σε 28 ερωτήμα τα, Εκδόσεις Νεφέλη, 1998

Στο βιβλίο δημοσιεύονται μια σειρά συνεντεύξεις του Παναγιώτη Κονδύλη με έλληνες και ξένους συνομιλητές. Ο συγγραφέας έχει έτσι την ευκαιρία να διευκρινίσει τη σκέψη και να σχολιάσει ο ίδιος επίμαχα σημεία των θεωρητικών του προτάσεων.

11 Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1998

Το βιβλίο αποτελείται από συλλογή άρθρων, στα οποία ο συγγραφέας εμβαθύνει, σχολιάζει και εξηγεί σημεία του έργου του που αναπτύχθηκαν στα δοκίμιά του. Τα άρθρα πρωτοδημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και σε εφημερίδες, ελληνικά και ξένα. Ανάμεσά τους βρίσκονται κείμενα που ο Κονδύλης δημοσίευσε στο «Βήμα».


Παρακάτω αναδημοσιεύεται από “ΤΟ ΒΗΜΑ” η ανταλλαγή  άρθρων  μεταξύ Π. Κονδύλη και πτεράρχου ε.α. Π. Οικονόμου

 

Τι επιδιώκει η Αγκυρα στο Αιγαίο

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ  Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 1998

Σε μιαν από τις εμπεριστατωμένες και ακριβείς αναλύσεις, στις οποίες μας έχει συνηθίσει, ο διπλωματικός συντάκτης του «Βήματος» κ. Ν. Μαράκης παρουσίασε τις ελληνικές επιτελικές εκτιμήσεις για τις τουρκικές ασκήσεις στο Αιγαίο («Το Βήμα», 1.2.1998). Τέτοιες εκτιμήσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφθούμε ότι οι μείζονες στρατιωτικές ασκήσεις δεν αποτελούν απλώς θαλάσσιες ή αεροπορικές εκδρομές για ξεμούδιασμα ή προς γενική επίδειξη ισχύος αλλά διεξάγονται εν όψει ορισμένων επιτελικών σχεδίων πολέμου και συνιστούν μιαν υποτυπώδη εφαρμογή τους σε καιρό ειρήνης. Η ανάλυσή τους συνεπάγεται επομένως διείσδυση στις στρατηγικές προθέσεις της άλλης πλευράς. Και οι προθέσεις, σύμφωνα με τους έλληνες επιτελείς και τον κ. Μαράκη, διαγράφονται ως εξής: «καθήλωση» της ελληνικής αεροπορίας και του ελληνικού ναυτικού, πρόκληση «εκτεταμένης ζημίας» στην αμυντική ικανότητα της Ελλάδας «πριν από την απόπειρα κατάληψης εδάφους», «σοβαρότατη μείωση της μαχητικής ικανότητας» των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων ως προϋπόθεση της «διαπραγματευτικής αδυναμίας» της Ελλάδας. Ειδικότερα επισημαίνεται η τουρκική προσπάθεια για «αύξηση της ικανότητας διείσδυσης των επιτιθέμςνων αεροπλάνων», εφοδιασμένων με άκρως σύγχρονα συστήματα στοχοποίησης και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.

Με βάση αυτά τα δεδομένα επιβάλλεται να ανασυγκροτήσουμε το ευρύτερο τουρκικό σχέδιο πολέμου και να αντλήσουμε τα αντίστοιχα διδάγματα. Εν όψει του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων, η τουρκική πλευρά θα διέπραττε ένα σοβαρό σφάλμα αν διεξήγαγε πόλεμο έτσι όπως νομίζουν πλείστοι όσοι ότι θα τον διεξαγάγει: ότι δηλαδή θα θελήσει να προβεί απευθείας στην επιθυμητή εδαφική κατάκτηση, επικεντρώνοντας εκεί τις δυνάμεις της και κάνοντας το πολύ πολύ παραπλανητικούς αντιπερισπασμούς. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε για τους Τούρκους μεγάλα μειονεκτήματα, γιατί δεν θα τους επέτρεπε να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις ένοπλες δυνάμεις, άρα την υπεροπλία τους: όσο μικρότερο είναι το θέατρο του πολέμου τόσο ευκολότερα μπορεί ο υποδεέστερος να εξουδετερώσει την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, ο οποίος μόνο ένα κλάσμα των δυνάμεών του μπορεί να αναπτύξει μέσα σε στενά όρια. Επιπλέον έτσι παρατείνεται η επιχείρηση, οπότε ο χρόνος εργάζεται εναντίον του επιτιθεμένου (και ισχυροτέρου), προπαντός όταν αναμένεται εύλογα επέμβαση του διεθνούς (διάβαζε: αμερικανικού) πολιτικοστρατιωτικού παράγοντα προς διακοπή των εχθροπραξιών.

Γι’ αυτόν τον λόγο η τουρκική πλευρά, έστω και αν έχει περιορισμένες μόνον εδαφικές βλέψεις, δεν θα διεξήγε πόλεμο επιδιώκοντας απευθείας αυτές και επικεντρώνοντας σε αυτές το στρατιωτικό της δυναμικό. Οπως υποδηλώνει η παραπάνω ανάλυση των ασκήσεών της, θα έκανε κάτι πολύ διαφορετικό: θα προκαλούσε ένα θερμό επεισόδιο (είτε στο έδαφος που θα διεκδικούσε άμεσα είτε κάπου αλλού) αλλά δεν θα έριχνε εδώ το κέντρο βάρους, παρά θα το χρησιμοποιούσε ως πρόσχημα και ως εφαλτήριο για να καταφέρει ένα μαζικό πρώτο πλήγμα στρεφόμενο εναντίον του κορμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, ήτοι του κύριου όγκου της αεροπορίας (ίσως προτού ακόμη βρεθεί στον αέρα) και των κύριων μονάδων του στόλου. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει εξίσου καλά όσο και κάθε άλλος τη βασική αρχή της στρατηγικής: πρωταρχικός σκοπός του πολέμου δεν είναι η κατάληψη εδαφών αλλά η συντριβή των εχθρικών ενόπλων δυνάμεων· αν αυτή συντελεσθεί, τότε καταλαμβάνεις με την ησυχία σου όσα εδάφη θέλεις. Ετσι η τουρκική επίθεση θα επικεντρωνόταν σε στρατηγικώς καίρια σημεία και αν πετύχαινε, θα καθιστούσε, με τη διαθέσιμη σήμερα δύναμη πυρός, αδύνατη κάθε συνέχιση του πολέμου από ελληνικής πλευράς. Το μαζικό πρώτο πλήγμα θα δημιουργούσε επιπλέον τετελεσμένα, τα οποία θα βάραιναν αποφασιστικά όχι μόνο σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων αλλά και σε διαμεσολαβητικές προσπάθειες τρίτων. Το βλέπουμε στην Κύπρο: κανείς δεν μπορεί να διαπραγματευθεί σαν να μην είχε γίνει η τουρκική κατάκτηση. Το ιδεώδες για την Τουρκία θα ήταν να διαπραγματευθεί κάποτε με την Ελλάδα από την ίδια θέση όπως με την Κύπρο.

Θα ήταν κεφαλαιώδες στρατηγικό σφάλμα η εμμονή σε σκουριασμένες αντιλήψεις του τύπου: «οι πόλεμοι δεν κρίνονται από την πρώτη μέρα». Οσοι τα λένε αυτά, ανατρέχοντας νοσταλγικά στο 1940, δεν έχουν κατανοήσει πόσα και ποια πράγματα έχουν μεταβληθεί στα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Τόσο σε σχέση με τη γενικότερη διεθνή εξέλιξη του πολεμικού φαινομένου όσο και σε συνάφεια με μιαν ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση, είχα την ευκαιρία να τονίσω πρόσφατα («Θεωρία του Πολέμου», πρβλ. «Το Βήμα», 30.11.1997) ότι η υφή των υπερσύγχρονων οπλικών συστημάτων προσδίδει καθοριστική σημασία στην εναρκτήρια φάση όχι μόνο ενός πυρηνικού αλλά και ενός συμβατικού πολέμου. Οπως διαγράφεται το πιθανότερο σενάριο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου, θα επικρατήσει όποιος περάσει γρήγορα και αποφασιστικά από το θερμό επεισόδιο στο μαζικό πρώτο πλήγμα. Η τουρκική πλευρά γνωρίζει ότι μόνον αυτή έχει σήμερα τούτη τη δυνατότητα, ενώ η ελληνική πλευρά τη στερείται. Ακριβώς γι’ αυτό έχει προφανώς επικεντρώσει το πολεμικό της σχέδιο στο σημείο όπου υπερέχει ­ και τούτο συμβαίνει να είναι το κρίσιμο σημείο. Η ανάλυση των τουρκικών στρατιωτικών ασκήσεων επιβεβαιώνει πλήρως αυτή τη διάγνωση, στην οποία άλλωστε καταλήγει κανείς και με μόνη τη γνώση των στρατηγικών δεδομένων, αρκεί να ξέρει πώς πρέπει να τα ερμηνεύσει. Δεν είναι τόσο σημαντικό αν την έννοια και τη στρατηγική βαρύτητα του μαζικού πρώτου πλήγματος στον σύγχρονο πόλεμο δεν τις κατανοούν αιθεροβάμονες πολιτευόμενοι, διανοούμενοι και δημοσιογραφούντες. Θα ήταν όμως ολέθριο αν δεν τις συνειδητοποιούσε η υπεύθυνη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Και ακόμη μια σκουριασμένη προκατάληψη θα όφειλε να λησμονήσει για πάντα η ελληνική πλευρά: ότι οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις «έχουν τα χάλια τους» και δεν είναι σε θέση να διεξαγάγουν ταχύ και αποτελεσματικό πόλεμο. Δημιουργεί παραπλανητικές ψευδαισθήσεις και ένα κλίμα επικίνδυνης ευφορίας όποιος ανατρέχει π.χ. στις στρατιωτικές προχειρότητες της τουρκικής απόβασης στην Κύπρο για να υπαινιχθεί ότι η Τουρκία δεν είναι και τόσο αξιόμαχη (είδα με λύπη μου να το κάνει αυτό ο πτέραρχος κ. Οικονόμου και να το επικροτεί ο κ. Παπαθεμελής, βλ. αντιστοίχως «Το Βήμα», 25.1 και 1.2.1998). Από τότε πέρασαν 24 χρόνια και μου φαίνεται αδόκιμο να συγχέουμε τις αναμνήσεις μας με τις προβλέψεις μας. Επιπλέον είναι ασυνεπές αφενός να θεωρεί κανείς τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις περίπου «μπουνταλάδικες» και αφετέρου να ζητεί ραγδαίο εκσυγχρονισμό των ελληνικών. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη την αυτάρεσκη υποτίμηση του αντιπάλου και τις βαρύγδουπες ρήσεις περί «ψυχής που νικά τα όπλα» και καταγράφοντας ως την έσχατη λογική τους συνέπεια τα σύγχρονα στρατηγικά και εξοπλιστικά δεδομένα, η ελληνική πλευρά θα όφειλε σήμερα να κάμει δύο πράγματα, ένα βραχυπρόθεσμα και ένα μακροπρόθεσμα. Καθώς οι Τούρκοι, διαθέτοντας την υπεροπλία, έχουν τη δυνατότητα και ­ όπως φαίνεται επίσης ­ την πρόθεση του μαζικού πρώτου πλήγματος, η υποδεέστερη ελληνική πλευρά καλά θα έκανε να δείξει στο προσεχές μέλλον ύψιστη φρόνηση και να μην εμπλακεί σε κανενός είδους θερμό επεισόδιο, το οποίο η Τουρκία έχει κάθε λόγο να επιζητεί σήμερα ως αφορμή και ως εφαλτήριο του μαζικού πρώτου πλήγματος. Παράλληλα θα όφειλε να συντονίσει τα εξοπλιστικά της προγράμματα κατά τρόπο ώστε να αποκτήσει και αυτή την ίδια δυνατότητα ­ όχι φυσικά και την ίδια πρόθεση. Μακροπρόθεσμα η μόνη δραστική αποτροπή είναι να γνωρίζει η Τουρκία ότι το μαζικό πρώτο πλήγμα, που η ίδια ετοιμάζει, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ και να στραφεί εναντίον της. Οφείλουμε να ευχαριστήσουμε το τουρκικό επιτελείο γιατί με τις στρατιωτικές του ασκήσεις καθιστά διαφανέστερες τις προθέσεις του ­ τουλάχιστον στα μάτια όσων δεν είναι ανίατα αφελείς. Πρέπει επίσης να χαιρόμαστε γιατί, σύμφωνα με τα γραφόμενα του κ. Μαράκη, οι έλληνες επιτελείς αναλύουν ορθά το στρατηγικό νόημα αυτών των ασκήσεων. Ας ευχηθούμε ότι θα βγάλουν και τα ορθά συμπεράσματα περί του πρακτέου.

 

Πώς θα αποτρέψουμε τον πόλεμο

Π. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ | Κυριακή 1 Μαρτίου 1998

Η στρατηγική που εφαρμόζει η Τουρκία από το 1974 και μετά προκειμένου να επιβάλει τις «διευθετήσεις» που αυτή επιθυμεί, εδαφικές και άλλες, εις βάρος της χώρας μας κινείται σε τρεις άξονες: (α) ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) με σύγχρονα οπλικά συστήματα και συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς ώστε αυτές να καταστούν ένας καθαρά επιθετικός βραχίων· (β) εφαρμογή σχεδίου ψυχολογικού πολέμου με σκοπό τον εκφοβισμό του ελληνικού λαού και την κάμψη της θέλησής του να αντισταθεί στον τουρκικό επεκτατισμό. Σχέδιο που βασίζεται στην υπερβολική προβολή της τουρκικής πολεμικής μηχανής ως μιας μηχανής που έχει τεράστιες δυνατότητες, ενός γίγαντα, δηλαδή, που αρκεί να ανοίξει το στόμα του για να μας καταπιεί. Και κατά καιρούς προς επιβεβαίωση, για του λόγου το αληθές, αναφέρονται οι επιτυχίες της στην Κύπρο το 1974 και στη Μικρά Ασία το 1922. (γ) Εκβιαστική διπλωματία, όπου με απειλές, ανοικτές ή συγκεκαλυμμένες, και εκβιαστικά διλήμματα προωθεί σταδιακά τις θέσεις της, ανάλογα και με τις διεθνείς συγκυρίες. Είναι γνωστές οι δηλώσεις Ντεμιρέλ, Τσιλέρ, Μπαϊκάλ, Καρανταγί, Μιρ κ.ά. στο πλαίσιο αυτό αλλά και η εντελώς πρόσφατη του τέως αρχηγού του Ναυτικού που ανέφερε ότι κατά την κρίση των Ιμίων η κυρία Τσιλέρ είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε πόλεμο.

Και εμείς, δυστυχώς, χωρίς να αντιληφθούμε ότι παίζουμε το παιχνίδι τους, αναπαράγουμε αυτή την προπαγάνδα με όλα τα ΜΜΕ δημιουργώντας άθελά μας μια ατμόσφαιρα φοβίας και ηττοπάθειας στον λαό αλλά και στην ηγεσία του τόπου σε κάποιο βαθμό. Με αυτή λοιπόν τη στρατηγική η Τουρκία από το 1987 ως σήμερα κατόρθωσε να επιτύχει «χωρίς να ρίξει τουφεκιά» τα ακόλουθα: (α) τη μη επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια ενώ είχαμε κάθε δικαίωμα προς τούτο· (β) την αναστολή επ’ αόριστον της εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου πέραν των χωρικών μας υδάτων· (γ) την αναγνώριση ζωτικών τουρκικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων ασφαλείας στο Αιγαίο· (δ) την αναγνώριση γκρίζων ζωνών στο Αιγαίο, βλέπε Ιμια· (ε) την πρόταση της Ελλάδας για παραπομπή όλων των τουρκικών διεκδικήσεων, ακόμη και το θέμα ασφαλείας των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, στο Δικαστήριο της Χάγης.

Κατόπιν λοιπόν των ανωτέρω, θεώρησα σκόπιμο στο άρθρο μου της 25.1.98 να παρουσιάσω την τουρκική πολεμική μηχανή όπως αυτή εμφανίστηκε κατά την εισβολή στην Κύπρο το 1974. Επιχείρηση που διαφημίστηκε ως πρότυπο οργάνωσης και εκτέλεσης, τα δε στοιχεία που παρέθεσα βασίστηκαν στις εκθέσεις υπευθύνων ηγετών, Ελλήνων και Τούρκων. Η όλη επιχείρηση κρίθηκε ως σύγχρονη για την εποχή της και αξιολογήθηκαν βασικά τομείς όπως η εφαρμογή των σχεδίων, η χρήση των μέσων, η οργάνωση και η ευψυχία των μαχητών. Αλλωστε, η Τουρκία ήταν μέλος του ΝΑΤΟ από εικοσαετίας και πλέον (1952) και διέθετε σύγχρονες για την εποχή ΕΔ, για τη μαχητική ικανότητα και το μέγεθος των οποίων επαίρετο όπως και σήμερα.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν υπάρχει έκτοτε άλλη παρόμοια επιχείρηση για να αξιολογηθεί, εκτός εκείνων που διεξάγει εναντίον των κούρδων αυτονομιστών, αλλά αυτές δεν προσφέρονται για εκτίμηση των δυνατοτήτων ενός τακτικού στρατού· αν και το ότι αυτός ο πόλεμος, του Γολιάθ εναντίον του Δαβίδ, διαρκεί πάνω από δέκα χρόνια θα πρέπει να μας οδηγεί σε συμπεράσματα όχι κολακευτικά για την τουρκική πλευρά. Το γεγονός ότι από το 1974 πέρασαν 24 χρόνια και σίγουρα θα υπάρχουν βελτιώσεις στους τομείς που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι αναμφισβήτητο, αλλά δεν πρέπει να έχουν αλλάξει πολλά, αν λάβουμε υπόψη μας ότι στην Ανατολική Τουρκία υπάρχουν ακόμη πρωτόγονοι οικισμοί.

Και για εκείνους που ισχυρίζονται ότι οι πόλεμοι σήμερα δεν έχουν σχέση με αυτούς του παρελθόντος, διότι διεξάγονται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα συναφή, η απάντηση είναι ότι οι πόλεμοι σήμερα κερδίζονται με μυαλό, τόλμη και ευψυχία· τα υπόλοιπα ανάγονται στη σφαίρα της θεωρίας. Και ακόμη, αν ελαμβάνετο υπόψη μόνο το γεωπολιτικό δυναμικό των αντιπάλων, όπως ορισμένοι επιμένουν, τότε οι αρχαίοι πρόγονοί μας δεν θα έπρεπε να είχαν τολμήσει να αντιπαρατεθούν με τις στρατιές των Περσών στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Ούτε ο Μέγας Αλέξανδρος θα έφθανε ποτέ στις Ινδίες ούτε η επανάσταση του 1821 θα έπρεπε να είχε γίνει ούτε το «Οχι» του 1940 να είχε ειπωθεί και άλλα πολλά. Βεβαίως παραθέτοντας τα ανωτέρω πρόθεσή μου δεν είναι να υποτιμήσω την τουρκική πολεμική μηχανή, η οποία είναι μια σημαντική και αξιόλογη δύναμη, αλλά να διαλύσω τον μύθο του θηρίου που θα μας κατασπαράξει χωρίς να πληγεί και αυτό θανάσιμα ή κατ’ ελάχιστον να ακρωτηριασθεί, όπως επιμένει να μας παρουσιάζει η τουρκική προπαγάνδα.

Το ζητούμενο όμως είναι πώς θα αποτρέψουμε τον πόλεμο και όχι πώς θα τον αποφύγουμε, όπως σοφά λέει και ο τέως υπουργός κ. Παπαθεμελής στο άρθρο του της 1.2.98 («Το Βήμα»). Και θα τον αποτρέψουμε μόνον όταν οι Τούρκοι αντιληφθούν ότι το τίμημα που θα πληρώσουν θα είναι δυσανάλογο σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσουν. Και όχι ακολουθώντας την πολιτική του κατευνασμού που σίγουρα οδηγεί σε πόλεμο, όπως συνέβη και το 1939, όταν η υποχωρητικότητα του Τσάμπερλεν απεθράσυνε τον Χίτλερ και οδήγησε την ανθρωπότητα στο σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποτροπή επιτυγχάνεται με ισχυρές ΕΔ, ικανές να επιφέρουν θανατηφόρο πλήγμα στον αντίπαλο, με αιχμή του δόρατος την Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ), αλλά και την ακλόνητη απόφασή μας να υπερασπίσουμε την εδαφική μας ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, όπως αυτά προκύπτουν από τις συνθήκες ειρήνης και το διεθνές δίκαιο. Και ευτυχώς, παρά τα λάθη και τις παραλείψεις που διεπράχθησαν στον εκσυγχρονισμό των ΕΔ τα τελευταία χρόνια, αυτές εξακολουθούν να βρίσκονται σε θέση να επιφέρουν ισχυρό πλήγμα στον αντίπαλο, αν και η ισορροπία δυνάμεων έχει φθάσει στα όρια της ανατροπής, κατάσταση που είναι δυνατόν από κακή εκτίμηση του αντιπάλου να οδηγήσει σε σύρραξη. Γι’ αυτόν τον λόγο από δεκαετίας και πλέον, μετά τη λανθασμένη επιλογή, κατά την πολυδιαφημισθείσα αγορά του αιώνα (1985), ζητώ επίμονα ενίσχυση της ΠΑ, προτού είναι πλέον αργά.

Τελειώνοντας, επιθυμώ να τονίσω ότι το να υποτιμά κανείς τον αντίπαλο είναι μέγιστο λάθος που ούτε ένας πρωτοετής εύελπις ­ ναυτικός δόκιμος ή ίκαρος ­ επιτρέπεται να διαπράξει, ενώ αντίθετα η γνώση του αντιπάλου και ιδιαίτερα των αδυναμιών του είναι λίαν επιβεβλημένη προκειμένου να επιτευχθεί είτε η αποτροπή είτε η νίκη στην περίπτωση που η σύρραξη καταστεί αναπόφευκτη. Και συνεπώς για την προσπάθεια που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση ο κ. Κονδύλης θα πρέπει να χαίρεται, αντί να λυπάται, όπως λέει στο άρθρο του τής 8.2.98 («Το Βήμα»).


Συλλογή εξεζητημένων και ασαφών κοινοτοπιών
Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | 21 Δεκεμβρίου 1997 | TO BHMA

Θεωρώ το «Είναι και Χρόνος» ένα από τα υπερτιμημένα βιβλία του αιώνα μας· για την ακρίβεια, μου φαίνεται ως μια συλλογή κοινοτοπιών μεταφρασμένων σε γλώσσα εξεζητημένη και ασαφή. Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει όποιος βγαίνει από τη στενή φιλοσοφική προοπτική και εποπτεύει την ιστορία των ιδεών και των προβλημάτων στο σύνολό της. Οι φιλόσοφοι, όντας κατά κανόνα μονομερέστατα μορφωμένοι, συνήθως διογκώνουν τη σημασία των όσων συμβαίνουν στο δικό τους πεδίο και θεωρούν πρωτότυπο ένα συγγραφέα μόνο και μόνο επειδή οι ίδιοι πληροφορήθηκαν μερικά πράγματα για πρώτη φορά απ’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία των Νεοτέρων Χρόνων δεν δημιούργησε δική της αυτοτελή προβληματική, αλλά παρακολούθησε, άμεσα ή έμμεσα, καλύτερα ή χειρότερα, τις ραγδαίες εξελίξεις των επιστημών, αρχικά κυρίως των θετικών και κατόπιν κυρίως των κοινωνικών – ανθρωπολογικών. Η γνωσιοθεωρητικά προσανατολισμένη φιλοσοφία του υποκειμένου στον 17ο και στον 18ο αι. συγκροτήθηκε ως προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθεσε η τοτινή μαθηματική φυσική (διάκριση πρωτευουσών και δευτερευουσών ιδιοτήτων, αιτιότητα, ουσία). Οι κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιστήμες, που άρχισαν να θεμελιώνονται στον 18 αι. και ανδρώθηκαν στον 19ο, εγκαινίασαν μια θεώρηση θανάσιμη για τον ζωτικό μύθο της φιλοσοφίας, τον μύθο της αυτονομίας του πνεύματος, καθώς έδειξαν τις εξαρτήσεις της όχι μόνο από «ανορθολογικούς» και «υπαρξιακούς» αλλά και από «εξωπνευματικούς», κοινωνικοοικονομικούς και ιστορικούς παράγοντες.

Κάτω από την πίεση των ρευμάτων αυτών το κεντρικό πρόβλημα της φιλοσοφίας γίνεται τώρα η αναίρεση του εαυτού της ή τουλάχιστον η αναίρεση του τρόπου με τον οποίο κατανοούσε παραδοσιακά ­ και υπεροπτικά ­ τον εαυτό της. Το έργο των Μαρξ, Νίτσε, Φρόιντ, Ντίλταϊ, ο αμερικανικός πραγματισμός και ο Μπέρξον είχαν δείξει με διάφορους τρόπους, αλλά ήδη επαρκέστατα, ότι η φιλοσοφία και η πνευματική δημιουργία γενικότερα ριζώνουν σε στρώματα βαθύτερα και είχαν έτσι θέσει το ζήτημα της οντολογίας των στρωμάτων αυτών. Ο Χάιντεγκερ προσεγγίζει την προβληματική τούτη μέσω του προγράμματος της φαινομενολογίας του Χούσερλ: να διερευνηθεί η συγκρότηση του προεπιστημονικού υποκειμένου ως του εδάφους πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το επιστημονικό κοσμοείδωλο. Ωστε όχι μόνο δεν εγκαινιάζει τη νέα φιλοσοφική θεώρηση και μαζί τη νέα θεώρηση του φιλοσοφικού φαινομένου, αλλά μάλλον βρίσκεται στο τέρμα μιας πορείας. Και όχι μόνο δεν διευρύνει τη συναφή προβληματική, αλλά απεναντίας την περιορίζει, μολονότι, με το στομφώδες ύφος του, δημιουργεί την εντύπωση ότι εξαγγέλλει πρωτάκουστες αλήθειες. Τούτος ο περιορισμός του ορίζοντα της έρευνας είναι τριττός. Πρώτον, η «θεμελιακή οντολογία» είναι «φιλοσοφική ανθρωπολογία», ήτοι το αναζητούμενο βαθύτερο στρώμα εντοπίζεται στη σταθερή υπαρξιακή δομή του ανθρώπινου είναι ως είναι ατομικού. Μολονότι τονίζεται ότι στη δομή αυτή συμπεριλαμβάνονται εξ ορισμού η ύπαρξη μέσα στον κόσμο και η συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους, ωστόσο τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη βλέπονται αποκλειστικά στην προοπτική του ατομικού ανθρώπινου είναι, ενώ η συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου και του κοινωνικού κόσμου παραμένει στο περιθώριο. Μολονότι λοιπόν πολλοί πιστεύουν ότι ο Χάιντεγκερ ξεπέρασε την παραδοσιακή φιλοσοφία του υποκειμένου προς την κατεύθυνση μιας κοινωνικής οντολογίας, αυτό ακριβώς δεν μπόρεσε να κάμει. Γιατί αποτελούν δύο διαφορετικά πράγματα η εννοιολογική σύλληψη του κοινωνικού είναι στην υπερατομική του διάσταση και η διαπίστωση ότι η ατομική ύπαρξη έχει μια κοινωνική διάσταση. Η ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, η οποία άλλωστε στον Χάιντεγκερ συνίσταται σε επιφανειακές νύξεις, αποκτά κοινωνιοοντολογικό νόημα μόνο όταν επιχειρείται με δεδομένη τη συγκρότηση του κοινωνικού είναι, οι ενδοανθρώπινες σχέσεις είναι κοινωνικές μόνον εφόσον διαδραματίζονται εντός κοινωνίας και εν γνώσει αυτού του θεμελιώδους γεγονότος.

Δεύτερον, ο προσδιορισμός των υπαρξιακών σταθερών του ανθρώπινου είναι εμφανίζεται μονομερής και αυθαίρετος. Στη μετατροπή ανθρωπολογικών κατηγοριών σε οντολογικές ο Χάιντεγκερ ακολουθεί τον Κίρκεγκααρντ, ο οποίος περιέγραψε υπαρξιακές καταστάσεις του ανθρώπου ως συναρτήσεις της οντικής του συνάφειας με κάτι υπέρτερο και περιεκτικότερο και όχι απλώς ως ψυχολογικές συγκυρίες. Πέρα από αυτό, ο βασικός κορμός των οντολογικών κατηγοριών, τις οποίες αποδίδει ο Χάιντεγκερ στο ανθρώπινο είναι, παραλαμβάνεται αυτούσιος και χωρίς καμία ιδιαίτερη εξήγηση από τη θεολογική σκέψη, ξεκινώντας από τον Αυγουστίνο. Δεν είναι διόλου αυτονόητο όμως ότι κατηγορίες διαμορφωμένες μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις και υπό συγκεκριμένες κοσμοθεωρητικές προϋποθέσεις ενδείκνυνται ως άξονες μιας υπεριστορικής, δηλ. οντολογικής ανάλυσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Και το ατόπημα επιδεινώνεται επειδή ο Χάιντεγκερ εντάσσει έννοιες κατ’ εξοχήν θεολογικές σε ένα πλαίσιο που ο ίδιος το θέλει αθεϊστικό. Αλλά γιατί να είναι η «ενοχή» λ.χ. εξ υπαρχής συστατικό στοιχείο μιας ανθρώπινης ύπαρξης απλώς «ριγμένης» μέσα σε έναν κόσμο δίχως νόημα ­ τουλάχιστον νόημα κατοχυρωμένο από κάποιον, απέναντι στον οποίο ο άνθρωπος θα όφειλε να νιώθει ένοχος;

Τρίτον, μολονότι η οντολογία του ανθρώπινου είναι αναζητεί τη διάσταση βάθους πέραν των γνωστικών – φιλοσοφικών αλλά και πέραν των ηθικών εννοιών, παραμένει η ίδια σημαδεμένη από αξιολογικές αρέσκειες και απαρέσκειες. Βεβαίως, ο Χάιντεγκερ αρνείται ότι ηθικολογεί ή ασκεί κριτική του πολιτισμού, ωστόσο όποιος έχει εξοικειωθεί με τη γερμανική γραμματεία και δημοσιογραφία της δεκαετίας του 1920 αναγνωρίζει εύκολα την καταγωγή των μοτίβων του. Η αξιολογική τάση δεν ακολουθεί την πεπατημένη της ηθικής θεωρίας ­ απεναντίας, η τρέχουσα αστική ηθική βάλλεται έμμεσα ­, αλλά αρθρώνεται ως αντιπαράθεση της «αυθεντικής» προς την «αναυθεντική» ύπαρξη, όπως αυτή τάχα δεσπόζει στο επίπεδο της ανώνυμης μάζας. Γύρω από την αντιπαράθεση τούτη συνομαδώνονται και πλείστες άλλες κατηγοριακές διακρίσεις, π.χ. εκείνη ανάμεσα σε «αποφασιστικότητα» (προκειμένου να αναμετρηθεί κανείς με τα έσχατα προβλήματα της ύπαρξης) και «αναποφασιστικότητα». Με την ίδια αντιπαράθεση συνυφαίνονται τα όσα θα γράψει αργότερα ο Χάιντεγκερ υπό τη μορφή κριτικής του τεχνικού πολιτισμού.

Ας δείξουμε τώρα με κάθε συντομία σε ένα κεντρικό παράδειγμα πώς επηρεάζουν τα τρία αυτά δεδομένα τις αναλύσεις του «Είναι και Χρόνος». Στην πραγμάτευση του θανάτου συγκλίνουν η επικέντρωση στο ατομικό είναι, οι θεολογικές μνήμες και η αντίθεση «αυθεντικό – αναυθεντικό», δίνοντας ένα αποτέλεσμα μεγαλόστομο, βέβαια, ελάχιστα όμως ουσιαστικό από τη σκοπιά της κοινωνικής οντολογίας. Ο θάνατος ενδιαφέρει ως καταλύτης του φόβου εκείνου και της προσδοκίας εκείνης που τάχα μαρτυρούν ότι η ύπαρξη ζει αυθεντικά στο ακραίο όριο των δυνατοτήτων της. Πίσω όμως από τη δραματική εικόνα της υπαρξιακής υπερέντασης ενός μοναχικού ανθρώπινου όντος, που βιώνει ό,τι γνησιότερο έχει στο χείλος μιας αβύσσου, δεν βρίσκεται απολύτως τίποτε. Οπως και πολλοί άλλοι πριν από αυτόν, έτσι και ο Χάιντεγκερ δεν καταφέρνει να πει το παραμικρό για τον θάνατο καθ’ εαυτόν. Γιατί, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να συνδέσει καμία σκέψη με τον θάνατο και αποκλειστικά με τον θάνατο. Ο,τι σκέφτεται μιλώντας για τον θάνατο είτε αναφέρεται στη ζωή (ως κάτι που δεν θέλει να χάσει) είτε αναφέρεται σε ό,τι πιστεύει ότι τον περιμένει μετά από τη ζωή· η στιγμή και η στιγμιαία βίωση του θανάτου ξεφεύγει από κάθε δυνατότητα νοητικής σύλληψης ­ ίσως γιατί δεν υπάρχει. Το οντολογικό πρόβλημα είναι επομένως πολύ ευρύτερο από τη σχέση μιας «αυθεντικής» ύπαρξης με μιαν πομφόλυγα. Συνίσταται στην ανίχνευση των συνεπειών της θνητότητας του ανθρώπου για τη συγκρότηση της κοινωνικής του ύπαρξης. Δεν ρυθμίζει η σχέση του ανθρώπου προς τον θάνατο τις σχέσεις του προς τους άλλους ανθρώπους, αλλά αντίθετα: οι σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους καθορίζουν άμεσα ή έμμεσα το πώς πεθαίνει και πώς βαδίζει προς τον θάνατό του. Αυτό ισχύει όχι μόνο για όποιον στέκει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ως στέλεχος μιας πολιτικής παράταξης, αλλά και για όποιον πεθαίνει πιστεύοντας ότι αποδημεί εις Κύριον γιατί και αυτή η πίστη είναι πίστη μιας κοινότητας, στην οποία ανήκει ο θνήσκων. Επιπλέον, η θνητότητα του ανθρώπου σημαίνει τη δυνατότητα της βίαιης θανάτωσής του. Ακριβώς το γεγονός του βίαιου θανάτου όμως οριοθετεί ολόκληρο το φάσμα των δυνατών σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους: η ακραία φιλία εκδηλώνεται όταν θυσιάζω τη ζωή μου για κάποιον και η ακραία έχθρα όταν σκοτώνω κάποιον. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα κινούνται όλες οι άλλες σχέσεις.

Τέτοιοι και παρόμοιοι κατ’ εξοχήν προβληματισμοί της κοινωνικής οντολογίας ούτε καν θίγονται στο «Είναι και Χρόνος». Η οπτική του είναι ορισμένη και περιορισμένη. Ετσι, παρά το πλήθος των αναγνωστών και υπομνηματιστών του, ελάχιστα γονιμοποίησε τις ανθρωπολογικές και κοινωνικές, ακόμη και τις φιλοσοφικές σπουδές ­ οι επαναλήψεις και οι παραφράσεις ή οι παραθέσεις ηχηρών φράσεων και όρων δεν συνιστούν τέτοια γονιμοποίηση. Δεν μπορώ να βρω εδώ κάτι που ο ευρύτερα ενημερωμένος αναγνώστης δεν θα το έβρισκε κάπου αλλού, ειπωμένο καλύτερα και απλούστερα. Φυσικά, όταν ένα έργο ­ για οποιουσδήποτε λόγους ­ βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, συνδέεται με όλες τις τρέχουσες συζητήσεις και έτσι γεννιέται η οπτική απάτη ότι το περιεχόμενό του είναι πολύ πλουσιότερο απ’ ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Τα ίδια ισχύουν και για το μεταγενέστερο έργο του Χάιντεγκερ. Σε άλλη θέση έχω δείξει ότι τόσο η κριτική του στη μεταφυσική όσο και η κριτική του στη νεότερη τεχνικοεπιστημονική σκέψη λίγες αξιώσεις πρωτοτυπίας και βάθους έχουν. Ωστόσο, ήδη οι αρχαίοι γνώριζαν ότι τις τύχες των βιβλίων τις καθορίζουν διαφορετικοί και πολλαπλοί παράγοντες. Habent sua fata libelli.


Συγκρούσεις ερήμην του πολιτισμού…

Η «σύγκρουση των πολιτισμών» και οι απόψεις του Σάμιουελ Χάντινγκτον

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 26 Ιανουαρίου 1997

  TO BHMA  
   

 

Οταν ο Samuel Huntington, υιοθετώντας μιαν έκφραση του Bernard Lewis, ανακήρυξε τη «σύγκρουση των πολιτισμών» ως το αποφασιστικό φαινόμενο της αρχόμενης κοσμοϊστορικής εποχής, ένα ρίγος διαπέρασε ευρείς κύκλους στη Δύση. Οχι μόνον επειδή ένας ακόμη μελετητής, κοντά σε πολλούς άλλους, αμφέβαλλε ότι θα επέλθει το τέλος της Ιστορίας χάρη στον οικουμενισμό του οικονομιστικού φιλελευθερισμού και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», αλλά μάλλον λόγω της υποψίας ότι μια σύγκρουση ανάμεσα σε πολιτισμούς αναγκαστικά θα είναι σκληρότερη από άλλες συγκρούσεις, δηλαδή ένα είδος πολέμου ανάμεσα σε ράτσες, και επομένως πιο επικίνδυνη για την ανθρωπότητα από κάθε απλώς οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό. Ετσι, στον προφήτη των νέων δεινών αντιτάχθηκαν άλλοτε απλώς ανθρωπιστικές κενολογίες και άλλοτε η πεποίθηση ότι οι πολιτισμικές αντιθέσεις θα εξασθενίσουν λόγω των πνευματικών επιδράσεων της ενιαίας παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά με αυτόν τον τρόπο η θέση του Huntington απλώς εξορκίζεται με ευχολόγια. Η ευθεία αντίκρουσή της δεν είναι δυνατή παρά μόνο αν δεχθεί κανείς ότι στο μέλλον θα γίνουν πράγματι συγκρούσεις και συνάμα αν μπορεί να αποδείξει ότι ακριβώς εξαιτίας του χαρακτήρα αυτών των συγκρούσεων δεν είναι δυνατόν να δεσπόζει ο πολιτισμικός παράγοντας ­ ότι δηλαδή ακριβώς ο χαρακτήρας των συγκρούσεων καθορίζει το ειδικό βάρος του πολιτισμικού παράγοντα και της πολιτισμικής συνείδησης των υποκειμένων, όχι αντίστροφα.

Οποιος θεωρεί τις πολιτισμικές διαφορές ως τις βαθύτερες αιτίες συγκρούσεων οφείλει να καταδείξει ποια χαρακτηριστικά στοιχεία του εκάστοτε πολιτισμού ωθούν σε σύγκρουση και γιατί αυτά δρουν ειδικά σήμερα με τέτοιαν ένταση. Αν αυτό δεν καταδειχθεί, τότε η αιτία της σύγκρουσης δεν είναι αναγκαστικά πολιτισμική, ακόμα και αν οι συγκρουόμενοι εκπροσωπούν διαφορετικούς πολιτισμούς. Ωστόσο ο Huntington δεν μεθόδευσε την ανάλυσή του με τόση επιστημονική αυστηρότητα. Μιλά σαν οι πολιτισμοί να ήσαν κατά βάση πάγιες ουσίες, οι οποίες γεννούν συγκρούσεις επειδή δεν επιδέχονται αλλοίωση. Ασφαλώς, και μόνη η ύπαρξη ενός ξένου πολιτισμού μπορεί να γίνεται αισθητή ως πρόκληση, αφού καθ’ εαυτήν διαψεύδει την πεποίθηση ότι οι δικές μας αξίες είναι αυτονόητες και γενικά δεσμευτικές. Τούτο όμως δεν αποτελεί αναγκαία ή επαρκή αιτία σύγκρουσης. Γιατί αφενός γνωρίζουμε ακραίες συγκρούσεις που αναφέρονται σε κοινό πολιτισμικό έδαφος (π.χ. εμφυλίους πολέμους), αφετέρου η δυσφορία που δοκιμάζει κάποιος όταν οι ξένες αξίες σχετικοποιούν τις δικές του μεταβάλλεται σε αίσθηση υπαρξιακής απειλής και σε έχθρα μόνον όταν μια πολιτισμική κοινότητα αντιλαμβάνεται τούτη τη σχετικοποίηση ως συμβολική πράξη, την οποία αργά ή γρήγορα θα ακολουθήσουν χειροπιαστές ενέργειες ενάντια σε χειροπιαστά αγαθά. Καμία κοινότητα δεν ζει από αξίες και μόνο, γι’ αυτό και καμία δεν θα ‘θελε να πεθάνει σε έναν πόλεμο προς χάρη αξιών δίχως συγκεκριμένη υπαρξιακή αναφορά.

Αν οι πολιτισμοί ήταν αναλλοίωτες ουσίες και οι συγκρούσεις το αναπόδραστο αποτέλεσμά τους, τότε οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους πολιτισμούς θα παρέμεναν αμετακίνητες, ήτοι οι φιλίες και οι έχθρες θα ζούσαν αιώνια· επίσης θα έπρεπε η αυτοσυνειδησία τους να επιβιώνει κάθε εσωτερικής και εξωτερικής αλλαγής. Αλλά η ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει κάτι πολύ διαφορετικό. Η τοποθέτηση ενός πολιτισμού απέναντι στους άλλους και στον εαυτό του μπορεί να αλλάξει αργότερα ή ταχύτερα. Τούτη η διπλή αλλαγή επιτελείται λόγω ανατροπών στη διάταξη των ιστορικών υποκειμένων. Η λογική όμως της διάταξης αυτής είναι από την ουσία της πολιτική, επομένως η πολιτική λογική καθορίζει τελικά τις ιστορικά βαρύνουσες ερμηνείες των πολιτισμών. Οι πολιτισμικές διαφορές δεν είναι καν δυνατόν να καταλήξουν σε συγκρούσεις αν τα πολιτισμικά υποκείμενα δεν έχουν συγκροτηθεί ως πολιτικές ομάδες, οι οποίες από την πλευρά τους ερμηνεύουν την έννοια του πολιτισμού σύμφωνα με τους σκοπούς τους. Οι πολιτικοί σκοποί ­ προπαντός όσοι συνάπτονται με αγώνες αυτοσυντήρησης ­ επικρατούν κανονικά απέναντι στη φωνή του πολιτισμού (και της φυλής). Μια συγκροτημένη ομάδα μπορεί να επισείει τη σημαία του πολιτισμού της όποτε αυτό της φαίνεται πολιτικά σκόπιμο, οι καθαυτό πολιτισμικές μέριμνες όμως διόλου δεν καθορίζουν τις συγκεκριμένες πράξεις της, και μάλιστα παραμερίζονται μόλις βρεθούν σε αντίθεση με ζωτικούς σκοπούς. Θα ήταν ανόητο να υποθέσουμε ότι οι Ιάπωνες (ή έστω και οι Κινέζοι της Ταϊβάν) θα ρυθμίσουν στο μέλλον τις σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη μια, και την Κίνα, από την άλλη, με κριτήριο την πολιτισμική συγγένεια. Επίσης θα πλανιόταν οικτρά όποιος θα έθετε υπό αφόρητη πολιτική και στρατιωτική πίεση τη Ρωσία πιστεύοντας ότι ανήκει έτσι κι αλλιώς στον χριστιανικό πολιτισμικό κύκλο και επομένως δεν θα μπορούσε να συμμαχήσει ποτέ με την Κίνα εναντίον της «Δύσης». Οι Ηνωμένες Πολιτείες προτιμούν τους Τούρκους από τους Ρώσους ως τοποτηρητές στον Καύκασο. Και πολλοί Αραβες συνεργάζονται με «απίστους» εναντίον των «φονταμενταλιστών» ομοθρήσκων και ομοεθνών τους.

Ο Huntington έθεσε στο επίκεντρο την έννοια του πολιτισμού για να υπογραμμίσει το γεγονός ότι τα όρια του εθνικού κράτους έχουν πλέον διαρραγεί. Η ταύτιση όμως της πλανητικής – υπερεθνικής διάστασης με την πολιτισμική διόλου δεν συνιστά λογική αναγκαιότητα. Ο «πολιτισμός» δεν αποτελεί λογικά ή ιστορικά την αμέσως υπερκείμενη έννοια του «έθνους», γι’ αυτό και μετά την (υποθετική) υπέρβαση του «έθνους» ο «πολιτισμός» δεν είναι οπωσδήποτε το επόμενο κριτήριο πολιτικής συνομάδωσης. Αλλά η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών δεν σφάλλει μόνο επειδή υποτιμά τον εθνικό παράγοντα. Ακόμα περισσότερο σφάλλει επειδή υπερτιμά τον πολιτισμικό παράγοντα στην πολιτική ­ και αυτό σε μιαν ιστορική στιγμή όπου οι τρόποι ζωής σε παγκόσμια κλίμακα έχουν τόσο συμπλησιάσει και οι πολιτισμικές διαφορές τόσο μικρύνει όσο ποτέ άλλοτε, έστω κι αν παραμένουν σημαντικές. Πώς μπορεί να εξηγηθεί το παράδοξο ότι ορισμένα πολιτικά υποκείμενα ειδικά τώρα τονίζουν τις πολιτισμικές διαφορές, παραπλανώντας έτσι ορισμένους πολιτικούς παρατηρητές; Γιατί μπορεί το ειδικό βάρος της πραγματικής ή επινοημένης πολιτισμικής ιδιομορφίας να μεγαλώνει υποκειμενικά, ενώ μειώνεται αντικειμενικά; Ο τονισμός αυτής της ιδιομορφίας εξυπηρετεί την περιχαράκωση, στον σημερινό όμως κόσμο περιχαράκωση δεν μπορεί να σημαίνει στεγανή απομόνωση, που θα ισοδυναμούσε με ιστορική αυτοκτονία, παρά διαμόρφωση μιας όσο γίνεται ευνοϊκότερης αφετηρίας μπροστά σε έναν αγώνα κατανομής πλανητικών διαστάσεων. Οτι αυτό είναι το κρίσιμο σημείο κι όχι ο «πολιτισμός» καθ’ αυτόν προκύπτει από ένα απλό και θεμελιώδες γεγονός. Κανένα πολιτικό κίνημα, από όσα υπερασπίζουν δικές τους πολιτισμικές αξίες ενάντια στις «δυτικές», δεν παρέλειψε ίσαμε σήμερα να υιοθετήσει κατά το δυνατόν ταχύτερα και ευρύτερα «δυτικές» τεχνολογίες και οργανωτικές μορφές στον στρατιωτικό και πολιτικό τομέα προκειμένου να επαυξήσει την ισχύ του ­ ανεξάρτητα από τις όποιες συνέπειες για την εγχώρια παράδοση. Οι πολιτισμικές διαφορές επιστρατεύονται όταν ο εξωτερικός εχθρός ανήκει σε άλλον πολιτισμό ή όταν φαίνεται σκόπιμο να στηλιτευθεί ο εσωτερικός εχθρός ως πιόνι ενός τέτοιου εξωτερικού εχθρού. Κοινωνιολογικές έρευνες έδειξαν ότι η «φονταμενταλιστική» πρωτοπορία στις μουσουλμανικές χώρες στρατολογείται κατά μέγιστο μέρος από τη διανόηση (και τη διανόηση των τεχνικών)· προσθέτουμε εδώ ότι για να κινητοποιήσει τις μάζες χρησιμοποιεί τα συνθήματα της πολιτισμικής πάλης παρόμοια όπως άλλοτε η λενινιστική πρωτοπορία χρησιμοποιούσε τα συνθήματα της ταξικής πάλης. Ασιατικές ελίτ, οι οποίες ήδη κατέχουν την εξουσία και κηρύσσουν τις «ασιατικές αξίες» (π.χ. Σιγκαπούρη), το κάνουν αυτό έχοντας ως έρεισμα μια θέση ισχύος την οποία εξασφάλισαν μέσω της ουσιαστικά επαναστατικής μετατροπής των αντίστοιχων κοινωνιών. Αν δεν είχαν επιτύχει στο πεδίο αυτό, τότε η επίκληση των δικών τους πολιτισμικών αξιών μάλλον θα έμοιαζε αξιοθρήνητη υπεραναπλήρωση, όπως συχνότατα είναι για τους αποτυχημένους ­ ο έλληνας αναγνώστης δεν χρειάζεται να ψάξει μακριά για να βρει παραδείγματα. Αν προϋποτεθεί η επιτυχία, τότε η επίκληση του ντόπιου πολιτισμού ισοδυναμεί με την αξίωση να αναγνωρισθεί κάποιος ως αυτόνομο υποκείμενο και όχι πλέον ως (αποικιακό) αντικείμενο.

Ο αγώνας κατανομής μέσα σε ορισμένες καταστάσεις μεταμφιέζεται αναγκαστικά σε σύγκρουση πολιτισμών από τότε που εξέλειψαν δύο άλλα καίρια επίμαχα σημεία. Αφού, όπως είπαμε, ακόμα και ο φανατικότερος παραδοσιολάτρης δεν μπορεί να παρακάμψει την αναγκαιότητα σύγχρονου τεχνικού εξοπλισμού, το ενάλλαγμα «ή παράδοση ή σύγχρονη τεχνική και οικονομία» ξεπεράστηκε. Επίσης όμως ξεπεράστηκε, τουλάχιστον μετά την κατάρρευση του ανατολικού στρατοπέδου, το ερώτημα αν οι αναπτυσσόμενες χώρες οφείλουν να ταχθούν υπέρ του «δυτικού» ή του «σοβιετικού» κοινωνικού μοντέλου. Γενικά, η εξαφάνιση του μαρξιστικού – λενινιστικού λεξιλογίου από τη ρητορική της παγκόσμιας πολιτικής συνεπέφερε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής επιχειρηματολογίας. Οι αντιθέσεις δεν αρθρώνονται πια στη γλώσσα αναλύσεων περί τάξεων και ιμπεριαλισμού, αλλά όλο και περισσότερο στη γλώσσα πολιτισμικών αξιών (π.χ. «ανθρώπινα δικαιώματα»), από την οποία βέβαια δεν λείπουν άμεσες ή έμμεσες αναφορές στο παρελθόν και στο παρόν της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Ενώ η τεχνική, όντας κοσμοθεωρητικά άχρωμη, παγκοσμιοποιείται και με τους εξαναγκασμούς της ενοποιεί τη μορφή της οικονομικής οργάνωσης, η έννοια του πολιτισμού γίνεται μέσο περιχαράκωσης στον αγώνα κατανομής, ο οποίος οξύνεται ακριβώς λόγω της παραπάνω παγκοσμιοποίησης και ενοποίησης. Και μόλις οι αγώνες οξύνονται, κάθε υφιστάμενη διαφορά εξογκώνεται και πολιτικοποιείται, αρκεί να έχει αξία συμβόλου και μέσου κινητοποίησης μαζών. Ακόμα κι όταν οι συγκρουόμενοι ανήκουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς και επικαλούνται την πολιτισμική τους ταυτότητα, αυτό δεν αποδεικνύει την πολιτισμική αιτία της σύγκρουσης. Αν δούμε έτσι τα πράγματα, τότε βέβαια δεν αποκλείεται αυτό που σήμερα ονομάζεται «αντίθεση Βορρά – Νότου» αύριο να προβάλει ως αντίθεση μεταξύ «δυτικού – χριστιανικού» και «μουσουλμανικού» ή «κομφουκιανού» πολιτισμού. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση αυτή θα υπήρχαν σημαντικές εθνικές εξαιρέσεις.

Ωστε η θεωρία περί συγκρούσεως των πολιτισμών περιέχει το πολύ – πολύ μια διαστρεβλωμένη και κακοδιατυπωμένη αλήθεια. Εν τούτοις θα μπορούσε ­ και νομίζω ότι αυτή είναι η πρόθεση του Huntington ­ να χρησιμεύσει ως ιδεολογικός πόλος έλξεως της «Δύσης» (υπό αμερικανική ηγεσία), αν τυχόν αυτή, για οικονομικούς και στρατιωτικούς λόγους, ερχόταν σε σφοδρή σύγκρουση με μη δυτικές Δυνάμεις. Τότε το πνευματικό κλίμα στη Δύση θα άλλαζε ακαριαία και ενάντια στην αλλαγή αυτή μάταια θα αμύνονταν (αν καθόλου αμύνονταν) όσοι σήμερα κυνηγούν τη δημοσιότητα κηρύσσοντας τη «συνεννόηση μεταξύ των πολιτισμών» ή πραγματώνοντάς την σε εξωτικά «πολυ-πολιτισμικά» συνέδρια με πληρωμένη τη συμμετοχή. Μια λεκτική συνεννόηση στο στρογγυλό τραπέζι πριν από τη λύση υλικών επίμαχων ζητημάτων δεν στοιχίζει τίποτε και γι’ αυτό δεν επιφέρει και τίποτε. Τη λύση των επίμαχων ζητημάτων δεν την καθιστά δυνατή η «αμοιβαία κατανόηση» καθ’ αυτήν, παρά αντίθετα: η (διαφαινόμενη, έστω) λύση γεννά την προθυμία για κατανόηση του άλλου. Ο τρόπος με τον οποίο ένας πολιτισμός ­ μέσω των σημαινόντων εκπροσώπων του ­ κατανοεί έναν άλλον αποτελεί συνάρτηση των πραγματικών σχέσεων ανάμεσα στους πολιτισμούς και αντίστοιχα μεταβάλλεται. Το ίδιο ισχύει και για την ίδια τη διακήρυξη ότι ο ένας θέλει να κατανοήσει τον άλλον ως «ίσος προς ίσον». Αν οι ίδιες εκείνες Δυτικές Δυνάμεις, οι οποίες το 1919 απέρριψαν το αίτημα της Ιαπωνίας και αρνήθηκαν να κατοχυρώσουν την ισότητα των φυλών στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, εν έτει 1997 πασχίζουν επισήμως για την κατανόηση των ξένων πολιτισμών, αυτό δεν αποτελεί οπωσδήποτε πρόοδο της κατανόησης. Αποτελεί όμως ένδειξη μιας δραματικής μεταβολής στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων.


Περιήγηση στον 19ο αιώνα του ελληνικού βιβλίου. Ο νέος σκαπανέας

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 19 Απριλίου 1998

  ΤΟ ΒΗΜΑ
   

 

 

Παρατηρώντας τα συμβαίνοντα στον ελληνικό χώρο τις τελευταίες δεκαετίες αισθάνεται κανείς συχνά την ανάγκη να αναφωνήσει, μαζί με τον Γιουβενάλη: Είναι δύσκολο να μη γράψεις σάτιρα. Ακριβώς γι’ αυτό η χαρά γίνεται διπλή και πολλαπλή όταν μια εξαιρετική επίδοση σε υποχρεώνει να ξεχάσεις τη σάτιρα και να ανασύρεις από τη μακρά αχρησία τις εμφατικότερες λέξεις του ελληνικού λεξιλογίου για να συνθέσεις ένα εγκώμιο. Η εξαιρετική αυτή επίδοση οφείλεται στην ανεξάντλητη πολυμάθεια, στον άψογο ερευνητικό εξοπλισμό αλλά και στην πολύχρονη προσωπική αυταπάρνηση του Φίλιππου Ηλιού (όσοι του παραστάθηκαν αναφέρονται από τον ίδιον· όσοι δεν του παραστάθηκαν, μολονότι είχαν την οικονομική, τη θεσμική ή την πολιτική δυνατότητα να το κάμουν, θα πρέπει να ντρέπονται). Τιτλοφορείται «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» και ο πρώτος τόμος της, που περιλαμβάνει όσα βιβλία και φυλλάδια κυκλοφόρησαν από το 1801 ως το 1818, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1997. Ηδη η επιβλητική εμφάνιση και η τυπογραφική τελειότητα του τόμου αυτού, η οποία δεν τέρπει απλώς τον καλαίσθητο αλλά και ικανοποιεί την απαίτηση του ειδικού για όλο και λεπτότερους εμπράγματους διαφορισμούς, δείχνουν ότι εδώ έχουμε μπροστά μας ένα εγχείρημα σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποτελέσει ένα κτήμα εσαεί, ένα ορόσημο στην ιστορία των εθνικών μας γραμμάτων. Ισως τέτοιες αξιώσεις να προκαλούσαν δυσπιστία αν προβάλλονταν από κάποιον άλλον. Αλλά όταν τις προβάλλει ο Φίλιππος Ηλιού, τότε τα πράγματα αλλάζουν ριζικά.

Στο τωρινό μνημειώδες έργο του εκβάλλει ένας μόχθος πολλών δεκαετιών, όχι ο μόχθος του στεγνού φιλολόγου, αλλά εκείνος του ιστορικού, ο οποίος αγκαλιάζει με την πλατιά εποπτεία του μιαν εποχή διαστρωματωμένη κατά τις ποικίλες εμφανίσεις της, όντας έτσι σε θέση να χρησιμοποιήσει για τους συνθετικούς σκοπούς του τα εργαλεία και τα πορίσματα κλάδων συγγενών αλλά στενότερων. Σχετικά λίγοι, ακόμη και μεταξύ των παροικούντων τη Σιών της ελληνικής ιστορικής επιστήμης, έχουν πλήρη εικόνα της συνολικής προσφοράς του Φιλίππου Ηλιού όχι μόνο στην έρευνα του νεοελληνικού 18ου-19ου αι. αλλά και σε μια σειρά γενικότερα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας. Γιατί η προσφορά αυτή έχει κατακερματισθεί σε ένα πλήθος δημοσιευμάτων σκορπισμένων σε ισάριθμα σχεδόν έντυπα, χωρίς ποτέ να συγκεντρωθεί σε μερικούς τόμους, ταξινομημένη κατά θέματα. Τούτος ο καταμερισμός δεν ήταν μοιραίο αποτέλεσμα της έλλειψης μιας μακράς συνθετικής πνοής. Αντίθετα, προέκυπτε από μιαν αυστηρή επιστημονική συνείδηση η οποία επέτασσε να αποτελεί το κάθε δημοσίευμα μια νέα συμβολή στις γνώσεις μας, όχι αναμάσημα πραγμάτων ήδη ειπωμένων ούτε συρραφή τέτοιων αναμασημάτων υπό την μορφή ψευδοσυνθέσεων. Αφήνοντάς τα αυτά να τα κάμουν άλλοι, ο Φίλιππος Ηλιού έφερε στο φως άγνωστα υλικά και λανθάνουσες συνυφάνσεις προσώπων και πραγμάτων, διευκρίνισε πτυχές και έσυρε κρίσιμες γραμμές ­ από τα συχωροχάρτια στην εποχή της Τουρκοκρατίας ίσαμε τον κοραϊσμό και τις ιδεολογικές χρήσεις του και από εκεί πάλι ίσαμε τα καθέκαστα της ελληνικής μαρξιστικής κοινωνιολογίας στον αιώνα μας.

Χωρίς αμφιβολία, η συγκέντρωση του πολυσχιδούς αυτού συγγραφικού έργου θα καταστήσει ορατή μιαν από τις κορυφαίες επιτεύξεις της ελληνικής ιστορικής έρευνας. Το κυριότερο εμπόδιο στη συγκέντρωση αυτή φαίνεται να είναι πάντοτε η ανεμελιά απέναντι στον εαυτό του, η οποία ως αναγκαίο και χαριτωμένο κακό συνοδεύει την αιώνια νεανικότητα του Φιλίππου Ηλιού. Ισως πάλι να κρατά ο ίδιος τη βιβλιογράφηση και παρουσίαση της δικής του δουλειάς για αργότερα, πιστεύοντας ότι δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμος προκειμένου να καταπιαστεί με τον Φίλιππο Ηλιού!

Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε τούτο το πλούσιο ιστοριοδιφικό έργο και στη μνημειώδη «Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα» είναι ο εξής: σε μια μακρά σειρά δημοσιευμάτων, τα οποία αναχωνεύονται και εμπλουτίζονται τόσο με λεπτομέρειες όσο και με γενικεύσεις, στη στοχαστική εισαγωγή του τόμου, ο Φίλιππος Ηλιού τοποθέτησε τη βιβλιογραφία, ως ειδικό επιστημονικό κλάδο, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο μιας κοινωνικής ιστορίας του βιβλίου, εντασσόμενης με τη σειρά της στην ακόμη ευρύτερη κοινωνική ιστορία. Στη συμβατική βιβλιογραφία το βιβλίο είναι ένα ξεκομμένο τυπογραφικό γεγονός, αν επιτρέπεται η έκφραση· στη βιβλιογραφία ως κοινωνική ιστορία του βιβλίου, το βιβλίο συνιστά ένα δείκτη διαθέσεων και τάσεων, ρευμάτων που διαδίδονται σε ορισμένους χώρους. Τη γέφυρα ανάμεσα στο βιβλίο ως τυπογραφικό γεγονός και στο βιβλίο ως τέτοιο δείκτη ο Φίλιππος Ηλιού την έστησε παρακολουθώντας τους καταλόγους των συνδρομητών αλλά και τους τόπους προνομιακής εκδίπλωσης της εκδοτικής δραστηριότητας γενικότερα. Γεωγραφία του βιβλίου και κοινωνιολογία του βιβλίου συνδέονται στενά και αλληλοπαρακολουθούνται, συνιστούν τις μεγάλες παραμέτρους οι οποίες καθορίζουν μεγέθη από πρώτη όψη καθαρώς τεχνικά, όπως η μορφολογία και το σχήμα του βιβλίου: η σμίκρυνση του σχήματος, η πύκνωση των φυλλαδίων προδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία και ευκινησία ως προς τη διάδοση των γραπτών μηνυμάτων σε ολοένα ευρύτερους κύκλους. Από εδώ περνάμε εύλογα στο κρίσιμο ζήτημα της σύνθεσης του αναγνωστικού κοινού, στη διαμόρφωση νέων ομάδων, οι οποίες ήδη αισθάνονται την αναγνωστική δραστηριότητά τους ως συμμετοχή σε ιδεολογικά και κοινωνικά δρώμενα. Ακόμη πιο έντονη κοινωνική και ιδεολογική συνείδηση αναπτύσσουν βεβαίως οι άμεσοι δημιουργοί του βιβλίου: οι συγγραφείς, οι μεταφραστές, εν μέρει και οι τυπογράφοι. Και οι ζυμώσεις από αυτή την πλευρά, τη νεωτεριστική, υποκινούν ζυμώσεις από την πλευρά της συντήρησης, κυρίως της εκκλησιαστικής, η οποία υποχρεώνεται να καταφύγει στα νέα μέσα προκειμένου να καταπολεμήσει τις νέες τάσεις. Αυτή, σε πολύ χονδρικές γραμμές, είναι η γενική εικόνα της περιόδου 1801-1820.

Θέτοντας τη βιβλιογραφία σε νέα ιστορική και μεθοδολογική βάση, ο Φίλιππος Ηλιού δεν ακύρωσε ούτε αγνόησε την παλαιότερη βιβλιογραφική εργασία αλλά τη διεύρυνε και την ολοκλήρωσε. Τοποθετεί συνειδητά την προσπάθειά του στη συνέχεια δύο μεγάλων αλλά ατελών εγχειρημάτων: της καταγραφής του Emile Legrand για την περίοδο 1453-1800 και εκείνης των Δ. Γκίνη – Β. Μέξα για την περίοδο 1800-1863. Και στις δύο είχε στο παρελθόν κάμει ο ίδιος σημαντικές προσθήκες ­ μάλιστα οι προσθήκες του στη βιβλιογραφία του Legrand πήραν την έκταση ενός ογκώδους αυτοτελούς τόμου που δημοσιεύθηκε ήδη το 1975, ενώ οι προεργασίες του για τη συμπλήρωση της δεύτερης άρχισαν από το 1976 με ένα δημοσίευμα στο περιοδικό Ερανιστής (τ. ΙΔ’). Μολονότι, όπως είπαμε, η συμβολή του στους τομείς αυτούς ξεπερνά κατά πολύ το επίπεδο και τα όρια προσθηκών, προχωρώντας σε μια ουσιωδώς νέα σύλληψη της βιβλιογραφικής εργασίας, ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί εδώ μια συγγένειά του με τους προδρόμους του, στους οποίους, τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό, θα πρέπει να συγκαταλεγεί και ο αείμνηστος Κ. Θ. Δημαράς. Εννοώ το ήθος, την απαντοχή, τη βαθύτερη αυτοπεποίθηση του χαλκέντερου λογίου, ο οποίος χάνεται στο παρελθόν όχι γιατί ξεχνά το παρόν αλλά όπως εξαφανίζεται ο άτρομος σκαπανέας στο σκοτεινό ορυχείο: για να φέρει στο φως πολύτιμο μετάλλευμα. Πολλά σημάδια δείχνουν ότι αυτός ο ανθρώπινος τύπος, μαζί με το ήθος που ενσάρκωνε, εκλείπει όλο και περισσότερο. Ολο και λιγότεροι βρίσκουν το εσώτερο σθένος και την εσωτερική αυτάρκεια που απαιτούν οι σιωπηρές και άχαρες εργασίες, μακριά από κραυγαλέους διανοουμενισμούς και τηλεοπτικούς ή δημοσιογραφικούς ακκισμούς. Και όμως αυτοί θεμελιώνουν σήμερα, για να πατήσουν αύριο άλλοι πάνω σε στέρεο έδαφος ­ αυτοί, κι όχι όποιος, στο όνομα της πάλης και του «σχολαστικισμού», δεν ασχολείται παρά με ξώπετσες μόδες που εκτρέφει η πνευματική νωθρότητα ή όποιος μετατρέπει λογοτεχνική αδεία τα ασήμαντα προσωπικά του βιώματα σε κοσμογονικά συμβάντα και τα εκποιεί στην αγορά. Με τη δουλειά του ο Φίλιππος Ηλιού μάς δείχνει ότι ο χαλκέντερος και ο «σχολαστικός» δεν είναι υποχρεωτικά ο αντίποδας του καινοτόμου και του θεμελιωτή, ότι δεν κατέχει παρακατιανή θέση στον καταμερισμό της πνευματικής εργασίας. Και τούτη η έμμεση προτροπή για αυστηρή και πειθαρχημένη επιστημονική εργασία διόλου δεν αποτελεί το λιγότερο σημαντικό μήνυμα από όσα εκπέμπει ο κρινόμενος τόμος.

Μολονότι δεν γράφουμε σάτιρα αλλά εγκώμιο, κάτι από τη μελαγχολία της σάτιρας παραμένει. Ενα έργο γίνεται ορόσημο, όπως ορθά λέει η γλώσσα, ακριβώς γιατί μας επιτρέπει να επισκοπήσουμε καθολικότερα και καθαρότερα ό,τι βρίσκεται πριν από αυτό, όπως θα επιτρέψει και στους κατοπινούς να αξιολογήσουν ό,τι θα το διαδεχθεί. Το γεγονός ότι μόλις στις παραμονές του 21ου αι. η χώρα μας αποκτά ­ αρχίζει να αποκτά μάλλον ­ μια πλήρη και συστηματική βιβλιογραφία του 19ου αι. μάς θυμίζει συμβολικά και οδυνηρά ότι η γενικότερη πνευματική μας ζωή κινείται με καθυστέρηση ενός αιώνα, έχει δηλαδή να εξοφλήσει χρέη πολύ παλαιότερα ­ εννοώ χρέη σε εργασία υποδομής, η οποία θα αποσκοπούσε κατ’ αρχήν σε μια κριτική καταγραφή της νεοελληνικής πνευματικής παραγωγής. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι πια δυνατόν στην έκταση και στην πληρότητα που απαιτεί κάθε σοβαρή πνευματική προσπάθεια. Με άλλα λόγια, δεν ξέρουμε με απόλυτη βεβαιότητα αν ένα μνημειώδες εγχείρημα, όπως αυτό του Φιλίππου Ηλιού, αποτελεί στη σημερινή συγκυρία μοχλό για τη μακροπρόθεσμη αναγέννηση μιας εθνικής παιδείας, υπό την ευρύτερη έννοια του όρου, ή συνιστά μάλλον μια μεγαλοπρεπή επιτύμβια πλάκα για ένα έθνος ήδη ουσιαστικά νεκρό από ιστορική άποψη. Ο καθένας μας βεβαίως θα ευχόταν να συμβαίνει το πρώτο. Κατά πόσο η ευχή και η ελπίδα έχουν ακόμη περιθώρια θα μας το δείξουν στο μέλλον ο τρόπος και ο βαθμός της αξιοποίησης της «Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα» εκ μέρους νεότερων ερευνητών, διατεθειμένων να επενδύσουν στη δουλειά τους όσα επένδυσε σε αυτήν ο Φίλιππος Ηλιού.


Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 4 Ιανουαρίου 1998

  ΤΟ ΒΗΜΑ
     

 

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Εχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.

Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.

 

Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Οταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Οσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.

Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.


Η τεχνική και το ιδεώδες

Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ | Κυριακή 7 Ιουνίου 1998

    ΤΟ ΒΗΜΑ
   

 

 

Οι νεότερες συζητήσεις περί τεχνικής στρέφονται γύρω από δύο μεγάλα θέματα. Αφενός πρόκειται για τις επιπτώσεις του τεχνικού τρόπου σκέψης και της τεχνικής πράξης πάνω στην «ουσία» ή στην «ανθρωπιά» του ανθρώπου ως προσώπου· αφετέρου πρόκειται για τις συνέπειες των τεχνικών εξελίξεων σε ό,τι αφορά την ανθρωπότητα ως σύνολο, η οποία αυτή τη φορά ­ καθώς ενδιαφέρει η ζωή και η επιβίωσή της ­ θεωρείται ως συλλογική οντότητα και ως βιολογικό είδος. Πάνω στα δύο αυτά προβλήματα διατυπώθηκαν όλες οι δυνατές αισιόδοξες ή απαισιόδοξες απόψεις και δεν είναι δυνατό να πει κανείς κάτι σχετικά δίχως να επαναλάβει πράγματα ήδη ειπωμένα. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας. Εμάς ενδιαφέρει περισσότερο η ενδεικτική σημασία του γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες το κέντρο βάρους της συζήτησης μετατοπίστηκε από το πρώτο θέμα στο δεύτερο. Ασφαλώς τα δύο θέματα διασταυρώνονται σε ουσιώδη σημεία, προπαντός αν κάποιος, σκεπτόμενος με το πνεύμα της ανθρωπιστικής παράδοσης, πιστεύει ότι η επιβίωση είναι δυνατή και εύλογη μονάχα ως ηθικά αγαθός βίος. Ωστόσο η διαφορά ανάμεσα στις δύο προβληματικές παραμένει εννοιολογικά σαφής και μεθοδικά χρήσιμη. Και η μετάβαση από το ιδεώδες της ολόπλευρης προσωπικότητας στο ιδεώδες της συλλογικής επιβίωσης σημαδεύει μια βαθιά ιστορική τομή.

Η αύξουσα απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπιστική και στην τεχνική παιδεία αποτυπώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 στη γνωστή ρήση για τις «δύο κουλτούρες». Η ρήση αυτή γεννούσε την εντύπωση ότι δύο περίπου ισοδύναμες τάσεις αναμετριούνται και η έκβαση της αναμέτρησης παραμένει ανοιχτή. Η τέτοια εντύπωση ήταν απατηλή. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνικής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε προδιαγράψει την κατάρρευση της ανθρωπιστικής παιδείας και μόνο η επήρεια του νόμου της αδρανείας διασφάλιζε τη σχετικά μακρά επιβίωση του αστικού πνεύματος μέσα στον κόσμο της μαζικής δημοκρατίας. Ετσι η κατάρρευση πήρε τη μορφή ανώδυνου θανάτου, τον οποίο ακολούθησε μια πολυτελής κηδεία. Ακριβώς όταν πρωτοδιατυπώθηκε η παραπάνω ρήση, η ανθρωπιστική παιδεία έχανε την τελευταία της μάχη ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις της πολιτισμικής επανάστασης και της οικονομίας, οι οποίες, παρά την αντίθεσή τους, ασπάζονταν από κοινού το σύνθημα ότι η παιδεία πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της «πράξης» και της «κοινωνίας». Με τις λέξεις αυτές η κάθε πλευρά εννοούσε βέβαια κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν δύσκολο όμως να προβλέψει κανείς τίνος η ερμηνεία θα επικρατούσε.

Αισθητική του παλιατζίδικου

Ωστόσο η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960 και του 1970 προχώρησε ακόμη περισσότερο. Υιοθέτησε βασικά μοτίβα της παλαιότερης καλλιτεχνικής avant-garde και προλείανε τον δρόμο του «μεταμοντερνισμού» γκρεμίζοντας τις ιεραρχίες του ανθρωπιστικού παιδευτικού κανόνα και νομιμοποιώντας ό,τι πριν φαινόταν καθημερινό ή τετριμμένο μέσω της σουρεαλιστικής «αισθητικής του παλιατζίδικου». Παράλληλα αποσυντέθηκε το ιδεώδες της προσωπικότητας που θεμελιωνόταν στις ιεραρχίες αυτές, κάνοντας τόπο στην αντίληψη ενός ρευστού εγώ, ανοιχτού σε όλες τις δυνατότητες της «αυτοπραγμάτωσης». Η πρόθεση ήταν χειραφετητική, όμως το χειροπιαστό αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση και ενίσχυση των πνευματικών στάσεων οι οποίες συνυφαίνονται με τη λειτουργία μιας μαζικής δημοκρατίας, στηριζόμενης στη μαζική παραγωγή και στη μαζική κατανάλωση.

Η αντίθεση ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες», υπό την έννοια δύο διαφορετικών παιδευτικών ιδεωδών, διευθετήθηκε έτσι από μόνη της, μολονότι όσοι τράφηκαν με την ανθρωπιστική παιδεία το κατάλαβαν αυτό πολύ αργά και πολύ απρόθυμα. Τη δραστική τούτη λύση την επέβαλαν αντικειμενικοί λόγοι και όχι π.χ. η πρωταρχική και αθεράπευτη ασυμβιβασία της ανθρωπιστικής παιδείας με την τεχνική καθ’ εαυτήν. Μέσα στην αστική – ανθρωπιστική ιεραρχία των πνευματικών αξιών η επιστήμη κατείχε υψηλότατη θέση, στενά δεμένη μαζί της ήταν η τεχνική, και ο μεγάλος τεχνικός ­ είτε ως μοναχικός εφευρέτης είτε ως δαμαστής των φυσικών δυνάμεων για οικονομικούς σκοπούς ­ πρόβαλλε ως νέος Προμηθέας μέσα στο πάνθεο των μεγάλων ατόμων, δίπλα στον καλλιτέχνη και στον φιλόσοφο. Ηταν και ο ίδιος αδρή ενσάρκωση του αστικού ιδεώδους της προσωπικότητας και η εργασία του όφειλε να δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εν γένει. Ωστε η τεχνική όφειλε να υπηρετήσει την ανάπτυξη εκείνου το οποίο θεωρούσε κανείς ως άξιο να αναπτυχθεί με βάση το ανθρωπιστικό ιδεώδες της προσωπικότητας.

Αυτή ήταν η αστικοφιλελεύθερη σύνθεση τεχνικής και ανθρωπισμού και η μαρξιστική ουτοπία μιας εκτεχνικευμένης κοινωνίας ελεύθερων ολόπλευρων ατόμων δεν ήταν παρά η εσχατολογική εκδοχή τούτης της σύνθεσης. Την τεχνική δεν τη θεωρούσαν ως ύβριν ο αστός ή ο ανθρωπιστής, παρά τη μομφή αυτή τη διατύπωσαν πρώτοι οι πατριαρχικοί αριστοκράτες μεγαλογαιοκτήμονες και οι εκπρόσωποι του κλασικού συντηρητισμού, τον κόσμο των οποίων τον σάρωσε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Μεταγενέστεροι εχθροί του φιλελευθερισμού υποστήριξαν, αντίθετα, ότι η τεχνική πρέπει να κατανοηθεί μάλλον ως ειμαρμένη παρά ως ύβρις και ότι η κατάφαση αυτής της ειμαρμένης, πέραν ανθρωπιστικών ελπίδων ή συντηρητικών αρών, θα μπορούσε να καταστήσει τον «Εργάτη» (Jünger) ή τους «Καίσαρες της Βιομηχανίας» (Spengler) ικανούς για μεγάλα ιστορικά επιτεύγματα.

«Δεξιά» και «αριστερά» καταφύγια

Μετά την αποσύνθεση του κλασικού συντηρητισμού η μομφή της ύβρεως παραχείμασε σε διάφορα «δεξιά» και «αριστερά» καταφύγια. Εγινε και πάλι επίκαιρη όταν ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες» έληξε λόγω ατροφίας της μιας τους και όταν το ζήτημα της τεχνικής άρχισε πλέον να εξετάζεται όχι στην ατομικιστική προοπτική του ανθρωπιστικού παιδευτικού ιδεώδους αλλά κυρίως σε συνάρτηση με τη συλλογική επιβίωση. Η στροφή αυτή απέρρευσε από έναν διπλό φόβο: τον φόβο μπροστά σε έναν ατομικό πόλεμο και σε μιαν οικολογική κατάρρευση. Και στις δύο περιπτώσεις το παράδοξο είναι ότι όσο μεγαλώνει ο φόβος τόσο πιο απαραίτητη γίνεται η τεχνική, έτσι ώστε αποκλείεται η επιστροφή σε συνθήκες όπου θα έλειπαν όσοι κίνδυνοι γέννησε ακριβώς η τεχνική. Η ύπαρξη των ατομικών όπλων εξανάγκασε καθ’ εαυτήν τους πρωταγωνιστές του Ψυχρού Πολέμου να διευρύνουν και να τελειοποιήσουν τα οπλοστάσιά τους ήδη προκειμένου να διαθέτουν δυνατότητα αποτροπής. Η πιθανότητα και η καταστροφικότητα ενός ατομικού πολέμου αυξανόταν παράλληλα με την προσπάθεια της αποτροπής, δηλαδή της παρεμπόδισης του πολέμου διά μέσου επιπρόσθετης τεχνικής προόδου. Ο φαύλος κύκλος τερματίστηκε όχι από την εσωτερική λογική αυτής της κατάστασης αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι εξανάγκασαν σε υποχώρηση τον έναν από τους δύο ανταγωνιστές.

Πολύ λιγότερο πρέπει να αναμένεται η επέμβαση του από μηχανής θεού στον οικολογικό τομέα. Αν εδώ υπάρχει πράγματι κάποια διέξοδος, αυτή είναι ότι η τεχνική θα εξουδετερώσει η ίδια τις ανεπιθύμητες παρενέργειές της. Παράγει όμως αυτές τις παρενέργειες ακριβώς επειδή η αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής εξαρτάται όλο και περισσότερο από τεχνικές διαδικασίες και εξελίξεις. Ακόμη και οι σφοδρότεροι κατήγοροι της σύγχρονης τεχνικής δεν θα μπορέσουν να αμφισβητήσουν ότι χωρίς υψηλή εκτεχνίκευση θα κατέρρεε ο ανεφοδιασμός των σημερινών μαζικών κοινωνιών. Ηδη η διατροφή έξι (και αύριο οχτώ ή δέκα) δισεκατομμυρίων ανθρώπων καθιστά αναπόδραστες εκτεταμένες τεχνικές επεμβάσεις στη φύση και η οικολογική επιβάρυνση θα αυξηθεί αναγκαστικά στον βαθμό που οι παγκόσμιες καταναλωτικές προσδοκίες θα προσανατολισθούν στο δυτικό πρότυπο. Ο φόβος μπροστά στις συνέπειες της τεχνικής και οι τεχνικές ανάγκες της κοινωνίας αυξάνονται παράλληλα, ενώ τόσο ο φόβος όσο και οι ανάγκες ανάγονται σε υπαρξιακά – βιολογικά αίτια.

Δεν ενδείκνυται πάντοτε να κάνει κανείς την ανάγκη φιλοτιμία, συχνά όμως το απαιτούν οι εκάστοτε ιδεολογικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή Δύση κατανοεί και νομιμοποιεί τον εαυτό της, η τεχνική δεν είναι απλώς κάτι κοινωνικά απαραίτητο αλλά επιπλέον συνδέεται και με το δυτικό ιδεώδες περί ελευθερίας. Αφενός αποτελεί, όπως λέγεται, δημιούργημα και συνάμα επιβεβαίωση της ορθολογικότητας εκείνης, η οποία προστατεύει τα πνεύματα από τη σκοταδιστική «μεταφυσική», επομένως ενισχύει πραγματιστικές ή ανεκτικές στάσεις και έτσι εδραιώνει την πλουραλιστική δημοκρατία. Αφετέρου η τεχνική συναρτάται με ένα άλλο έρεισμα της δημοκρατίας, την ελεύθερη οικονομία. Γιατί η τελευταία χρειάζεται οπωσδήποτε την τεχνική πρόοδο και την προωθεί αδιάκοπα μέσω του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων.

Αντιδημοκρατικός ανορθολογισμός

Τούτη η άκρως γενναιόδωρη σύνδεση της τεχνικής με μιαν ορθολογικότητα, η οποία τάχα υπηρετεί την ελευθερία, συμβάλλει ασφαλώς στην καθησύχαση των υπαρξιακών φόβων και γεννά το παρήγορο αίσθημα ότι τουλάχιστο κάνει κανείς ό,τι είναι πολιτικά και ηθικά ορθό, έστω και αν δεν γνωρίζει πού μας οδηγεί αυτό το ορθό. Αν δεν υπεισερχόταν ο ιδεολογικός – ψυχολογικός παράγοντας, θα ήσαν ηπιότερες οι μομφές που διατυπώνουν οι φύλακες της political correctness εναντίον της «εχθρότητας προς την τεχνική» ως έκφρασης ενός αντιδημοκρατικού ανορθολογισμού.

Οι μομφές αυτές γίνονται τόσο σφοδρότερες όσο περισσότερο απειλεί να διαφύγει κάθε ελέγχου ο φόβος που συνεχίζει να υπάρχει πίσω από τις καθησυχάσεις και τις παρηγόριες.

Βέβαια, παρά τις ιδεολογικές υπερασπίσεις της τεχνικής, το γόητρό της έχει μειωθεί στα τελευταία 20 χρόνια. Πρακτικά αποφασιστικό παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι κανείς δεν έχει να προτείνει μια ρεαλιστική εναλλακτική λύση προς την τεχνική πρόοδο. Οσο καθαρότερα διαγράφεται πίσω από τον Προμηθέα ο μαθητευόμενος μάγος τόσο εντείνεται η εξάρτηση από τις εμπνεύσεις του. Εμπιστεύεται κανείς την τύχη του στην τεχνική χωρίς να την εγκωμιάζει και χωρίς να υπερβαίνει ολοκληρωτικά μιαν εσωτερική δυσπιστία. Οι πλείστοι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες, αν καθόλου στοχάζονται πάνω σε τέτοια ζητήματα, ελπίζουν προφανώς ότι η τεχνική θα βρει εγκαίρως τις απαιτούμενες λύσεις. Η ελπίδα ως μορφή παραίτησης μοιάζει η ψυχολογικά προσφορότερη διέξοδος, όταν θέλει κανείς να αποφύγει μορφές παραίτησης πολύ χειρότερες.

Ετσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν πολλές δυνατότητες επιλογής. Αν η τεχνική συνθηκολογήσει σε παγκόσμιο επίπεδο μπροστά στη δημογραφική και στην οικολογική επιβάρυνση, τότε σίγουρα μας περιμένει ο κανιβαλισμός. Υπ’ αυτήν την έννοια ο ανθρωπισμός συνεχίζει να εξαρτάται από την τεχνική. Αλλά ένας ανθρωπισμός ο οποίος με τα νώτα στον τοίχο αγωνίζεται ίσα ίσα για να αποφευχθούν οι χείριστες καταστροφές και να διασωθεί η βιολογική ουσία του είδους «άνθρωπος» είναι γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο ένας κολοβωμένος ανθρωπισμός. Το αστικοφιλελεύθερο ανθρωπιστικό ιδεώδες κατέρρευσε εξαιτίας της τεχνικής προόδου, η οποία κατέστησε δυνατή τη μετάβαση στη μαζική δημοκρατία της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης. Αν παρ’ όλ’ αυτά η τεχνική παραμένει ο έσχατος φύλακας του ανθρωπισμού, ο λόγος είναι ότι στο μεταξύ άλλαξε ριζικά η σημασία του τελευταίου.